Φωτογραφία: Νικόλας Κοκοβλής

 

Σε μεγάλο βαθμό η συζήτηση στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, ενόψει του επικείμενου συνεδρίου του, αλλά και της πραγματικότητας της οργανωτικής διεύρυνσης του, φαίνεται να πολώνεται γύρω από δύο αντιλήψεις.

Η μία πιστεύει πως αρκεί ο προσεταιρισμός κομματικών, συνδικαλιστικών, αυτοδιοικητικών στελεχών και πολιτευτών του ΠΑΣΟΚ, μαζί με τη χρησιμοποίηση μιας αντιπολιτευτικής γραμμής που προσπαθεί να μεταφέρει στο σήμερα τις επιλογές που έκανε ο Α. Παπανδρέου στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η καταφυγή σε πατριωτική πλειοδοσία, η μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε αρχηγικό κόμμα και οι λαϊκίστικοι τόνοι σε όλα σχεδόν τα θέματα, για να γίνει και πάλι το κόμμα μας η πρώτη σε εκλογική επιρροή πολιτική δύναμη της χώρας.

Αντιπαραθετικά σε αυτήν εκδηλώνονται αντανακλαστικά υπεράσπισης της ιστορίας του χώρου τα οποία ορθά επισημαίνουν πως οι κατακτήσεις της πολιτικής κουλτούρας της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς (αντιεθνικισμός, απέχθεια στον λαϊκισμό, δημοκρατική και μη αρχηγική συγκρότηση του κόμματος, ανεμπόδιστη πολυφωνία, ύπαρξη ιδεολογικών ρευμάτων) είναι δομικό στοιχείο της φυσιογνωμίας του ΣΥΡΙΖΑ.

 

Το πρόβλημα στην πρώτη προσέγγιση είναι ολοφάνερο. Δομικά προβλήματα του χώρου, ακόμα και της εποχής (η κρίση του κομματικού φαινόμενου) θεωρείται πως μπορούν να αντιμετωπιστούν με αυτοματισμούς και έτοιμες λύσεις που έρχονται από το παρελθόν ή ακόμα και από μια αποστειρωμένη εκδοχή του μέλλοντος (σε ό,τι αφορά τη στρεβλή ερμηνεία της δυνατότητας των ηλεκτρονικών τρόπων άσκησης πολιτικής να καλύψουν όλα τα κενά.)

Τα πρόβλημα στην αντιπαραθετική αντίδραση είναι ότι συχνά οι εκφραστές της υποτιμούν το ζωτικής σημασίας πρόβλημα της τεράστιας αναντιστοιχίας της εκλογικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ με την οργανωτική του κατάσταση, ενώ δεν λείπουν και οι απολύτως εξωραϊστικές περιγραφές της σημερινής κατάστασης και της ιστορικής διαδρομής του χώρου.

Τα κεντρικά στελέχη που κινούνται με βάση τη μία ή την άλλη προσέγγιση, είναι στη μεγάλη πλειονότητα τους, προσεκτικά στη διατύπωση των θέσεων τους και συμβάλλουν εποικοδομητικά στον δημόσιο προσυνεδριακό διάλογο. Συμβαίνει συχνά όμως στη δημόσια σφαίρα (κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά όχι μόνο) οι θέσεις αυτές να μετατρέπονται σε καρικατούρες του εαυτού τους και ο «διάλογος» να πολώνεται μεταξύ αυτών που υποτίθεται θέλουν να γίνουμε ΠΑΣΟΚ και όσων αντιστέκονται σε αυτό το σχέδιο ή σε μια άλλη ακραία ανάγνωση των διαφορών, μεταξύ αυτών που επιθυμούν τη νικηφόρα πορεία της κυβερνώσας Αριστεράς και αυτών που νοιώθουν τη θαλπωρή που προσφέρει η νοσταλγία της εποχής του 4,5 %.

 

Τα πραγματικά προβλήματα

 

Είναι φανερό πως η συζήτηση πρέπει να απεμπλακεί από αυτές τις εκτροπές, την κατασκευή εικόνας εσωτερικών εχθρών και τις προκατειλημμένες διαθέσεις απέναντι στα μέλη με βάση τον χρόνο ένταξης τους και την πολιτική καταγωγή τους.

Η συζήτηση επιβάλλεται να περιστραφεί γύρω από τα πραγματικά προβλήματα του κόμματος, δεδομένης της επιθυμίας της μεγάλης πλειοψηφίας των μελών και των στελεχών του, να διαφυλαχθούν τα πολύτιμα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του κόμματος και να επιτευχθεί μια διαδικασία ουσιαστικής διεύρυνσης του σε τόπο συνάντησης των περισσότερων από τις δυνάμεις με αναφορά από την σοσιαλδημοκρατία μέχρι τα αριστερά της Αριστεράς.

Πολλά είναι τα ενδιαφέροντα σημεία στα οποία μπορεί να επικεντρωθεί ο εσωκομματικός προβληματισμός (κυβερνητικός απολογισμός όπου ήδη υπάρχει ένα εξαιρετικό κείμενο που προσφέρει μια προωθητική βάση συζήτησης, φαινόμενα αλαζονείας στη διάρκεια των κυβερνήσεων με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, εγκατάλειψη του κόμματος από τις κυβερνήσεις, καταστρατήγηση κομματικών διαδικασιών, ατολμία και κυβερνητικές πρακτικές με βάση τη λογική της συνέχειας του κράτους σε τομείς που δεν επηρεάζονταν από τους μνημονιακούς καταναγκασμούς, δείγματα ροπής στην πολιτική επένδυση σε υποθέσεις σκανδάλων, αδύναμες σχέσεις με τα κινήματα, γερασμένος ηλικιακά μέσος όρος μελών, πολύ μικρή παρουσία στην Αυτοδιοίκηση και στον συνδικαλισμό, επιλογές στην εξωτερική πολιτική αντίθετες με τις ιστορικές μας θέσεις και το πνεύμα των Πρεσπών, υπερεπένδυση σε μια αισιόδοξη γραμμή την εποχή πριν τη διακυβέρνηση) προκειμένου να αναμετρηθούμε και να ξεπεράσουμε κάποια τουλάχιστον από τα βασικά προβλήματα του χώρου μας. Επιλέγουμε να αναφερθούμε σε δύο ζητήματα που συνήθως δεν θίγονται στον μέχρι στιγμής προσυνεδριακό διάλογο, παρά την κεφαλαιώδη σημασία τους.

 

Ζήτημα πρώτο: συμμετοχικό κόμμα των μελών

 

Είναι αδύνατον να ξεπεραστεί η απόλυτη έλλειψη ελκυστικότητας της κομματικής δομής, όσο αυτή παραμένει προσηλωμένη στα πρότυπα του ιεραρχικού κόμματος της Γ’ Διεθνούς, έστω στην πολιτισμικά φιλελεύθερη εκδοχή της. Ο ΣΥΡΙΖΑ μεγαλούργησε, όχι επειδή καθοδήγησε, αλλά επειδή η λογική του σεβασμού στην αυτονομία των κινημάτων τον έκανε να είναι το μόνο κόμμα που αφέθηκε να καθοδηγηθεί από το κίνημα (την περίοδο 2010 με 2012). Οι δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι των νεότερων γενιών της κοινωνικής Αριστεράς δεν πρόκειται να ενταχθούν ποτέ σε ένα κόμμα στο οποίο δεν έχουν ουσιαστικές εξουσίες και βαρύνοντα ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Από το ιδρυτικό συνέδριο του 2013 εκκρεμούν εκατοντάδες προτάσεις συνέδρων για τον αμεσοδημοκρατικό μετασχηματισμό του κόμματος και την καθιέρωση θητειών για όλους όσους έχουν επαγγελματική ενασχόληση με αυτό, ή έχουν εκλεγεί σε θεσμικές θέσεις. Ζητήματα κομβικά για την πορεία του κόμματος, θα μπορούσαν να αποφασίζονται με ηλεκτρονικά δημοψηφίσματα του συνόλου των μελών, ως κατάληξη μιας πλούσιας συζήτησης γύρω από αυτά στα κομματικά όργανα.

Προσοχή, τέτοια μέτρα αξιοποίησης των νέων ψηφιακών δυνατοτήτων πρέπει να αφορούν την επιλογή πολιτικών θέσεων και όχι την εκλογή προσώπων στα όργανα, μια και σε αυτό το πεδίο ή δια ζώσης γνώση των δεδομένων είναι αναντικατάστατη. Εξίσου σημαντικό είναι να ισχύσουν οι θητείες που προβλέφθηκαν στο ιδρυτικό συνέδριο (δύο πλήρεις θητείες για τους βουλευτές) και να επεκταθούν στο σύνολο των σχετικών δημόσιων ρόλων (συνδικαλιστές, αυτοδιοικητικοί, επαγγελματικά στελέχη, επιστημονικοί συνεργάτες, αποσπασμένοι δημόσιοι υπάλληλοι). Είναι εκτός λογικής το κόμμα στον πυρήνα των αξιών του οποίου είναι η συμμετοχή, το κόμμα της απλής αναλογικής, το κόμμα που θεσμοθέτησε παρόμοιες διαδικασίες σε αυτοδιοικητικό επίπεδο να μην τολμά να εφαρμόσει στο εσωτερικό του μέτρα που θα φέρουν πιο κοντά στην πραγματικότητα το σύνθημα «Ο ΣΥΡΙΖΑ είσαι εσύ». Είναι ανεξήγητο το κόμμα που είναι προσανατολισμένο στην εξάλειψη της εξουσίας των ειδικών να μην παίρνει μέτρα που θα καταπολεμούν στο εσωτερικό του την αναπόφευκτη τάση δημιουργίας γραφειοκρατικών καταστάσεων και να μην χρησιμοποιεί τα όπλα της εναλλαγής και των θητειών εναντίον της πίεσης που ασκεί η αντίπαλη ιδεολογία (οι προσωπικές σκοπιμότητες, ο μικροαστισμός, οι χωρίς σύνδεση με τη συλλογικότητα φιλοδοξίες) στις γραμμές του.

 

Ζήτημα δεύτερο: η ουσιαστική διεύρυνση

 

Είναι αναμφίβολα θετικό να μεγαλώσει πολύ ο αριθμός των μελών του κόμματος, αλλά δεν είναι αυτό το πιο κρίσιμο στοιχείο που θα καθορίσει το ρίζωμα του στην κοινωνία. Η τελευταία μπορεί να προωθηθεί μόνο μέσα από τη δυναμική παρουσία του στην αυτοδιοίκηση, στον συνδικαλισμό και στα κινήματα.

Αυτό προϋποθέτει το ξεπέρασμα της κομματοκεντρικής λογικής στις παρεμβάσεις μας σε αυτούς τους τομείς. Πρέπει να πάρουμε γενναίες αποφάσεις. Το θέμα δεν είναι να υπάρχουν παρατάξεις με τη σφραγίδα του ΣΥΡΙΖΑ σε όλα αυτά τα πεδία, αυτή είναι μια λογική που ίσχυσε κάποτε και για άλλους, ο δικός μας χώρος ποτέ δεν είχε σημαντική παρουσία όταν επέλεγε τέτοιου τύπου μορφές. Το θέμα είναι να υπάρχουν πλατιές συσπειρώσεις ανοιχτές στη συμμετοχή σε όσες και όσους αρνούνται τον κυβερνητικό ή κομματικό ή γραφειοκρατικό συνδικαλισμό, τις συντηρητικές πελατειακές λογικές στην Αυτοδιοίκηση και τον αυτοααναφορικό σεκταρισμό στα κοινωνικά κινήματα. Θα μπορούσαν σε πάρα πολλούς χώρους οι μικρές σήμερα δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ να πρωταγωνιστήσουν στη δημιουργία μαζικών ενωτικών εγχειρημάτων ανοικτών σε κάθε προοδευτικό πολίτη, με έμφαση στη διατήρηση των θέσεων που χαρακτηρίζουν τον χώρο και όχι στην εξασφάλιση ρόλου για τα στελέχη του σε αυτούς τους χώρους. Στις λίγες περιπτώσεις που δοκιμάστηκαν με συνέπεια τέτοιες πρακτικές (π.χ. το πλατύ αυτοδιοικητικό σχήμα στον Δήμο Λαρισαίων, η διάλυση της κίνησης του ΣΥΡΙΖΑ και η λειτουργία μιας πλατιάς κινηματικής συνδικαλιστικής συσπείρωσης στον ΟΑΕΔ) τα αποτελέσματα ήταν κάτι παραπάνω από ενθαρρυντικά. Είναι πολύ δυσάρεστο το γεγονός πως αυτή η προσέγγιση απουσιάζει εντελώς από τον μέχρι τώρα προσυνεδριακό διάλογο. Κι όμως, χωρίς μια τέτοιας λογικής ανατροπή των συνηθισμένων τρόπων παρέμβασης μας, δεν πρόκειται ποτέ ο ΣΥΡΙΖΑ να αποκτήσει σοβαρά ερείσματα και καθοριστική παρουσία στα επίπεδα της δημόσιας σφαίρας που βρίσκονται πιο κοντά στους πολίτες, στους εργαζόμενους, στους νέους.

Προϋπόθεση για τέτοιου τύπου ανοίγματα είναι ο σεβασμός στους άλλους και στις άλλες με τις οποίες θέλουμε να συνδιαμορφώσουμε νέα σχήματα. Η αλαζονεία και η έπαρση, είτε εδράζονται στη λογική της πρωτοποριακής μειοψηφίας του 3%, είτε στην αλαζονεία του αποτελεσματικού 36% είναι φαινόμενα κατανοητά από ψυχολογική σκοπιά, αλλά αποτελούν συνθήκες από τις οποίες πρέπει να απαλλαγούμε, αν θέλουμε να δοκιμάσουμε αληθινά μια τέτοια ριζοσπαστική διεύρυνση της παρουσίας μας.

Ελπίζουμε πως στο άμεσο μέλλον θα υπάρξει στροφή στον προσυνεδριακό διάλογο σε αυτές και άλλες ανάλογης σημασίας κατευθύνσεις.

 

ΥΓ. Η συγγραφή του κειμένου πραγματοποιήθηκε αρκετό διάστημα πριν τη δημοσιοποίηση των διακηρύξεων των νέων ιδεολογικών ρευμάτων του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Ο πολιτικός διάλογος και ο ιδεολογικός προβληματισμός, μόνο προωθητικά μπορούν να λειτουργήσουν για τη Ριζοσπαστική Αριστερά και την Προοδευτική Παράταξη.

Άκης Καλαμαράς, Μιχάλης Καστρινάκης Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet