Νίκος Σαραντάκος «Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων. Ανιχνεύοντας το 1821 μέσα από τις λέξεις του», Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2020

 

Τι εννοούσαν και τι καταλάβαιναν άραγε οι Έλληνες το 1821 όταν έλεγαν ή άκουγαν τη λέξη «βυζαντινός»; Η απάντηση δεν είναι μάλλον η αναμενόμενη: «ο τουρκικός, ο οθωμανικός· ιδίως ο στόλος», μας λέει ο Νίκος Σαραντάκος, για να συνεχίσει: «Όσο κι αν αυτό μας ξενίζει σήμερα, στα κείμενα των αγωνιστών του Εικοσιένα ο όρος “βυζαντινός” χρησιμοποιείται κατά κόρον για να χαρακτηρίσει τον τουρκικό στόλο. Όχι επειδή οι εξεγερμένοι έβλεπαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία τη συνέχιση της Βυζαντινής, αλλά επειδή ερχόταν από την Κωνσταντινούπολη, το αρχαίο Βυζάντιο». Κλείνει δε το λήμμα ως εξής: «Σημειώνω ότι οι ίδιοι οι Βυζαντινοί δεν ήξεραν τον όρο “βυζαντινός” και αυτοαποκαλούνταν Ρωμαίοι. Τον όρο έπλασε το 1557 ο Γερμανός ιστορικός Hieronymus Wolf στο έργο του Corpus Historiæ Byzantinæ».

Στο πιο πρόσφατο βιβλίο του, ο Σαραντάκος αποφάσισε να σκαλίσει τη «γλώσσα του Εικοσιένα», οργανώνοντας ένα «μικρό λεξικό, ένα λημματολόγιο του Εικοσιένα ώστε να ανιχνεύσουμε το Εικοσιένα μέσα από τις λέξεις του». Για να το κάνει αυτό, επιστρέφει στις πηγές: δημοτικά τραγούδια, απομνημονεύματα, αρχεία, εφημερίδες της εποχής κ.ά. Παρόλο που, όπως λέει και ο συγγραφέας, πολλά από τα κείμενα-πηγές είναι γραμμένα από «γραμματικούς» (καθώς πολλοί αγωνιστές γνώριζαν λίγα ή και καθόλου γράμματα) και «δεν αποτελούν δείγματα γνήσιου και πηγαίου λαϊκού λόγου», ωστόσο «οι λαϊκές λέξεις αποδεικνύονται επίμονες και αξιοθαύμαστα ανθεκτικές και καταφέρνουν να τρυπώνουν στα λόγια κείμενα, ακόμα και στα θεσμικά».

Από τα 300 λήμματα που υπάρχουν στο βιβλίο, περίπου το 30% μπορεί να βρεθεί στα σημερινά λεξικά, ενώ πολλές από αυτές τις λέξεις χρησιμοποιούνται και σήμερα, όμως «όχι πάντοτε με την ίδια σημασία»: πολλές φορές η σημασία τους αλλάζει, συχνά παίρνοντας ένα πιο αρνητικό πρόσημο, ενώ πολλές φορές αποκτούν και μια μεταφορική σημασία. Ο συγγραφέας, μέσα στις 150-200 λέξεις κάθε λήμματος, παρουσιάζει τις διαφορετικές σημασίες, την ιστορία της λέξης, την  ετυμολογία της, ενώ πολλές φορές υπάρχουν και αποσπάσματα από κείμενα της εποχής στα οποία η λέξη εμφανίζεται.

Διαβάζοντας και αυτό το βιβλίο του Σαραντάκου, ανακαλύπτει κανείς πολλές άγνωστες ή συγκαλυμμένες πτυχές της γλώσσας που μιλάμε. Καθώς οι περισσότερες από τις λέξεις που λημματογραφούνται έχουν τουρκική (ή περσική ή αραβική) ετυμολογία, ο συγγραφέας απαντάει εκ των προτέρων στους εθνικώς/γλωσσικώς ανησυχούντες, όπως άλλωστε έχει κάνει πολλές φορές και αλλού («Οι κεφτέδες είναι ελληνικοί;» αναρωτιόταν π.χ. στο προηγούμενο βιβλίο του, Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα, σχολιάζοντας τη «δημιουργική εθνωφελή “ετυμολογία”» και όλη τη γνωστή τάση για «ελληνοπρεπή ετυμολόγηση» όπου όλα, τελικά, είναι ελληνικά): «όσοι ανησυχούν ή ενοχλούνται για τη μεγάλη αναλογία τουρκικών δανείων», λέει ο συγγραφέας, «ας βεβαιωθούν ότι ο Καραϊσκάκης, ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης και οι άλλοι αγωνιστές μπορεί να χρησιμοποιούσαν τουρκικούς όρους στην ομιλία τους αλλά αυτό δεν τους εμπόδισε να ελευθερώσουν την Ελλάδα και –πολλοί από αυτούς– να πεθάνουν για την υπόθεση αυτή».

Το βιβλίο λοιπόν δεν απευθύνεται μόνο σε αυτούς που ασχολούνται ειδικά με τη γλώσσα. Το θέμα άλλωστε δεν είναι μόνο τι σήμαιναν τότε η «νίλα» ή η «πρέζα» ή το «τρατάρω». Αν ο «ζορμπάς» είχε αρνητικό ή θετικό πρόσημο. Ποια λέξη εκείνης της εποχής διασώζει ο Γκάτσος στους στίχους του και ποιες λέξεις έμειναν ζωντανές χάρη στις ιστορίες του Καραγκιόζη ή του Ναστραντίν Χότζα. Είναι κάτι παραπάνω, κάτι που με αφετηρία στοιχεία της γλώσσας οδηγεί σε γενικότερο αναστοχασμό, και αυτό το βιβλίο, που έτσι κι αλλιώς διαβάζεται πολύ ευχάριστα, το προσφέρει.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet