Δεν ξέρω αν φταίει η δασκάλα μας η κυρία Μαρίκα, γυναίκα όμορφη με μαντήλι μεταξωτό πάντα στο λαιμό∙ ήταν εκείνη την χρονιά που μας είχε διαβάσει «Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη», κι ο γέροντας Σκιαθίτης μας άρπαξε από τα αυτιά; Να φταίνε μήπως οι νυκτερινές ακροάσεις – κρυφές πάντα, ένα ολόκληρο ταξίδι μέσα στο σπίτι, αφού πρώτα έπρεπε να ξεμπερδέψει ο πατέρας με τις ειδήσεις του, κάτι πολιτείες μακρινές με παράξενες φωνές, πότε Μόσχα, πότε Βουκουρέστι, άντε να βρεις άκρη. Παραφύλαγα, και στο πρώτο του ροχαλητό από το πάνω δωμάτιο πασπατεύοντας καρέκλες και τραπέζι στρογγυλό, έφτανα στο τραπεζάκι και γυρνούσα το κουμπί. Το μάτι του ραδιοφώνου άναβε στο τεντωμένο ύφασμα, μίκραινε ή πλάταινε πράσινο φωτάκι πάντα, και φωνές ξεχύνονταν. Άλλοτε το Θέατρο της Δευτέρας, τον Δεκέμβρη ιστορίες χριστουγεννιάτικες, εκεί να άκουσα πρώτη φορά τον Παπαδιαμάντη; Μπορεί πάλι να ήταν τότε που, καθώς τα μυαλά μου είχαν πάρει αέρα και έφευγα από την μπροστινή πόρτα του σχολείου, γνώρισα το κατάστημα με το όνομα Βιβλιοπωλείον. Και, σαν η μνήμη δεν λέει να επιλέξει και πετά το τόπι στην αφήγηση, να εξηγηθώ∙ το πρέπον αυτό θα είναι. Ή, μάλλον να αφηγηθώ αυτό που τα δάχτυλα τρέχουν, φεύγουν πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή, υπαγορεύοντας εικόνες – μπορεί και ανάποδα.

Το σχολείο, στην πολιτεία που ακούει στο όνομα Χανιά, πάνω στα Βενετσιάνικα Τείχη. Η κεντρική πόρτα δίπλα στο Ωδείον, μαθήματα μουσικής και μπαλέτου μα και σινεμά, με τον τρίποδα έξω από τον κήπο του, γεμάτο σκηνές από ταινίες. Ύστερα η κλινική του Μελισσά, μόνο μέλι δεν έκανε, η μαμά κάτι σκουληκένιο από την κοιλιά της έβγαλε εκεί. Έκανα το γύρο ως το περίπτερο της γωνίας, χάζευα αν ο πατέρας ήταν τις βροχερές μέρες στο καφενείο, και άφηνα πίσω μου τον φούρνο του Μανώλη πλησιάζοντας πια το σπίτι. Και αφού κανείς δεν με τσάκωσε στις περιηγήσεις μου, φρόντιζα τον ρυθμό των ποδιών μου, τσουπ, πέρασα εύκολα και στο απέναντι πεζοδρόμιο. Τα χρώματα του κυρίου Μαλινάκη πρώτα, γαλάζια μάτια ετούτος και μπαμπάς της φιλενάδας μου, κάπου πιο πέρα να σου και τα Βιβλία - Χαρτικά Παυλαντωνέα. Στόλιζε τη βιτρίνα με μπάλες και γιρλάντες χρυσές και ασημένιες, αστέρια με φωτάκια ν’ αναβοσβήνουν και η φάτνη, βεβαίως, με τους Μάγους – κι ας μου άρεσαν εμένα περισσότερο τα ζώα που ζέσταιναν το θείο βρέφος. Τέλος πάντων, και ο κυρ Παπαδιαμάντης σε περίοπτη θέση. Έτσι άρχισε το φλερτ με τις Χριστουγεννιάτικες ιστορίες του. Μαζί με την επιθυμία και η καθημερινή πολιορκία της μάνας, καθώς εκείνη κρατούσε το πορτοφόλι του σπιτιού, εκείνη αποφάσιζε, εκείνη κλείδωνε ξεκλείδωνε τα λεφτά στον μπουφέ, μέσα σε φλιτζάνι της προίκας της, έπρεπε να σκαρφαλώσω σε καρέκλα, και να πατήσω το λευκό μάρμαρο του επίπλου, και άλλα παρόμοια που είχα κάνει για το γλυκό του κουταλιού και άλλες τρέλες, θέλοντας να επιβεβαιώσω στον εαυτό μου πρωτίστως αυτό που πολύ μου άρεσε: αγοροκόριτσο είσαι. Κυκλοφόρησε στην τάξη όταν το παπούτσι μου προσγειώθηκε υπερήφανο, στο γόνατο του Στρογγυλού. Συμμαθητής το καημένο, Νίκη Βόλου με ανέβαζε, Νίκη Βόλου με κατέβαζε, μάλλον θα είχε χάσει η ποδοσφαιρική ομάδα για να είμαι τόσο θυμωμένη.

Τέλος πάντων, έμπαινα στο σπίτι και πριν ακόμη στρωθώ στο φαγητό άρχιζα να κανοναρχώ το ανυποχώρητο της επιθυμίας μου, μαζί και όσα ακολουθούσαν.

«Θέλω τον Παπαδιαμάντη», «Εσύ, παπά με διαμάντι κιόλας, από πότε;», «Ναι, παπάς διαμαντένιος, έτσι τον λένε αυτόν που αγαπώ», «Εσύ, που μου ψήνεις το ψάρι στα χείλη στην εκκλησία και δεν σε κάνω καλά, όλο κουνιέσαι, όλο γυροφέρνεις το κεφάλι σαν την κουτσομπόλα της γειτονιάς, και δεν προσέχεις τον παπά Ιάσωνα, θέλεις παπά;», «Δεν είναι παπάς, είναι ο γέροντας με τις ωραίες ιστορίες, στο βιβλιοπωλείο με περιμένει στη βιτρίνα κάθε μέρα», «Στο βιβλιοπωλείο; Φτάνει η μουτσούνα σου μέχρι την Παυλαντωνέα, σε τσάκωσα, αύριο θα έρθω στη δασκάλα σου, δεν θα φεύγεις στο σκόλασμα χωρίς εμάς», «Όχι, μην το κάνεις αυτό, αν μ’ αγαπάς, βιβλίο είναι, βιβλίο με τα Χριστούγεννα του τεμπέλη, σου λέω», «Δηλαδή τεμπέλα, θέλεις να γίνεις τεμπέλα;», «Όχι, μόνο δεκάρια φέρνω, το ξέρεις, ένα βιβλίο είναι μόνο, καθόλου ακριβό», «Μπα! Ξέρουμε και την τιμή;», «Μα ναι, μόνο δραχμαί είκοσι», «Τόσα λεφτά, πού νομίζεις να τα βρίσκουμε;», «Θα πάω στα κάλαντρα και θα τα βγάλω μόνη μου», «Στο πτώμα μου, αγορίστικες δουλειές είναι τα κάλαντρα, δεν φτάνει που σε φωνάζουν αγοροκόριτσο;», «Καλά, να ζυμώσουμε μαζί τους κουραμπιέδες. Και τα φοινίκια, στο σιρόπιασμα εσένα σου σπάνε, να δεις πως θα τα καταφέρω, δεν θα θυμώσει κι ο πατέρας, η μάνα του στη Σμύρνη ποτέ δεν τα έσπαγε, εσύ θρύψαλα τα κάνεις, χα χα», «Θα σε πιάσω και θα δεις εσύ», «Πιάσε με αν μπορείς, σιγά που θα με φτάσεις, οι φιλενάδες σου θα γελάνε μόνο σαν σε δουν να με κυνηγάς».

Έτσι έγινα νοικοκυροπούλα. Ανακατέψαμε τα υλικά, μην τα λέμε τώρα, από συνταγές κάτι γνωρίζετε, ζυμώσαμε και πλάσαμε, γεμίσαμε τις λαμαρίνες για τον φούρνο. Εδώ δεν με εμπιστεύτηκε άλλο. Διέταξε την μεγάλη μου αδερφή. Από δίπλα και εγώ. Στον φούρνο του Μανώλη. Παπαδιαμάντη δεν μου πήρε. Μια ραπτομηχανή - παιχνίδι που γάζωνε κιόλας, ήταν μέσα στο κουτί που έφθασε από το μαγαζί του θείου Μανώλη.

Γυρνάω στην πόλη, κατηφορίζω προς το παλιό λιμάνι, αφού πρώτα περάσω από το έβδομο Δημοτικό Σχολείο. Κοντοστέκομαι στο Ωδείον. Αναζητώ τον φοίνικα και τις φιγούρες των ηθοποιών. Γιατί στο παλιό κτίριο, εκτός από μαθήματα πιάνου και χορού, είχε σινεμά. Ένας τρίποδας στην είσοδο διαφήμιζε τις ταινίες, εκεί να δείτε χάζι και όνειρα. Στρίβω στην οδό Δασκαλογιάννη και να σου η μυρωδιά. Από εκεί ψηλά μυρίζουν οι κουραμπιέδες, και τα φοινίκια και το χριστόψωμο. Πρέπει να στρίψω προς τους Αγίους Αναργύρους, με κλειστά μάτια, η μυρωδιά είναι αρκετή, να χαθώ στα πρώτα σοκάκια προς το φούρνο, αριστερά το μπακάλικο του Πολέντα, δεξιά το σπίτι του μπακάλη, ο φούρνος παράταιρος με το παράθυρο ανοικτό διάπλατα να αφήνουμε το ψητό της Κυριακής. Χρόνια αργότερα ήρθαν οι αρχαιολόγοι έτριψαν, καθάρισαν, ναΐσκος βενετσιάνικος ήτανε ο φούρνος μας. Με την Αικατερίνη και τον ερημίτη Ιωάννη συντροφιά στο φωτεινό σκοτάδι τους. Τέλος πάντων, όταν πάψει η καραντίνα θα πάρω κουραμπιέδες, τον Παπαδιαμάντη και θα πάω να τους πω τα κάλαντρα. Ναι, έτσι όπως το λέγαμε τότε, «κάλαντρα» με το υγρό ρο προς το τέλος της λέξης να δακρύζει – άλλοτε χαρά, άλλοτε και λύπη.

 

Νίκη Τρουλλινού Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet