Παράξενο πράγμα ο έρωτας, γι’ αυτό απρόβλεπτος και γεμάτος απρόοπτες καταστάσεις. Ποιον (ποια) και γιατί τον (την) ερωτευόμαστε και τι ρόλο παίζουν τα συναισθήματα ή οι διάφορες χημικές αντιδράσεις του εγκεφάλου; Πλήθος ερωτηματικών, αναπάντητων καθώς ο άγνωστος Χ, παραμένει άγνωστος ακόμη κι όταν νομίζουμε πως τον έχουμε βρει. Και η ερωτική εξίσωση παραμένει άλυτη καθόσον προσπαθούμε να την λύσουμε με βάση τη λογική. Λογική και έρωτας δεν συναντώνται γι’ αυτό και ο δεύτερος δεν υπόκειται στο πεδίο έρευνας των επιστημών αλλά στο ρευστό πεδίο της τέχνης.

Ο Ριγιουσούκε Χαμαγκούτσι ξέρει πως ο έρωτας ξεγλιστρά και πετά, δεν φυλακίζεται ούτε προσχεδιάζεται. Έρχεται από το πουθενά, εκεί που δεν τον περιμένεις και φέρνει τα πάνω κάτω. Μια εκδοχή περιγράφει ο σκηνοθέτης στη γνωριμία της Ασάκο με τον Μπακού. Ανταλλαγή βλεμμάτων, πλησίασμα, φιλί. Τα λόγια έπονται. Η Ασάκο και ο Μπακού είναι μαζί μέχρι τη στιγμή που εκείνος θα εξαφανιστεί χωρίς εξηγήσεις.

Μετά από μερικά χρόνια τον βλέπει. Είναι στέλεχος σε μια επιχείρηση που βρίσκεται δίπλα στην καφετέρια που εργάζεται η κοπέλα. Νιώθει άβολα, τον αποφεύγει ενώ εκείνος προσπαθεί δειλά να την πλησιάσει. Σύντομα όμως ανακαλύπτει πως ο άνδρας αυτός δεν είναι Μπακού, αλλά κάποιος άλλος που του μοιάζει εκπληκτικά και το όνομά του είναι Ριοέι. Η ομοιότητα αυτή την οδηγεί κοντά του και η Ασάκο αρχίζει να νιώθει ερωτευμένη μαζί του. Μέσα της όμως νιώθει να την βασανίζουν οι τύψεις καθώς θεωρεί πως αυτό που την έφερε κοντά στον Ριοέι είναι η ομοιότητα του με τον Μπακού. Τελικά θα συγκατοικήσουν και ενώ, μετά από λίγα χρόνια, ετοιμάζονται να παντρευτούν, εμφανίζεται ο Μπακού. Τι θα κάνει η Ασάκο; Τι είναι τελικά εκείνο που ερωτεύτηκε; Πώς θα αντιμετωπίσει το μεγάλο της δίλημμα;

Με τη «Διπλή ζωή της Ασάκο» (Netemo sametemo), ο Χαμαγκούτσι γεφυρώνει τις γεωγραφικές αποστάσεις επιβεβαιώνοντας αφενός πως ο έρωτας, οι διάφορες εκφάνσεις του και τα τερτίπια του δε γνωρίζουν σύνορα ούτε πολιτισμούς, αφετέρου πως το σινεμά πλέον, διατηρώντας κάποια εθνικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά, είναι μια παγκοσμιοποιημένη υπόθεση. Έτσι, αν εξαιρέσουμε τη γλώσσα και κάποιες τυπικές γιαπωνέζικες συνήθειες που βλέπουμε στην ταινία, θα μπορούσαμε να πούμε πως έχουμε πολλά κοινά με το γαλλικό σινεμά και δη με τη νουβέλ βαγκ αλλά και –ως θεματική και όχι ως προσέγγιση– με το σινεμά του Γούντι Άλεν.

Ο σκηνοθέτης ισορροπεί μεταξύ δράματος και ερωτικής κομεντί, χωρίς να γίνεται μελοδραματικός ούτε να διακωμωδεί καταστάσεις. Αντίθετα παίρνει τον έρωτα πολύ σοβαρά αλλά ταυτόχρονα του προσθέτει και μια αλαφράδα, ένα παιχνίδισμα. Το ίδιο κάνει και με τις ανθρώπινες σχέσεις μόνο που εδώ η αλαφράδα εξαφανίζεται. Κι όλα αυτά με μια καλοδουλεμένη αφήγηση η οποία κοντά στα άλλα προτερήματά της διαθέτει και ένα ρυθμό κλιμάκωσης με στοιχεία σασπένς.

Το φινάλε μένει αρκετά ανοιχτό με τον Ριοέι να κοιτάζει το ποτάμι θυμωμένος και να λέει «Τι βρόμικο ποτάμι». Πλάι του η Ασάκο, θλιμμένη, συμπληρώνει «Όμως είναι όμορφο». Τέλος!

Η ταινία έκανε πρεμιέρα την περασμένη Τρίτη στην πλατφόρμα cinobo.

Στράτος Κερσανίδης strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet