Συνέντευξη με τον κιθαρίστα Γιώργο Τοσικιάν, με αφορμή τη νέα του δουλειά, όπου μεταγράφει δέκα μουσικά θέματα του γάλλου συνθέτη Yann Tiersen

 

Από τα πρώτα φύλλα της Εποχής και της ενασχόλησής μου με την παρουσίαση των δίσκων με ενδιαφέρει πρωτίστως να παρακολουθώ την πορεία και την εξέλιξη κάποιων μουσικών που το ταλέντο τους ήταν δεδομένο και φανερό από τα πρώτα τους βήματα. Αρκετοί έρχονται και επανέρχονται δίνοντας μου ιδιαίτερη χαρά που συνοδοιπορώ στο όραμά τους. Ένας από αυτούς είναι και ο κιθαριστής Γιώργος Τοσικιάν. Από την παρουσίαση του πρώτου του δίσκου «Guitar Music by Greek Composers», πριν από περίπου δέκα χρόνια, παρακολουθώ ένα σπουδαίο κιθαριστή που επιδίδεται στην ερμηνεία έργων που συνεπάγονται υψηλών απαιτήσεων δεξιοτεχνία, ένα ερμηνευτή με μια τεράστια παλέτα συναισθημάτων και έναν άνθρωπο με κοινωνική ευαισθησία. Κάποτε αποχαιρετώντας το κοινό σε μια συναυλία είπε: «Ας είναι η μουσική ένα κομμάτι μιας σανίδας σωτηρίας για όλους μας, μαζί με την ελπίδα και με την αλληλεγγύη»… Ο Γιώργος Τοσικιάν είναι παιδί του Πειραιά, υπήρξε αριστούχος μαθητής του Ιάκωβου Καλονιάν με παράλληλη μαθητεία σε σεμινάρια επίσης καταξιωμένων κιθαριστών των Manuel Barrueco, Roland Dyens, Oscar Ghiglia, Ευάγγελου Ασημακόπουλου και Λίζας Ζώη. Αυτή τη φορά επανέρχεται κομίζοντας ένα σπουδαίο έπαθλο αναγνώρισης, ο δίσκος του «Tiersen - La palge» συγκαταλέγεται στον κατάλογο μιας από τις πλέον έγκυρες δισκογραφικές εταιρείες στον κόσμο, της Brilliant Classics. Στο νέο αυτό δίσκο του, ο Γιώργος Τοσικιάν υπογράφει τη μεταγραφή και την ερμηνεία δέκα μουσικών θεμάτων του γάλλου συνθέτη Yann Tiersen –πρόκειται για την πρώτη ολοκληρωμένη συλλογή έργων του Yann Tiersen διασκευασμένα για κιθάρα. Θαυμάσια αφορμή για να συνομιλήσουμε μαζί του.

 

 

Ενώ έχεις δείξει την αγάπη σου στα έργα ελλήνων συνθετών, από την πρώτη δισκογραφική σου κατάθεση με τίτλο «Guitar Music by Greek Composers», αλλά και την εξαιρετική αναμέτρησή σου με το παραδοσιακό ρεπερτόριο της κιθάρας στις συναυλίες σου, βλέπω πως στράφηκες σε ένα καινούργιο μουσικό είδος, όχι μόνο ως ερμηνευτής αλλά και ως μεταγραφέας. Πώς «δένει» ο Tiersen με όλα τα προηγούμενα.

Σε όλη μου την ζωή, τα ακούσματα μου προέρχονταν από διάφορα μουσικά είδη. Παράλληλα με τα ερεθίσματα που με τροφοδοτούσε το περιβάλλον του ωδείου, του δασκάλου μου (Ιάκωβου Κολανιάν) και των σεμιναρίων, παρακολουθούσα με ενδιαφέρον τα καλλιτεχνικά ρεύματα, τους συνθέτες και τα συγκροτήματα της πολύ πλούσιας μουσικά δεκαετίας του ’90. Τα mixtapes που έφτιαχνα ήταν ένα μωσαϊκό πολύχρωμο και πολυσυλλεκτικό. Ένας από τους δημιουργούς που ξεχώρισα ήταν ο Yann Tiersen. Παίρνοντας στοιχεία από τη γαλλική λαϊκή μουσική, το γαλλικό τραγούδι, τα valse-musette, και την μουσική του δρόμου, καθώς και από τη ροκ και την avant-garde, αλλά και με σαφείς κλασικές και μινιμαλιστικές επιρροές, το απατηλά απλό στιλ του Tiersen έχει μια ισχυρή βάση στη μουσική των Chopin, Satie, Philip Glass και Michael Nyman. Mε τη λυρική και βαθιά συναισθηματική μουσική του δικαίως θεωρείται από τους πιο εμπνευσμένους μουσικούς της γενιάς του.

Το 1995 κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο «La valse des monstres» και έκτοτε έχει κυκλοφορήσει άλλα 10 άλμπουμ. Ήταν όμως το 2001 που η μουσική του ακούστηκε παντού μέσα από την ταινία «Αμελί» του Jean-Pierre Jeune, ο οποίος είχε μόλις ανακαλύψει τη μουσική του και του ανέθεσε το soundtrack. Η μουσική του είναι απόλυτα οικεία στα αυτιά μου, οι μελωδίες του με συγκινούν. Ακούγονται αληθινές και ευαίσθητες, κι αυτό νομίζω ότι είναι για εμένα ό,τι πιο σημαντικό πλέον. Επίσης εκτιμώ το ότι μεταμορφώνεται συνθετικά, στιλιστικά και ενορχηστρωτικά σε όλη του τη διαδρομή, δείχνοντας πως είναι ένας άνθρωπος που ζει βαθιά μέσα στη μουσική.


Εχει ξεκινήσει λοιπόν αρκετά πριν το ενδιαφέρον σου για τον Yann Tiersen.
Ακριβώς, μάλιστα αρκετά χρόνια πριν, ένας φίλος πιανίστας μου πρότεινε να διασκευάσω το «Sur le fil». Μιας και πάντα ακούω τους φίλους μου, προχώρησα, και ακολούθησαν ακόμα δύο κομμάτια του Yann Tiersen. Όλα αυτά τα χρόνια, συχνά τα ενέτασσα στα ρεσιτάλ μου και με τριβέλιζε η ιδέα για μια πιο ολοκληρωμένη εργασία. Ασχολήθηκα λοιπόν κι έτσι σήμερα παρουσιάζω αυτό το άλμπουμ με δέκα συνθέσεις του Tiersen διασκευασμένες για την κιθάρα έχοντας την τύχη να κυκλοφορεί από την Brilliant Classics, μια ετικέτα με τεράστια εκτίμηση από χιλιάδες ακροατών που παρακολουθούν την κάθε νέα της κυκλοφορία.

 

Έρχεται λοιπόν η κλασική σου παιδεία να συναντήσει τον μινιμαλισμό και την ποπ μουσική.

Για το αν ο μινιμαλισμός είναι ή δεν είναι κομμάτι αυτού που ονομάζεται «κλασική» ή «λόγια» μουσική, δεν νομίζω ότι είμαι ο καταλληλότερος να μιλήσω. Κι αυτό γιατί βρίσκω μια τέτοια συζήτηση παρωχημένη, ανιαρή και εκτός ουσίας. Οπωσδήποτε ισορροπεί ανάμεσα στη σοβαρή και στην ποπ μουσική. Από την άλλη η αποδοχή του από τις πιο σημαντικές ετικέτες κλασικής μουσικής, από σπουδαίες ορχήστρες και αίθουσες συναυλιών αλλά και η εδώ και τόσα χρόνια αγάπη μεγάλου και ποικίλων αφετηριών ακροατηρίου κάτι σημαίνει.

 

Και ο ρόλος της κιθάρας;

Στην περίπτωση της κιθάρας τώρα. Για διάφορους ιστορικούς και μουσικολογικούς λόγους η εξέλιξη της κιθάρας είναι άρρηκτα δεμένη με τις μεταγραφές. Από τον Francisco Tárrega και τον Andrés Segovia ως τον Manuel Barrueco και τον Roland Dyens, πλήθος κιθαριστών ασχολήθηκαν λιγότερο ή περισσότερο με την τέχνη της μεταγραφής. Έτσι, συνθέσεις των Johann Sebastian Bach, Frédéric Chopin, Isaac Albeniz, Astor Piazzolla και τόσων άλλων, αλλά και λαϊκές μουσικές από ολόκληρο τον κόσμο μεταφέρθηκαν στην κιθάρα και αναγεννήθηκαν από τον ιδιαίτερο και ευαίσθητο ήχο της. Το ρεπερτόριο εμπλουτίστηκε από την ισπανική και λατινοαμερικανική παράδοση και τα τελευταία χρόνια ακόμα και από τη βαλκανική και ανατολίτικη αύρα, πέρα από την εξίσου πλούσια φιλολογία αυθεντικών έργων σημαντικότατων συνθετών τα τελευταία εκατό και πλέον χρόνια. Δεν είναι λοιπόν καθόλου πρωτότυπη ή ξένη προς το όργανο η δική μου απόπειρα.

 

Ποιός ακριβώς είναι ο καλλιτεχνικός στόχος αυτής της μεταγραφής;

Χρησιμοποιώντας σαν πρώτη ύλη τις υπέροχες μελωδίες του Yann Tiersen, επιχειρώ να συνεχίσω αυτή την παράδοση. Στα κομμάτια τα οποία στην αρχική τους εκδοχή ήταν γραμμένα για σόλο πιάνο ή σόλο βιολί, παρέμεινα σχεδόν απόλυτα πιστός στην αυθεντική γραφή. Παρ’ όλα αυτά, χρησιμοποιώντας τις ιδιαίτερες τεχνικές της κιθάρας προσπάθησα να ξεφύγω από την παγίδα της μίμησης. Τα έργα τα οποία αρχικά γράφτηκαν για πολυμελή σχήματα, αντιμετωπίστηκαν με περισσότερο ελεύθερο και δημιουργικό τρόπο, διατηρώντας παράλληλα τον αρχικό χαρακτήρα τους, γεμάτα μελαγχολία, ρομαντισμό, παιδικότητα και χαρά. Το ζητούμενο για εμένα δεν ήταν να δείξω ότι η κιθάρα μπορεί να αποδώσει κάτι που κάνει και το πιάνο ή κάποιο άλλο όργανο. Ούτε να επιδείξω τις τεχνικές δυνατότητες του οργάνου. Κατά τη διάρκεια των μεταγραφών, έγνοια μου ήταν να προσπαθήσω να κάνω αυτές τις μελωδίες να ακούγονται σαν να είχαν γραφτεί εξαρχής για την κιθάρα, έχοντας συνέχεια στον νου πέρα από τη μελωδία και την αρμονία το πολύ συγκεκριμένο ύφος αυτής της μουσικής να έρθει σε αντιστοιχία και σύμπνοια με τον ήχο και την ψυχή της κιθάρας.

 

Δυσκολεύτηκες στην επιλογή;

Άκουσα επανειλημμένα ολόκληρη την εργογραφία του συνθέτη ώστε να επιλέξω ποια κομμάτια θα επεξεργαστώ. Σε πολλές περιπτώσεις υψωνόταν ένα μεγάλο «μην αγγίζετε», λες και ήταν τόσο δεμένα με το πιάνο που δεν μου άφηναν καν το περιθώριο να τα πειράξω. Έχω την ελπίδα ότι μέσα από τις επιλογές μου καθώς και από τον τρόπο που τα μετέγραψα και ερμήνευσα, δίνεται σε αυτές τις συνθέσεις ένα νέο σπίτι και μια νέα ζωή βγαλμένη από τις έξι χορδές και το ηχείο της κλασικής κιθάρας.

Λιάνα Μαλανδρενιώτη Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet