Στον Δημήτρη Πιατά

 

Από μικρός ξεχώριζε. Για το οργανωτικό του μυαλό, την άμετρη φιλοδοξία του, το παραγωγικό του γινάτι. Πρώτος καβγατζής ανάμεσα στα οξύθυμα Τουρκόπουλα του μαχαλά, έβγαινε νικητής, ήταν καθαρόαιμος αρχηγικός τύπος. Στο σπίτι δεν ήταν εντεψίζης, ανάγωγος. Έτρωγε με όρεξη το ατζέμ πιλάφι και τα αρναούτ-τζιγέρια που μαγείρευε η μάνα του η Γεωργιανή κι άκουγε τον κύρη του με σκυφτό κεφάλι. Φιλομαθής ζηλευτός, καλός στα γράμματα μεν, αγύριστο κεφάλι δε!

Ονειρευόταν να γίνει μεγάλος σταρ των γηπέδων, σαν τον περίφημο Ρωμιό, τον Λευτέρη Κιουτσούκ Αντωνιάδη, ή ν’ ανέβει ακόμη πιο ψηλά, να βρει την δόξα ενός Εουσέμπιο, ενός Πελέ.

-Είμαι φουτμπολτζής, στην επίθεση, ατσάλινο ποδάρι.

-Κάλλιο στο χωριό μας, την Ποταμιά, να κυνηγούσες ορτύκια.

-Εγώ είμαι ταμ ερκέκ, γνήσιο αρσενικό, και στην εποχή μας οι πραγματικοί άντρες παίζουν μπάλα. Μ’ όλο τον σεβασμό, απαντούσε στον μπαρουτοκαπνισμένο Λαζό παππού του.

-Ο σκοπός είναι να γίνεις πασάς, λεοντάρι μου, κι ακόμα πιο πάνω, να γίνεις ο νέος πατέρας της Μεγάλης Τουρκίας, γιαβρούμ, σαν τον Μουσταφά Κεμάλ τον Σαλονικιό, και να τον ξεπεράσεις, κουζούμ! Ίνσαλλάχ, μακάρι, να φτάσεις ως την Κόκκινη Μηλιά!

Του φίλησε την δεξιά κι έτρεξε στο τέμενος του Κασίμ πασά, να ταΐσει τα πεινασμένα περιστέρια, να κάνει το απτέστ, πλύσιμο προσώπου, χεριών και ποδιών, και να δεηθεί στον Αλλάχ κατά το μεσημβρινό ναμάζι. Ήταν μέρες του ραμαζανιού κι εκείνος σαν πιστό μουσουλμανόπαιδο κρατούσε πιστά το ορούτς, την νηστεία. Απ’ την αυγή ως το δείλι ούτε μπούκα ψωμί, ούτε σταγόνα νερό, μα με το γέρμα, στο δείπνο ιφτάρ, μάσα και των γονέων, και άφθονο πιοτί, επιτρεπτό και το φίκι-φίκι άμα λάχει.

Και, λίγο ο μπακάλης που έκλεβε την μάνα του στο ζύγι, λίγο τα κεσάτια στα νταλαβέρια του πατέρα του, λίγο οι αδικίες του φοροεισπράκτορα και του μπασκίνα στους γειτόνους του, είπε, τον κομμουνισμό δεν τον χωνεύω, γι’ αυτό γράφτηκα και στο σωματείο που τους κυνηγάει τους αριστερούς - αλλά, μα το Γιαραμπή θα φέρω εγώ στην τουρκολογιά το δίκιο. Και, κομμάτι ο αέρας του γηπέδου και της αλάνας, κομμάτι η καπατσοσύνη που διδάχτηκε απ’ τα παζάρια και τα τσαρσιά, κομμάτι η αγριεμένη του ψυχή, έχτισε μια γερή πανοπλία.

Το απογεματάκι ανέβηκε με την τσακαλοπαρέα στο κοσμοπολίτικο Μπέγιογλου, το ιστορικό Πέραν. Είχαν ραντεβού για το σινέ «Ντουνιά», να απολαύσουν το ηρωικό φιλμ «Ιστανμπούλ φετχί», «Η εκπόρθηση της Κωνσταντινούπολης» κι ένα ηθικοπλαστικό με τις πομπές μιας μοιχαλίδας, «Βουρούν καχπεγιέ», «Χτυπάτε την πόρνη». Εκεί στην Μεγάλη Οδό του Πέραν είδε να παρελαύνει όλο το κράμα της μεγαλούπολης. Σε πέντε χιλιόμετρα ξεχυνόταν η ανθρώπινη πραμάτεια. Τα μπριγιάντια και οι κατιφέδες δίπλα στους τενεκέδες και τα κουρέλια. Κι είδε για πρώτη του φορά κυρίες με ξώπλατα και στα παρασόκακα κοπέλες ντυμένες πρόστυχα και κουνιστούς με γυναικεία σουσούμια. Ορκίστηκε πως θα έκανε το παν να ξεπαστρέψει μια μέρα όλα αυτά τα ανήθικα καμώματα, να επιβάλει στα θηλυκά να είναι σκεπασμένα απ’ την κορφή ως τα νύχια κι απέναντι απ’ την φανταχτερή μητρόπολη της Αγιατριάδας, στην καρδιά της πλατείας Ταξίμ, να χτίσει ένα επιβλητικό τζαμί για να την επισκιάσει, όπως επιχείρησε να κάνει ο μακρινός του πρόγονος Σουλτάν Αχμέτ με το Μπλέ τζαμί καρσί στην Αγιά Σοφιά. Γιατί έτσι ήταν το έθος στον τόπο του, αναντάν μπαμπαντάν, όποιος αγαπάει το μισοφέγγαρο και τον μιναρέ να μισεί τον σταυρό και την καμπάνα.

Κι ο νεαρός Ταγίπ δεν κοιμόταν πια τις νύχτες. Δεν τον τραβούσαν οι πειρασμοί, τσιμπούσια με ρακί και κεμπάπια ή φλερτάκια με ζουμπουρλούδες Τουρκαλίτσες. Σαν τον Πορθητή της Βασιλεύουσας, τον Μεχμέτ Φατίχ στο φίλμ με την Άλωση της Πόλης που τον είχε στοιχειώσει, έπεφτε για ύπνο στην χαμοκέλα όπου ζούσαν και ύπνο δεν έβλεπε. Ίδρωνε και ξεΐδρωνε και ξέσκιζε τα σεντόνια. Είχε τον «ύπνο της Αδριανουπόλεως» που είχε και ο Πορθητής στα εικοσιένα του, που τον έζωναν οράματα πώς θα κάνει δική του πρώτη πολιτεία του κόσμου.

Και την «πήρε» κάποτε την Ιστανμπούλ ο Ταγίπ. Γνώριζε καλά τι θέλει ο λαός, παραμύθα και μικροπεσκέσια, κι έγινε δήμαρχος, σε κάποια έργα του αξιότερος από άλλους. Αγαπήθηκε απ’ τους Ανατολίτες μέτοικους των συνοικισμών ακολουθώντας την αποτελεσματική συνταγή των Ρωμαίων Καισάρων «panem et circences», τάζοντας «άρτον και θεάματα». Παράλληλα απαγόρεψε τα «τραπεζάκια έξω», έβαλε την μαντίλα στα Πανεπιστήμια, φορολόγησε βαριά το αλκοόλ. Και βάλθηκε από τότε να τον «ξεπεράσει» τον Ατατούρκ, αλλά πώς! Όταν τα κατάφερε κι έγινε αργότερα πρωθυπουργός, και κατόπι αρχηγός του κράτους, επιχειρώντας να καταργήσει ακόμη και με το στανιό όσους νόμους και φετβάδες μπορούσε που στήριζαν το κοσμικό πρόσωπο της χώρας. Να την κάνει πιο Ανατολίτισσα και πιο μουσουλμάνα. Να μοιάζει της χανούμισσάς του που την έντυσε στο μετάξι και την φόρτωσε μαλάματα, ας είναι και με καρακίτς συνολάκια, μπος βερ, αρκαντασίμ, δεν βαριέσαι, φίλε μου, τα μεγαλεία τού παίρνουν τα μυαλά του ανθρώπου, αυτός θα ήταν η εξαίρεση; Ε, το ’ριξε και λίγο στην μπίζνα, και καμπόσο στην λαμογιά, όπως συνηθίζεται με όλους τους πολιτικούς σε τούτη την ασούρμπαλη χώρα, μα και πάνω κάτω σε όλο τον πλανήτη.

Όμως «ζόρλα γκιουζελίκ ολμάζ», «ομορφιά με το ζόρι δεν γίνεται» λέει η παλιά παροιμία. Τά ’βαλε λίγο πολύ με όλους, πολιτικούς, στρατιωτικούς, ευρωπαϊστές, σοσιαλιστές, αναρχικούς, πήρε και στο κυνήγι τους Κούρδους. Έκανε ντου και σε κοντινές ξένες χώρες με τ’ ασκέρι του. Απόκτησε μέσα κι έξω αντιπάλους κι εχθρούς. Έγινε πια σατράπης απαράμιλλος, «εξουσιαστής περίβλεπτος με συνοδεία», που λέει ο Καβάφης, ο νέος Παντισάχ της, έτσι κι αλλιώς, προβληματικής τουρκικής Δημοκρατίας. Θά ’θελε ίσως να μοιάσει του μέγιστου των σουλτάνων Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς αλλά από χαρακτήρα έφερνε πιο κοντά στον Σελίμ τον Σκληρό, είχε και κάτι απ’ τον Ντελί, τον Ιμπραήμ τον Τρελό. Και, ασφαλώς, πολύ κι απ’ τον Φραντσέζο βασιλιά Ήλιο που πρέσβευε το δόγμα «το κράτος είμαι εγώ».

Κάθε νύχτα ονειρευότανε λοιπόν: «Καλά είναι τα μυρωδάτα μήλα της Αμάσειας που κατέχουμε, ακόμη πιο καλά να κουμαντάραμε τα νερά του Αιγαίου σαν τον εξωμότη Μπαρμπαρόσα, και πιο πέρα, να γινόμασταν οι καραβοκύρηδες σ’ όλη την Μεσόγειο, άμποτε να φτάσουμε ως την Κόκκινη Μηλιά, παππούλη μου, μα απ’ όλα πιο καλά θά ’ταν να τελειώναμε το σχέδιο του Σουλεϊμάν του Νομοθέτη μας που έφτασε ως της Βιέννης την καστροσειρά κι από κει να δρέψουμε και τα Μήλα των Εσπερίδων».

Θωμάς Κοροβίνης Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Βιβλίο )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet