Γυρίζαμε από ένα πανηγύρι στα βουνά της Ροδόπης αλλά δεν πήραμε τον δημόσιο δρόμο του Διδυμοτείχου, σκαρφαλώσαμε στην οροσειρά να γνωρίσουμε κι αυτή τη διαδρομή. Θαυμαστό τοπίο. Ταξιδεύαμε ψηλά στις βουνοκορφές, τριγυρισμένοι από βελανιδιές και άλλα δέντρα που δεν θυμάμαι να τα κατονομάσω. Ανάμεσα στα ανοίγματα του δάσους διακρίναμε τον θρακικό κάμπο και, όσο χαμηλώναμε στα οροπέδια και στα ξέφωτα, δεκάδες αγελάδες βοσκούσαν αμέριμνες και μόνες. Κάποια στιγμή σταματήσαμε να μαζέψουμε ρίγανη που μύριζε έντονα παντού.

Μια εναλλακτική σκέψη να βλέπαμε έναν ρωμαϊκό τύμβο, λίγο παρακάτω, εγκαταλείφθηκε. Περνούσε η ώρα. Αρκετά πια με τους τάφους και τους τεκέδες, γεμάτη ήταν η Θράκη και πεινούσαμε. Να μη βραδιαστούμε· είχαμε κανονίσει να δούμε έναν φίλο, από ένα χωριό των Σερρών, που δούλευε σε κάτι δημόσια έργα εκεί κοντά.

Το κινητό μας βρήκε και πάλι σήμα και έτσι, μετά τις τελευταίες στροφές, φτάσαμε στα Αρριανά, χωριό πεδινό, απλωμένο. Θα είχε καμιά χιλιάδα κατοίκους, μειονοτικό χωριό, κάπου στο βάθος ξεχώριζε ο μιναρές ανάμεσα στα αγροτόσπιτα με τις μεγάλες αποθήκες και τις τεράστιες αυλές, όπου λιάζονταν τα καπνά και στοιβάζονταν οι σοδειές.

Ξαποστάσαμε, όπως θα λέγανε οι παλιοί οδοιπόροι, οι Τσελεμπήδες και οι παρόμοιοι αφηγητές, σε μια ταβέρνα στην πλατεία, μια απλωσιά στο κέντρο του χωριού. Στο μαγαζί μέσα έξω πηγαινοέρχονταν ο ιδιοκτήτης και ένας βαριεστημένος νεαρός. Παραγγείλαμε μπύρες, το χύμα τσίπουρο το αποφεύγαμε, ενώ στο βάθος ακούγονταν μουσικές. Ήταν μια Κυριακή του Αυγούστου με μπόλικη ζέστη και καθόλου αέρηδες.

Ο Γιώργος μάς βρήκε αμέσως, αδύνατος όπως πάντα, χτίστης δυνατός, είχε γκρεμίσει και επισκευάσει τα πατρικά μας στα χωριά, έφτιαχνε επίσης περίτεχνα τζάκια βάζοντας και μια δική του «πινελιά» –καμιά φορά πομπώδη– αλλά περιζήτητη στις αυθαίρετες βίλες των βορειοελλαδίτικων ακτών. Τι νέα; Κάπνιζε, γελούσε, έμενε μαζί με άλλους τέσσερις εργάτες σε ένα σπίτι, δούλευαν στο φράγμα, λίγο παραπάνω, μπας και μαζευτεί νερό για το διψασμένο χώμα. Χρόνια κωλυσιεργούσε το έργο, πήγαινε από προκήρυξη σε ακύρωση και πάλι απ’ την αρχή, σταγόνα δεν μαζεύονταν.

Το γλέντι στο μεταξύ δυνάμωνε, στην ψησταριά ετοίμαζαν μπιφτεκάκια (που θα μας βαρυστομάχιαζαν) ο ταβερνιάρης μάλωνε με το γιο του. «Να τους προσέξουμε», έλεγε, «είναι δημοσιογράφοι». Φυσικά και δεν ήμασταν, αλλά το δηλώναμε, έστω και ένας κάθε φορά, γιατί ούτε «συγγραφέας» ούτε «καθηγητής» ακούγονταν καλά. Πολύ καλά όμως ακούγονταν τα τραγούδια που λες και έρχονταν καταπάνω μας. Πρέπει να ήταν 2015, η τελευταία εκδρομή με τον Δημήτρη, γιατί μετά αρρώστησε τρία χρόνια, γιατρεύτηκε, μας βρήκε η καραντίνα και από ταξιδευτές καταντήσαμε ονειρευτές ταξιδιών.

 

Θέλω να γράψω, του λέω, μια ιστορία για εκείνη την ημέρα, για την νύφη που την πήγαιναν στον γαμπρό με όργανα και χορούς, με νταούλια και ζουρνάδες που όσο πλησίαζαν μας ξεκούφαιναν και οι άντρες χόρευαν εκστατικά, μεθυσμένοι εντελώς, γύρω από ένα μαύρο BMW μέσα στο οποίο καθόταν η νύφη και ένας κοστουμαρισμένος τύπος οδηγούσε με μηδαμινή ταχύτητα μέχρι το σπίτι των πεθερικών, όπου θα την παρέδιναν στον γαμπρό. Θα έκαναν ώρες, μας είχε πει ο ταβερνιάρης, που με καλόπιανε γιατί ο γιος του θα κατέβαινε στην πρωτεύουσα για μια καλύτερη δουλειά.

«Μα δεν συνέβη κάτι εκείνη την ημέρα», μου λέει ο Δημήτρης, «φάγαμε μπιφτέκια με βραστά παντζάρια που μύριζαν χωματίλα, χαζεύαμε τους μεθυσμένους στην μέση της πλατείας και την αγανακτισμένη νύφη –φαντάζομαι– δεν ξεχώριζε καλά... Ο Γιώργος μετά μας πρότεινε να πάμε για ένα ποτό στο μπαρ μιας Ρωσίδας».

Να τι ήθελα να θυμηθώ! Εκείνο το μπαρ στη μέση του κάμπου για αγρότες και εργάτες, που είχε στηθεί αφότου ξεκίνησε το φράγμα. Η Ρωσίδα είχε βάλει μέσα κορίτσια, πίσω υπήρχε ένα δωματιάκι για πιο ιδιαίτερες στιγμές, απέξω τρακτέρ και αγροτικά. Ο Γιώργος πήγαινε για καμιά βότκα, παντρεμένος με γιο, δεν χαράμιζε τα μεροκάματα, μάλιστα ο γιος του θα έδινε εξετάσεις και πώς να αντέξει μια οικογένεια τα έξοδα των σπουδών; Για μια σπέσιαλ βότκα, τόνισε, δεν είχε αντίρρηση ειδικά για την ρώσικη που σέρβιραν εκεί μέσα. Τελικά περάσαμε απέξω αλλά δεν είχαμε κουράγιο να μπούμε μέσα. Το όνομα του μπαρ μού είχε κάνει εντύπωση. Σίγουρα θα το θυμάται ο Γιώργος.

 

Τηλεφωνώ στον Γιώργο, έχω να μιλήσω πολύ καιρό μαζί του, αν το σηκώσει θα μου πει, χάθηκες, πώς και μας σκέφτηκες; Όμως αυτός δεν το σηκώνει και παίρνω πάλι τον Δημήτρη να τον ρωτήσω τι συμβαίνει. «Τίποτε», θα μου πει. Δεν έχει δουλειές, με τον κορονοϊό σταμάτησαν και τα χτισίματα, η γυναίκα του απολύθηκε από ένα μαγαζί, ο γιος πέρασε στη Θεσσαλονίκη αλλά δεν τα έβγαζαν πέρα και ξαναγύρισε στο χωριό. Ο Γιώργος έγινε αναστενάρης.

«Δηλαδή πατάει στα αναμμένα κάρβουνα;»

«Βεβαίως» μου λέει ο Δημήτρης. «Με τα εικονίσματα αγκαλιά. Στην Αγία Ελένη, στο διπλανό χωριό, είχαμε πάει παλιά, τα έγραψες κάπου κι αυτά. Μα τι ψάχνεις από εκείνη την μέρα, δεν έγινε κάτι σπουδαίο».

 

Μην είσαι σίγουρος... Θυμάμαι τα νταούλια και τους ζουρνάδες, τις χλομές λάμπες στα στενόδρομα, τους ασκούπιστους δρόμους, τη νύφη καθηλωμένη στο άρμα του γάμου, εμείς να τρώμε κι ο ταβερνιάρης να μαλώνει με τον γιο του που έβλεπε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα στην τηλεόραση, η νύφη να σκύβει ανυπόμονα να δει πότε θα παραμερίσουν οι μεθυσμένοι πολιορκητές για να συναντήσει επιτέλους τον γαμπρό, ούτε τριακόσια μέτρα δεν είχαν απομείνει, όλα θα τελείωναν τότε, μετά θα έμπαιναν στο αυτοκίνητο, εκείνη φορώντας μαντίλα, φορτωμένη δώρα και θα ταξίδευαν ώρες, διασχίζοντας χώρες, διανυκτερεύοντας σε μοτέλ, θα έφταναν στην Ολλανδία, σε μια συνοικία κοντά σε εργοστάσια, θα έμεναν σε ένα σπίτι σαν των άλλων εργατών, δικοί τους είναι οι περισσότεροι, οι δικοί τους μουσουλμάνοι, Έλληνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Όχι, δεν πρέπει η νύφη να τον ακολουθήσει: ας ανοίξει την πόρτα, να δώσει μια σπρωξιά στους περιτμημένους μεθύστακες, να πεταχτεί στο δρόμο ανασηκώνοντας το νυφικό, αφήνοντας πίσω της φωνές, ουρλιαχτά κι αφηνιασμένα σκυλιά, να τρέξει παραπατώντας με τις ψηλές γόβες πάνω σε λακούβες και σβουνιές, λαχανιασμένη, μέχρι να δει τη λαμπερή επιγραφή «BAR...». Ναι, το θυμήθηκα! «BAR BAIKAL».

Σπρώχνει την πόρτα με δύναμη, είναι νωρίς ακόμη, δεν έχει κόσμο αλλά στο βάθος την περιμένει αινιγματική και χαρμόσυνη η Ρωσίδα, η περίφημη Βέρα, έλα εδώ κορίτσι μου, θα σε βρει αν θέλει ο γαμπρός, όλοι από εδώ περνάνε κι αν δεν έρθει εμείς έχουμε να πάμε κι αλλού, μεθαύριο ξεστήνουμε, τελειώνει το φράγμα και της βάζει μία παγωμένη βότκα φτιαγμένη από τα νερά της πιο βαθιάς λίμνης του πλανήτη, της λίμνης Βαϊκάλης.

 

Θεόδωρος Γρηγοριάδης Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι συγγραφέας. Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Βιβλίο )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet