Η Ανγκέλα Μέρκελ ως απόφοιτη των θετικών επιστημών, ήταν αυτή που κατανόησε ίσως καλύτερα από κάθε άλλο ευρωπαίο πολιτικό τη σοβαρότητα της πανδημίας. Αυτό ίσως της εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές φινάλε της θητείας της, μετά από 16 χρόνια στην καγκελαρία σε μια εποχή αλλεπάλληλων κρίσεων, αλλά δεν μπορεί να σβήσει άλλες πτυχές της διακυβέρνησής της, που θα καθορίσουν την πορεία της χώρας και τα επόμενα χρόνια.

 

Στην τελευταία της ομιλία για τον ετήσιο προϋπολογισμό η Ανγκέλα Μέρκελ χρησιμοποίησε τόνους ασυνήθιστα συναισθηματικούς για την ίδια. Προσπάθησε να εξηγήσει την κρισιμότητα της κατάστασης με αφορμή το δεύτερο κύμα της πανδημίας και να δικαιολογήσει την ανάγκη για επώδυνα και αυστηρά περιοριστικά μέτρα. Η καγκελάριος της Γερμανίας διανύει αυτό το διάστημα μια «ύστερη άνοιξη» της πολιτικής της σταδιοδρομίας, με βάση τουλάχιστον τις δημοσκοπήσεις. 

Η κυρίαρχη άποψη στα ΜΜΕ, που σε μεγάλο βαθμό έχει υιοθετηθεί και από την πλειοψηφία της κοινής γνώμης είναι ότι αυτή με το επιστημονικό της υπόβαθρο ως φυσικός, μπόρεσε να καταλάβει καλύτερα από άλλους πολιτικούς τον κίνδυνο. Ήταν η μόνη, που έγκαιρα είχε προειδοποιήσει για το τι σημαίνει «εκθετική καμπύλη» και είχε πιέσει για λήψη αυστηρών μέτρων πολύ νωρίτερα από ότι αυτό έγινε εφικτό. 

Ο πρόχειρος απολογισμός λέει ότι η σφοδρότητα του δεύτερου κύματος σε σχέση με το πρώτο οφείλεται ακριβώς στο ότι αυτή τη φορά οι αποφάσεις πάρθηκαν σε επίπεδο ομόσπονδων κρατιδίων και όχι ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Έτσι από τις αρχές του καλοκαιριού επικράτησε ένα αλαλούμ με πανσπερμία μέτρων, που τελικά αποδείχτηκε ιδανικό για τη νέα μετάδοση της covid-19. Κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Και εκεί η Μέρκελ είχε καλέσει τους ομολόγους της για άμεση λήψη σκληρότερων περιοριστικών μέτρων, χωρίς πάντως να εισακουστεί απολύτως.

Το αποτέλεσμα είναι λοιπόν ότι η καγκελάριος είδε τη δημοτικότητά της να ανεβαίνει και πάλι ραγδαία. Ορισμένοι σχολιαστές έχουν αρχίσει ήδη να την... νοσταλγούν ενόψει των εκλογών του ερχόμενου Σεπτεμβρίου και των εθνικών εκλογών, που θα σημάνουν και την αποχώρησή της από την καγκελαρία. Εκτός αν υπάρξει κάτι απρόοπτο και η «καγκελάριος των κρίσεων» κληθεί να βοηθήσει και πάλι.

Με βάση τα σημερινά δεδομένα, την Πρωτοχρονιά του 2022 θα είναι κάποιος άλλος/η ο/η καγκελάριος, που θα απευθύνει μήνυμα στους πολίτες. Και όλοι αναρωτιούνται αν αυτός/η θα μπορεί να συγκριθεί μαζί της. Αλλά και ποια θα είναι η κατάσταση της χώρας οικονομικά και κοινωνικά, καθώς κανείς δεν ξέρει αν και πότε η πανδημία θα τεθεί τελικά υπό έλεγχο.

Το γεγονός ότι η κυρία Μέρκελ παραδίδει στα τέλη αυτού του χρόνου και την προεδρία της ΕΕ στην Πορτογαλία δίνει βεβαίως μια επιπλέον αφορμή για να ξεκινήσουν από τώρα οι απολογισμοί για τα 16 χρόνια θητείας μιας καγκελαρίου, που παρά την μετριοπάθεια του χαρακτήρα της και της ρητορικής της κατάφερε να κάνει πολλούς να την συμπαθήσουν και επίσης πολλούς να την μισήσουν.

 

Το χάρισμα της ασάφειας

 

Στη διάρκεια της πολιτικής της πορείας, το σήμα κατατεθέν ήταν συνήθως κάποιες πολύ σύντομες προτάσεις, που από τη στιγμή που τις ξεστόμισε δεν έπαψαν ποτέ να την ακολουθούν. Χαρακτηριστικότερες δύο φράσεις με τρεις λέξεις, που όταν ακούστηκαν έστελναν ένα πολύ αποτελεσματικό μήνυμα μέσα στην ασάφειά τους.

Το ένα ήταν το «Sie kennen mich» δηλαδή «Εμένα με γνωρίζετε», το οποίο τη βοήθησε να κερδίσει εκλογές, αλλά στην ουσία ήταν ένα... ψέμα. Γιατί ψέμα θα λέει όποιος ισχυριστεί ότι γνωρίζει καλά την Μέρκελ. Για πολλούς, η καγκελάριος παρέμεινε ένα άλυτο μυστήριο, επειδή ακριβώς δεν ήταν ποτέ η πολιτικός, που πρόβαλε κάποια μακρόπνοα σχέδια και προγράμματα. Για αυτό και ήδη κάποιοι της έχουν αποδώσει τον τίτλο «η καγκελάριος των κρίσεων» και τη διαχείρισής τους. Προτιμούσε πάντα να διαχειρίζεται καταστάσεις, όταν αυτές προέκυπταν και αφού πρώτα, όπως η ίδια έχει ομολογήσει χρειαζόταν πάντα το χρόνο της για να αποφασίσει. Αυτή η καθυστέρηση ίσως να είναι και η αιτία για την επιδείνωση κατά καιρούς κάποιων προβλημάτων, όπως για παράδειγμα στη μεγάλη κρίση των τραπεζών. Από την άλλη, όπως πάλι η ίδια υποστηρίζει, όταν έπαιρνε κάποια απόφαση τότε τη στήριζε μέχρι τέλους. Αυτή είναι βεβαίως η δική της θεώρηση, που άλλοτε ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, άλλοτε πάλι όχι, αφού ιστορικές έχουν γίνει και κάποιες «αναστροφές» της. 

Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα έχει να κάνει με την άλλη ιστορική της ατάκα:«Wir schaffen es», δηλαδή «Θα τα καταφέρουμε» σε σχέση με το προσφυγικό. Το ξεστόμισε κατά τη διάρκεια της κορύφωσής του και το κουβαλά ακόμα σαν την αχίλλειο πτέρνα της, την οποία σε κάθε ευκαιρία προσπαθούν να στοχεύσουν οι επικριτές της. Όπως εύστοχα σχολίασε ένας ιστορικός σε ένα πρόσφατο αφιέρωμα-ντοκιμαντέρ στο πρόσωπό της, ήταν ακόμα μια φράση, που θα μπορούσε να διεκδικήσει βραβείο ασάφειας, αφού επί της ουσίας δεν απαντούσε ούτε στο «ποιοι εμείς», ούτε στο τι «θα καταφέρουμε». Ετσι η Μέρκελ που στην αρχή όντως άντεξε στις πιέσεις εκείνων που ήθελαν να κλείσει τα σύνορα, στην συνέχεια άλλαξε επί της ουσίας εντελώς την πολιτική της χωρίς να το ομολογήσει δημόσια και βρήκε «λύση» χρηματοδοτώντας τον Ερντογάν για να «σφραγίσει» την Ευρώπη. 

Αυτό που κατάφερε, χωρίς πάντως να το θέλει, ήταν να πολώσει την κοινωνία. Ανάμεσα σε εκείνους που ήθελαν πιο δεξιές θέσεις και εκείνους που θεωρούσαν ότι η Χριστιανοδημοκρατία θα πρέπει να εκσυγχρονιστεί και να μετακινηθεί προς το κέντρο.

 

Ό,τι θέλει να ακούσει «ο λαός»

 

Ακολουθώντας μια τακτική ικανοποίησης και των δύο στρατοπέδων κατάφερε συχνά να τους δυσαρεστεί όλους. Όμως αυτό δεν ήταν το πρόβλημά της. Ο μέσος Γερμανός δεν θέλει ούτε τις ακρότητες της εθνολαϊκιστικής AfD, ούτε ασχολείται σοβαρά με τις ιδεολογικές αναζητήσεις της κεντροδεξιάς παράταξης και τις εσωκομματικές της διαμάχες. Ο μέσος Γερμανός θέλει μια σχετική ασφάλεια για τη ζωή του, την καθημερινότητά του, το εισόδημά του και αύριο για την σύνταξή του. 

Στο επιτελείο της καγκελαρίου υπάρχει μια ομάδα που καταγράφει και αξιολογεί τις δημοσκοπήσεις και τις τάσεις της κοινής γνώμης, όχι μόνο για πολιτικά θέματα αλλά κυρίως για θέματα καθημερινότητας. Έτσι, πολλές φορές αυτό που θα εκφράσει ή θα υπονοήσει η Μέρκελ μπορεί να μοιάζει απλοϊκό ή ασύμβατο με τον ιδεολογικό χώρο που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί, αλλά απηχεί γενικόλογα μεν, αποτελεσματικά δε τις διαθέσεις και τις ανησυχίες του μέσου Γερμανού. Ακόμα και το «Θα τα καταφέρουμε» ειπώθηκε σε μια χρονική στιγμή που η κοινή γνώμη έδειχνε έτοιμη να δείξει έμπρακτα την αλληλεγγύη της προς τους κυνηγημένους από τη Συρία. Εκεί λοιπόν στηρίχτηκε και η πολιτική της κυριαρχία για 16 ολόκληρα χρόνια. Στην προσαρμοστικότητά της και στην ικανότητά της όταν βλέπει δύο ριζικά διαφορετικές απόψεις να επιδιώκει να τις αντικαταστήσει από μια τρίτη ενδιάμεση, χωρίς απαραίτητα να «εξαφανίζει» το πρόβλημα.

Είναι σαφές ότι ειδικά τώρα, που πολλοί την χαρακτήρισαν ως «καγκελάριο της πανδημίας» η Μέρκελ θα λείψει σε πολλούς. Περισσότερο στο ίδιο της το κόμμα, που δύσκολα θα μπορέσει να περάσει ανώδυνα την όποια αναγκαία περίοδο αναπροσαρμογής στα νέα δεδομένα. Το μεγάλο «προσόν» της Μέρκελ, η ικανότητά της δηλαδή να μην σχεδιάζει το μακρινό μέλλον, αλλά να αφουγκράζεται το παρόν θα αποδειχτεί ίσως μοιραίο για τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση, αλλά ίσως και για τη χώρα. Με την κακή επιλογή της Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ ως διαδόχου της η Μέρκελ απέδειξε ότι δεν είχε την ικανότητα να αφήσει μια σοβαρή πολιτική κληρονομιά, ένα διάδοχο και κυρίως ένα προσανατολισμό για το μέλλον. Είναι σίγουρο ότι αυτή η μεταβατική και επιπρόσθετα απρόβλεπτη λόγω covid-19 περίοδος θα στιγματιστεί από σοβαρές πολιτικές αναταράξεις. Όχι μόνο στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Πρόσφατα άρθρα ( Ευρώπη )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet