Το Δεκέμβριο του 2018 στο συνέδριο της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) στο Αμβούργο η μεγάλη αθέατη νικήτρια ήταν η Ανγκέλα Μέρκελ και ο εμφανώς δυσαρεστημένος και χαμένος ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Στην τελική ψηφοφορία για τη διαδοχή της στην προεδρία, η καγκελάριος είδε το δικό της φαβορί, την Ανεγκρέτ Κραμπ Κάρενμπαουερ, να κερδίζει στο δεύτερο γύρο τον ευνοούμενο του σημερινού προέδρου της Βουλής και εκπρόσωπο της «οικονομικής πτέρυγας» του κόμματος, αλλά και των τραπεζών, Φρίντριχ Μερτς. Το εγχείρημα ΑΚΚ δεν προχώρησε, όπως το είχε πιθανώς φανταστεί το γυναικείο ηγετικό δίδυμο. Αντίθετα οι αμφιβολίες του Σόιμπλε μάλλον δικαιώθηκαν.

Σήμερα, Σάββατο, ο Φρίντριχ Μερτς διεκδικεί και πάλι την προεδρία του κόμματος, εκφράζοντας το πιο συντηρητικό και «αντρικό» κομμάτι της CDU, συνδυάζοντας παραδοσιακές πατριαρχικές «αξίες» με ένα βαθύ νεοφιλελευθερισμό. Η πιθανή εκλογή του θα σημάνει σίγουρα μια αλλαγή πλεύσης από αυτό που εξέφραζε η Μέρκελ και για πολλούς μέσα στο κόμμα είχε καταντήσει πια πολύ «κεντρώο», για να μπορέσει να διαφοροποιηθεί από τη σοσιαλδημοκρατία και να σταματήσει τις διαρροές προς τα δεξιότερα. Αυτή την εικόνα θέλει να αντιστρέψει ακριβώς ο Μερτς και το ερώτημα είναι αν αυτή τη φορά η καγκελάριος θα βρει και πάλι τον τρόπο για να τον σταματήσει.

Ο δικός της ευνοούμενος θα είναι ο πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Αρμίν Λάσετ. Μια πολύ πιο ήπια προσωπικότητα, που θεωρείται ότι θα προσπαθήσει να ακολουθήσει τα χνάρια της Μέρκελ. Ποντάρει στην εμπειρία του ως πρωθυπουργός και στο ότι «ξέρει να κερδίζει εκλογές», όπως λέει. Το πρόβλημά του είναι ότι θεωρείται ένας πολιτικός χωρίς πολλές γωνίες και οι κακές γλώσσες λένε ότι δεν χρειάζονται πια στρογγυλέματα στο κόμμα, αλλά ένας νέος προσανατολισμός.

Ακόμα πιο άχρωμος είναι και ο τρίτος της παρέας. Ο Νόρμπερτ Ρέτγκεν, και αυτός από τη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, ο οποίος όμως φέρει την κληρονομιά μιας ήττας, όταν πριν τον Λάσετ είχε αποτύχει να εκλεγεί πρωθυπουργός. Μοιάζει περισσότερο με έναν συμπαθή τεχνοκράτη, που μιλάει για νεωτερισμούς και ψηφιακές μεταβάσεις, αποφεύγοντας να δώσει ένα καθαρό ιδεολογικό στίγμα. Οι περισσότεροι τον θεωρούν απλώς «λαγό», που θα εξασφαλίσει ότι θα υπάρξει ένας δεύτερος γύρος.

 

Δυο διαφορετικοί τύποι

 

Όλοι συμφωνούν ότι η CDU δεν θα είναι ίδια με τον Λάσετ ή τον Μερτς. Και οι δύο φυσικά φιλοδοξούν όχι απλώς να εκλεγούν πρόεδροι, αλλά να οδηγήσουν και το κόμμα στις εκλογές του Σεπτεμβρίου ως υποψήφιοι καγκελάριοι. Έχει, λοιπόν, σημασία πώς θα συμβιώσουν το επόμενο οκτάμηνο με την κ. Μέρκελ. Όπως θα έχει ενδιαφέρον αν θα προκύψουν και άλλοι υποψήφιοι για την καγκελαρία, αφού η εκλογή στην προεδρία δεν εξασφαλίζει αυτόματα κάτι τέτοιο. Αυτός που βρίσκεται ψηλά στο σχετικό συντηρητικό χρηματιστήριο είναι ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας, Μάρκους Ζέντερ. Είναι σχεδόν καθημερινά παρών στα ΜΜΕ, έχει οικοδομήσει ένα πολύ δημοφιλές προφίλ και η ίδια η Μέρκελ δείχνει να μην τον εμποδίζει να το κάνει. Ειδικά αν «χάσει» το κόμμα από τον Μερτς, είναι πολύ πιθανό να προτιμήσει να στηρίξει τον βαυαρό φιλόδοξο πολιτικό, από τον «αιώνιο» αντίπαλο της εδώ και δύο δεκαετίες. Ο επίσης φιλόδοξος, και νεότερος όλων, υπουργός Υγείας, Γιενς Σπαν, μάλλον έχει χάσει πολλούς πόντους λόγω πανδημίας, καθώς η διαχείρισή της δεν έχει πάρει και την καλύτερη βαθμολογία. Τυπικά ο Σπαν έχει ενταχθεί στο στρατόπεδο Λάσετ, με ό,τι μπορεί να σημάνει αυτό.

Το αποτέλεσμα της σημερινής ψηφοφορίας θεωρείται ανοικτό για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς έχει να κάνει με το γεγονός ότι για πρώτη φορά το συνέδριο και η εκλογή θα γίνουν διαδικτυακά. Δεν θα υπάρχει δηλαδή ούτε «η δυναμική της αίθουσας», που μπορεί να δώσει πόντους σε μια καλοδουλεμένη ομιλία, ούτε τα πηγαδάκια, ούτε τα παρασκηνιακά ραντεβού στα «πίσω δωμάτια». Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποιος θα ευνοηθεί απ’ αυτή την πρωτόγνωρη κατάσταση. Σίγουρο είναι, από την άλλη, ότι οι χαμένοι του 2018 Μερτς-Σόιμπλε μάλλον θα έχουν διδαχτεί από τα λάθη τους.

 

Χρονιά απανωτών εκλογών

 

Σε κάθε περίπτωση η εκλογή αυτή θα καθορίσει την πορεία της Γερμανίας για τα επόμενα χρόνια. Θεωρείται μάλλον απίθανο να υπάρξει τους επόμενους μήνες μια κεντροαριστερή πλειοψηφία, που θα στείλει την CDU στην αντιπολίτευση. Αν και πολύ πιστεύουν ότι κάτι τέτοιο θα ήταν εξυγιαντικό και για το κόμμα, αλλά και για τη χώρα, κυρίως μετά από 16 χρόνια παντοκρατορίας της Μέρκελ. Το ερώτημα είναι, λοιπόν, με ποιους θα κληθεί να συγκυβερνήσει ο νέος ηγέτης της Χριστιανοδημοκρατίας. Ειδικά το ενδεχόμενο να είναι δεύτερο κόμμα οι Πράσινοι, προκαλεί τη φαντασία των πολιτικών αναλυτών για το πώς θα μπορούσαν να συνεργαστούν με τον «σκληροτράχηλο» Μερτς, ο οποίος, για παράδειγμα, στο προσφυγικό έχει υποστηρίξει τη σκληρή γραμμή των κλειστών συνόρων.

Το πολιτικό κλίμα θα επηρεαστεί βεβαίως και από τις εκλογές που θα γίνουν σε επίπεδο κρατιδίων. Ειδικά εκείνες που θα προηγηθούν των εθνικών εκλογών, στις 14 Μαρτίου στη Βάδη-Βυρτεμβέργη και στη Ρηνανία-Παλατινάτο και στις 6 Ιουνίου στη Σαξωνία-Ανχάλτ. Υπάρχει τέλος και η συμφωνία για πρόωρες εκλογές στη Θουριγγία στις 26 Σεπτεμβρίου, μετά τις επεισοδιακές εξελίξεις εκεί τον περασμένο Φεβρουάριο, όταν μια άτυπη συνεργασία μεταξύ ακροδεξιάς, κεντροδεξιάς και φιλελευθέρων προκάλεσε πολιτική θύελλα και οδήγησε στην ακύρωση της εκλογής ως πρωθυπουργού του φιλελεύθερου Τόμας Κέμμεριχ.

Η «σούπερ εκλογική χρονιά» θα φέρει, όμως, και τους πολίτες του Βερολίνου και του Μεκλεμβούργου-Πομερανίας να εκλέγουν τις δικές τους κυβερνήσεις ταυτόχρονα με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση το Σεπτέμβριο. Το παζλ, λοιπόν, είναι περίπλοκο και πολύχρωμο. Είναι ενδεικτικό ότι στη Ρηνανία-Παλατινάτο και στο Μεκλεμβούργο κυβερνούν δύο σοσιαλδημοκράτισσες, στη Βάδη-Βυρτεμβέργη ένας πράσινος πολιτικός και στη Θουριγγία ένας από την αριστερά. Για τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά και για την επίσης βρισκόμενη σε αναζήτηση πυξίδας σοσιαλδημοκρατία, οι τοπικές εκλογές θα είναι κάτι περισσότερο από ένα δυνατό τεστ και θα επηρεάσουν και τη δυναμική τους μέχρι το Σεπτέμβριο.

Θα πρέπει φυσικά να συνυπολογίσει κανείς ότι το Μάρτιο οι εκλογές θα γίνουν με την πανδημία να συνεχίζεται. Το ζήτημα αυτό αναμένεται έτσι κι αλλιώς να επηρεάσει την πολιτική αντιπαράθεση τους επόμενους μήνες. Μια πρόκληση για τις προοδευτικές δυνάμεις θα είναι να μπορέσουν να παρουσιάσουν προτάσεις, που θα συνδυάζουν το πρακτικό μέρος της ενίσχυσης των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων με μια προγραμματική πρόταση για ριζικές αλλαγές σε μια διαφορετική κατεύθυνση απ’ αυτή που έχει ακολουθήσει εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες η χώρα. Αυτό δεν θα είναι καθόλου απλό σε μια χρονιά που ο προεκλογικός αγώνας θα είναι συνεχής και η εσωστρέφεια θα κυριαρχεί σε μια σειρά από χώρες της Ευρώπης, που όλες θα προσδοκούν στην ανάκαμψη. Το πρόταγμα του εθνικού συμφέροντος πολύ πιθανώς να δώσει παντού τον τόνο. Και η Γερμανία δεν θα αποτελέσει «φωτεινή εξαίρεση».

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet