Βάζω στόχο το λαχανόκηπο και πηγαίνω. Είναι ένα παιδί εκεί, καμιά τριανταριά χρονών, μεγάλος μερακλής, που τα έχει όλα ωραία και νοικοκυρεμένα. Κάνει κι άλλες δουλειές στο ίδρυμα, δεν ξέρω τι ακριβώς, νομίζω κάτι σε σχέση με τις προμήθειες, τον λαχανόκηπο πάντως τον έχει σένιο. Έχει και μια ησυχία στο βλέμμα, που μου προκαλεί σχεδόν πόνο. Τόσο αμέριμνος, τόσο ήπιος, τόσο αδαής. Όχι δεν το παίζω η πείρα της ζωής και τέτοια, αλλά κάτι ξέρω κι εγώ. Ενενήντα είναι αυτά. Και πέρασαν έτσι, πραφ, μέσα σε μια στιγμή και τίποτε άλλο δεν άφησαν παρά μόνο αυτό το σακάτικο κορμί που παλεύει για την κάθε μέρα. Κάθε μέρα μια μικρή παράταση από την από δώ μεριά, την ωραία λαμπερή ηλιόλουστη από δω μεριά, γιατί η άλλη… Άστην την άλλη. Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα. Γλυκιά πανάθεμα, και δεν χορταίνεται. Ή αυτή δεν χορταίνεται ή εγώ είμαι άπληστος ή και τα δύο μαζί. Το αποτέλεσμα ένα και το αυτό. Τα ενενήντα χρόνια μου δεν την χόρτασαν ακόμα.

Ο Θωμάς με το που με βλέπει τ’ αφήνει όλα κάτω και με περιμένει. Κάνω ώρα να φτάσω, δεν με πάνε τα πόδια μου, σταματώ κάθε δυο βήματα, παίρνω ανάσα, συνεχίζω πάλι. Όταν φτάνω είμαι κατάκοπος αλλά δεν το δείχνω. Ούτε ο Θωμάς μοιάζει να το καταλαβαίνει. Στην αρχή με τσάκιζε με κείνο το «Καλώς τον κύριο Τάκη». Σαν να έβαζε έναν ψηλό τοίχο ανάμεσά μας αποκαλώντας με «κύριο», λες και είναι η προσφώνηση που σε κάνει κι όχι κάτι άλλο, βαθύτερο, αόρατο και δίχως όνομα. Δυσκολεύτηκε να το κόψει, χρειάστηκαν επίμονες προσπάθειες. Στο τέλος όμως τα κατάφερα. Έγινα σκέτο Τάκης κι εκείνος παρέμεινε Θωμάς. Η πολύτιμη πρωινή παρέα μου για το πρώτο, το μοναδικό, τσιγάρο της ημέρας, την απαράβατη συνήθειά μας, που έπαψε να είναι συνήθεια κι έγινε θεσμός. Όταν άναβα το τσιγαράκι τα ξεχνούσα όλα. Και τα ενενήντα μου χρόνια, και το ίδρυμα στο οποίο ζω τα τελευταία οκτώ, και την αίσθηση πως ο βίος μου δεν ανταμώνει πουθενά με την μεγάλη εικόνα της ζωής και όλα. Πώς να το πω; Έχω καμιά φορά την εντύπωση πως η ζωή που κυλάει εκεί έξω, κινείται παράλληλα με τη ζωή εντός των τειχών, γι’ αυτό και δεν ανταμώνουν. Φέρνω στο μυαλό μου μια μάντρα με παροπλισμένα αυτοκίνητα. Κι απ’ έξω ο μεγάλος δρόμος με τις λουσάτες κουρσάρες που μαρσάρουν και τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και ανταγωνίζονται μεταξύ τους και δεν σταματούν ποτέ. Εμείς είμαστε τα παροπλισμένα αυτοκίνητα. Μια μάντρα με σκουριασμένα παλιοσίδερα που τρίζουν στις κλειδώσεις, που σε λίγο θα τα πολτοποιήσουν και θα τα εξαφανίσουν και τίποτα δεν θα μαρτυράει το πέρασμά τους από τη ζωή και σε κανέναν δεν θα λείψουν. Ίσα ίσα θα αφήσουν το πεδίο ελεύθερο. Καθαρό από φθαρμένα σώματα και δύσοσμες ανάσες. Τα σώματα που θα παραμείνουν θα είναι δίχως μνήμη, δίχως παρελθόν. Παρόντα σε ένα μέλλον καμωμένο από βαμβάκι: λευκό, μαλακό, άσπιλο.

Αυτό ακριβώς λέω. Το τσιγάρο και το ήσυχο βλέμμα του Θωμά με κάνει να τα ξεχνώ όλα αυτά. Κι ας είναι σήμερα η ησυχία στο βλέμμα του απούσα, κι ας διακρίνω μια σπίθα απελπισίας μέσα στα μάτια του, ακόμα και ντροπής. Τι λόγους έχει να ντρέπεται ένα τόσο καλό παιδί; Ακόμη και η καλημέρα είχε άλλη χροιά. Σαν να έβγαιναν οι ήχοι ανεξέλεγκτοι από τα χείλη του, σαν να μην όριζε τη φωνή του.

«Όλα καλά, Θωμά;» του λέω κι εκείνος δεν απαντά.

Και είναι αυτή η συστολή του που μου δίνει την απάντηση. Είναι που δεν μπορεί να πει την καλημέρα όπως την έλεγε παλιά.

Ξέρω, μην σκας, δεν έγινε τίποτα. Πολτοποιήθηκαν ακόμη λίγα σκουριασμένα παλιοσίδερα. Τα αυτοκίνητα όταν παύουν να είναι αυτοκίνητα μόνο τόπο πιάνουν. Τι σημασία έχει αν πήγαν από έναν ιό; Στον πόλεμο μην θαρρείς πως ο εχθρός είναι πάντα ορατός. Καμιά φορά κρύβεται στα πιο παράξενα σημεία και σε αιφνιδιάζει και σε πιάνει στον ύπνο και πας αδιάβαστος. Χα, έτσι αδιάβαστοι θα πάνε τώρα κι αυτοί, τώρα που ο χρόνος τούς διασχίζει καθέτως από το κεφάλι μέχρι τη γη. Αναπαυμένοι μέσα στα καρφωμένα τους φέρετρα. Παρέα όλοι μαζί. Καμιά εικοσαριά σαπισμένα κορμιά, συγγνώμη, σαπισμένα παλιοσίδερα ήθελα να πω. Ανώνυμα, σιγά μην έχουν και ονοματεπώνυμο τα παλιοσίδερα, μόνο ηλικία έχουν. Τα κουβαλάνε τα χρονάκια τους, ας μην γελιόμαστε, μια ολόκληρη ιστορία ο καθένας μόνος του.

Δεν φταις εσύ Θωμά. Αυτό θέλω να του πω.

Κανείς δεν φταίει.

Ήταν μια ευκαιρία να ξεβρομίσει ο τόπος.

Εσύ Θωμά είσαι ο πιο συμπονετικός από όλους. Δες με τι φροντίδα φέρεσαι στο λαχανόκηπο.

Και να σου πω και κάτι; Κανείς δεν θα κλάψει.

Ούτε κι εγώ.

Μόνο να, υπάρχει κάτι που με ενοχλεί.

Το ξέρεις πως είναι λίγα αυτά που έμειναν για να με ευχαριστούν.

Και το τσιγάρο σήμερα δεν έχει τη γεύση που θα έπρεπε.

Ευγενία Μπογιάνου Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet