Λεπτομέρεια (;) θα πει κανείς. Και όμως… Η τοποθέτηση υφυπουργού «δημογραφικής πολιτικής και οικογένειας», κατά τον πρόσφατο κυβερνητικό ανασχηματισμό, μόνο αμελητέα δεν είναι. Η σύνδεση της γυναικείας υπόστασης αποκλειστικά και μόνο με τις ιδιότητες της μητέρας, της συζύγου και της νοικοκυράς –και η απαξίωση, κατά συνέπεια, των διαχρονικών κατακτήσεων γυναικείων και φεμινιστικών κινημάτων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την υπόθεση ισότητας των φύλων– δεν έγινε εκ παραδρομής. Είναι άλλη μία ψηφίδα στο παζλ της κυβέρνησης Μητσοτάκη που αποδεικνύει πως τίποτα δεν γίνεται τυχαία και πως η κάθε κίνηση εντάσσεται σε ένα καλά μελετημένο σχέδιο υλοποίησης μιας πολιτικής με σαφή ιδεολογικοπολιτικά χαρακτηριστικά.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Είναι αλήθεια πως στο ξέσπασμα της πανδημίας, η κυβέρνηση αιφνιδιάστηκε. Κάτι εν πολλοίς αναμενόμενο, αφού τα χαρακτηριστικά της πρωτοφανούς αυτής υγειονομικής κρίσης ήταν παντελώς άγνωστα. Χρειαζόταν χρόνο να ετοιμαστεί. Και της δόθηκε. Η πρωτόγνωρη, για την ελληνική πολιτική σκηνή, συναίνεση της αντιπολίτευσης στα μέτρα που εξαγγέλθηκαν και η, σε βαθμό ηρωισμού, επίδειξη ευθύνης από τους πολίτες, δημιούργησαν το ιδανικό πλαίσιο που θα της επέτρεπαν -αν φυσικά το είχε ως προτεραιότητα- να προχωρήσει σε όλες τις απαραίτητες κινήσεις, προκειμένου να θωρακίσει, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τη χώρα απέναντι στον θανατηφόρο ιό: να ενισχύσει το δημόσιο σύστημα υγείας με μόνιμες προσλήψεις ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού και δημιουργία ΜΕΘ, να φροντίσει για την αύξηση του στόλου και των δρομολογίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς, να μεριμνήσει για μικρότερο αριθμό μαθητών σε κάθε τάξη, να υποχρεώσει στη λήψη όλων των μέτρων προστασίας για τους εργαζόμενους σε εργοστάσια και βιοτεχνίες, να εκπονήσει ένα πρόγραμμα ικανοποιητικής στήριξης της αγοράς, ενίσχυσης των οικονομικά ασθενέστερων και φροντίδας για τους πιο ευάλωτους.

Και ήρθε το δεύτερο κύμα της πανδημίας να αποκαλύψει τη «γύμνια του βασιλιά». Γιατί μπορεί το πρώτο κύμα να αντιμετωπίστηκε καλά, κυρίως χάρη στην ευθύνη και την ωριμότητα της ελληνικής κοινωνίας -όσο κι αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να καρπωθεί, αυτός προσωπικά, τα όποια θετικά αποτελέσματα- ήρθε το δεύτερο κύμα για να καταστήσει σαφές ότι η εγκληματική ολιγωρία, το τραγικό χάσιμο χρόνου και η μηδενική προετοιμασία κατά τη διάρκεια της πρώτης καραντίνας, μόνο τυχαία δεν ήταν.

Η ΝΔ έχει σχέδιο. Και το υπηρετεί πιστά. Ακόμη και τα λάθη, οι αστοχίες, οι καθυστερήσεις και οι παραλείψεις εξυπηρετούν αυτό ακριβώς: το πολιτικό της πρόγραμμα και τους στρατηγικούς της στόχους, από τα οποία δεν παρεκκλίνει ούτε στο ελάχιστο. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και τώρα, μέσα σε συνθήκες πανδημίας -και έχοντας εφαρμόσει το δόγμα του σοκ σε μια σειρά από τομείς- εξακολουθεί να οραματίζεται και να σχεδιάζει το λιγότερο, πολύ λιγότερο, σχεδόν ανύπαρκτο κράτος. Την ίδια ώρα που με τη συνεχή επίκληση της ατομικής ευθύνης και τη συνεχή απεύθυνση στο θυμικό των ψηφοφόρων της, αφενός αποπολιτικοποιεί το διάλογο και αφετέρου μεταδίδει, σε απευθείας σύνδεση, το σύνθημα "όλοι μόνοι τους στην κρίση".

Όπως απέδειξε και ο πρόσφατος ανασχηματισμός, στο μυαλό του Κυριάκου Μητσοτάκη υπάρχει ένα συγκεκριμένο μοντέλο κόμματος: νεοφιλελεύθερο στην οικονομία, ακροδεξιό στα κάθε είδους δικαιώματα.

Η τοποθέτηση του Κ. Χατζηδάκη στο υπουργείο Εργασίας και του Μ. Βορίδη στο υπουργείο Εσωτερικών, η παραμονή στη θέση τους υπουργών που αντικειμενικά υπήρχε κάθε λόγος να μετακινηθούν ή η είσοδος στην κυβέρνηση προσώπων με συγκεκριμένο πρόσημο, ενισχύει την εκτίμηση πως το κυβερνών κόμμα αξιοποιεί την πανδημία στο έπακρο, προκειμένου να προωθήσει τη βασική του ατζέντα: ακραία καταστολή, αυταρχισμός, ιδιωτικοποιήσεις, εργασιακός μεσαίωνας, εξυπηρέτηση «ημετέρων».

Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο άνθρωπος (Μ. Βορίδης) που δυόμισι χρόνια πριν έλεγε ανοιχτά πως «πρέπει να υπάρξει στρατηγική ήττα των ιδεών της Αριστεράς για να μην ξαναβρεθεί στην εξουσία με οποιαδήποτε μορφή της» και πως «ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρέπει να κάνει παρεμβάσεις στο κράτος και στους θεσμούς για να μην ξαναέρθει η Αριστερά στην εξουσία, γιατί οι ιδέες της είναι ελαττωματικές», βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο τιμόνι του υπουργείου Εσωτερικών και είναι αυτός που θα προετοιμάσει τον κρατικό μηχανισμό για τις επόμενες εκλογές, όποτε και αν αυτές γίνουν.

Όπως δεν πρέπει να ξεχνάμε τις προαναγγελθείσες διώξεις εις βάρος εν ενεργεία δικαστικών που ερευνούσαν υποθέσεις διαφθοράς.

Ή την καθολική, μονολιθική επικράτηση του κυβερνητικού αφηγήματος στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, με τη λασπολογία, τα fake news και την εξαφάνιση της αντιπολίτευσης να δίνουν το στίγμα.

Ή την ιδιοκτησιακή αντίληψη για το κράτος και τη μετατροπή του σε όχημα εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων, με αποκλειστικά κριτήρια την κομματική ή/και πελατειακή ταύτιση και την εδραίωση της πολιτικής παντοδυναμίας του κυβερνώντος κόμματος.

Και φυσικά, τη συνεχή διολίσθηση προς τον αυταρχισμό με απώτερο στόχο την εγκαθίδρυση ενός αισθήματος φόβου που θα λειτουργήσει, εκτιμούν οι κυβερνώντες, αποτρεπτικά ελαχιστοποιώντας τις πιθανότητες δημιουργίας κινημάτων διεκδίκησης και αντίστασης εκ μέρους των πολιτών.

Απέναντι στο ξεκάθαρο αυτό σχέδιο της κυβέρνησης, η Αριστερά οφείλει να βρει βηματισμό. Η συνεχής υποτίμηση του αντιπάλου, η μονοδιάστατη επένδυση στο αντιδεξιό σύνδρομο και η καθυστέρηση στην αποσαφήνιση του σχεδίου της, δεν βοηθούν. Ο χρόνος και οι ανάγκες πιέζουν, η κοινωνία υποφέρει, αγωνιά και αναζητά διέξοδο. Μια διέξοδο που είναι χρέος της Αριστεράς να την προσφέρει.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet