Σήμερα φιλοξενούμε στις Ιδέες, υπό μορφή άρθρου, μια επιμελημένη συλλογή αποσπασμάτων από το πρόσφατο βιβλίο του Αλέξανδρου Χρύση «O Marx του κομμουνισμού» (εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα 2020), τα οποία επέλεξε για λογαριασμό της στήλης ο Τάκης Μαστρογιαννόπουλος, εκ των παλαιών και αμετανόητων συνεργατών της Εποχής. Το βιβλίο είναι το τρίτο της ερευνητικής τριλογίας του συγγραφέα για το έργο του Μαρξ, που περιλαμβάνει επίσης τις μελέτες «Ο Marx της εξέγερσης στον κήπο του Επίκουρου» (εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2003) και «Ο Marx της δημοκρατίας» (εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα 2014) το οποίο εκδόθηκε και στα αγγλικά με τίτλο

«“True Democracy” as a Prelude to Communism. The Marx of Democracy» (Palgrave Macmillan, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 2018).

 Ο Αλέξανδρος Χρύσης είναι καθηγητής Φιλοσοφίας της Ιστορίας και Ιστορίας των Ιδεών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 

Χ.Γο.

 

Το βιβλίο Ο Marx του κομμουνισμού αποτελεί κόμβο μιας ερευνητικής διαδρομής, η οποία ξεκίνησε πριν από είκοσι περίπου χρόνια. Πρώτος σταθμός αυτής της πορείας υπήρξε η συγγραφή του βιβλίου Ο Marx της εξέγερσης στον κήπο του Επίκουρου. Στις σελίδες της διδακτορικής διατριβής του με τίτλο Διαφορά της δημοκρίτειας από την επικούρεια φυσική φιλοσοφία, ο Marx συναντάται και συστρατεύεται με τον Επίκουρο, γοητευμένος από τη θεωρία του «διαφωτιστή της αρχαιότητας» για την αυτοσυνειδησία και την ελευθερία ως απόκλιση του ατόμου από την ευθεία γραμμή. Με τον Marx της εξέγερσης επιχείρησα, λοιπόν, να συναγάγω τις πολιτικές προεκτάσεις της σχέσης ελευθερίας και αναγκαιότητας, όπως αυτές αποτυπώνονται για πρώτη φορά, έστω και υπαινικτικά, από το φιλόσοφο-Προμηθέα, από το φιλόσοφο της Άρνησης.

 

Μια σχετικά μακρόχρονη μελετητική και συγγραφική ενασχόληση με τον κόσμο του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, με τα έργα του Montesquieu και του Rousseau κατεξοχήν, και με σταθερό σημείο αναφοράς τη φιλοσοφική σχέση ελευθερίας και αναγκαιότητας μού έδωσε τη δυνατότητα να φθάσω στον δεύτερο σταθμό της ερευνητικής πορείας μου, στη δεύτερη πτυχή του ερευνητικού χάρτη μου, στον Marx της δημοκρατίας. Η μελέτη αυτή επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο ο Marx κατανοεί και αντιμετωπίζει τη δημοκρατία πριν προσχωρήσει ο ίδιος στον κομμουνισμό. Πιο συγκεκριμένα, στο βιβλίο Ο Marx της δημοκρατίας διατύπωσα την υπόθεση εργασίας σύμφωνα με την οποία η συνηγορία του δημοκράτη Marx υπέρ της «αληθινής δημοκρατίας» στις γραμμές της Κριτικής της χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου αποτελεί φιλοσοφική προαναγγελία της υποστήριξης της Παρισινής Κομμούνας από τον κομμουνιστή Marx στις γραμμές του Εμφύλιου πολέμου στη Γαλλία. Η ανάλυση της προ-κομμουνιστικής μαρξικής θεωρίας της πολιτικής και του κράτους ενδυνάμωσε την ερευνητική υπόθεση ότι η σχέση ανάμεσα στον δημοκράτη και στον κομμουνιστή Marx, η σχέση ανάμεσα στη μαρξική θεωρία της δημοκρατίας και σε αυτή του κομμουνισμού, είναι μια σχέση υπέρβασης. Με όρους διαλεκτικής, υποστήριξα τελικά τη θέση ότι ο κομμουνιστής Marx δεν καταργεί, αλλά αίρει την προ-κομμουνιστική θεωρία του για τη δημοκρατία, καθώς την ανα-βαθμίζει και την αναδιατυπώνει ως κομμουνιστική θεωρία της πολιτικής, αξιοποιώντας προς τούτο την υλιστική αντίληψη της ιστορίας ως πάλης των τάξεων σε άρρηκτη σύνδεση με την κριτική της πολιτικής οικονομίας.

 

Οδηγήθηκα, κατ’ αυτό τον τρόπο, στον τρίτο σταθμό της ερευνητικής διαδρομής μου, στην τρίτη φάση του ερευνητικού μου προγράμματος, που δεν είναι άλλη από το μελέτημα του Marx του κομμουνισμού. Για λόγους συνέχειας ας επιτραπεί να υπενθυμίσω τις τελευταίες γραμμές από το βιβλίο μου Ο Marx της δημοκρατίας:

«Αλλά για τον κομμουνιστή Marx δεν θα μιλήσουμε ακόμη. Στο πλαίσιο μιας προσεχούς αυτοτελούς μελέτης θα επιδιώξουμε να τον συναντήσουμε στο Παρίσι, εκεί όπου αρχίζει να θεμελιώνει υλιστικά την άρση της δημοκρατίας, τη διαλεκτική υπέρβασή της στη βαθμίδα του κομμουνισμού. Αποχαιρετώντας προς το παρόν τον δημοκράτη Marx, εκτιμούμε, πάντως, ότι έχουμε ήδη ενισχύσει τη βασιμότητα της ερευνητικής μας υπόθεσης:

Η προσέγγιση της “αληθινής δημοκρατίας”, όπως σταθμίστηκε στο πλαίσιο αυτής της συγγραφής, και εκείνη της Παρισινής Κομμούνας, που δεν μπορεί παρά να βρεθεί στο επίκεντρο της επόμενης, συνιστούν στιγμές της διαλεκτικής πορείας ενός στοχασμού που ανοίγεται στον κόσμο της εποχής του, εντάσσεται οργανικά στους ταξικούς αγώνες του καιρού του από την πλευρά των κολασμένων της γης και συμβάλλει αποφασιστικά στη χάραξη ενός στρατηγικού σχεδίου κοινωνικής απελευθέρωσης· ενός επαναστατικού προγράμματος για μια κομμουνιστική κοινωνία, στους κόλπους της οποίας η ελευθερία του ενός δεν θα αποτελεί όριο, αλλά όρο για την ελευθερία του άλλου».

Σε αυτή λοιπόν την τροχιά που προανήγγειλε στον επίλογό του ο Marx της δημοκρατίας έρχεται να κινηθεί ο Marx του κομμουνισμού, που κυκλοφόρησε σχεδόν ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση διακοσίων χρόνων από τη γέννηση του φιλοσόφου, ο οποίος δεν αρκέστηκε στην ερμηνεία, αλλά επιδίωξε έμπρακτα να συμβάλει στην αλλαγή του κόσμου.

 

Στις σελίδες του Marx της δημοκρατίας, υποστηρίζοντας την «αληθινή δημοκρατία» ως φιλοσοφικό πρελούδιο του κομμουνισμού, προσέγγισα την πολιτική σε διάκριση προς το κράτος, αλλά και πέραν αυτού ως θεμελιώδη έκφραση του τρόπου ζωής στο πλαίσιο μιας κοινωνίας χωρίς τάξεις και κράτος, μιας κομμουνιστικής κοινωνίας. Με αριστοτελικούς όρους, εντόπισα την πολιτική στα όρια ποίησης και πράξης, επιχειρώντας πρωτίστως να καταδείξω ότι η πολιτική δεν είναι απλά και μόνο το μέσο για την επίλυση των προβλημάτων επιβίωσης, όπως την αντιμετωπίζει στην καλύτερη περίπτωση ο αστικός εργαλειακός πολιτισμός, αλλά και σκοπός/αξία καθαυτή, δεδομένου ότι στο πλαίσιο της «αληθινής δημοκρατίας», φιλοσοφικού προπλάσματος της κομμουνιστικής πολιτείας, η πολιτική συγκροτεί τον άνθρωπο ως προσωπικότητα και μετατρέπει ένα σύνολο ανθρώπων σε δήμο, σε συλλογικότητα πολιτών. Ο Marx του κομμουνισμού, προσδιορίζοντας τον κομμουνισμό ως υπέρβαση, άρση και όχι κατάργηση της δημοκρατίας, εμβαθύνει και διευρύνει τον προβληματισμό που ανέπτυξε, σε πρώτο βαθμό, ο Marx της δημοκρατίας.

Όπως έγραφε χαρακτηριστικά και ο Γάλλος μαρξιστής André Tosel:

«[…] είναι στο όριό της που η ριζοσπαστική δημοκρατία ανοίγει. Της απομένει να δώσει τη μάχη ενάντια στην πραγματική υπαγωγή των πρακτικών στο κεφάλαιο. Της απομένει να αφεθεί να στροβιλιστεί παραγωγικά γύρω από το κομμουνιστικό ερώτημα του γέροντα και ανεξάντλητου Karl Marx. Αν ο κομμουνισμός συνεπάγεται τη ριζοσπαστική δημοκρατία, αυτή δεν κατακτάται και δεν μπορεί να κατακτηθεί από τη στιγμή που αποσπάται από τον κομμουνισμό».

Καμιά αντίρρηση! Ο άρρηκτος δεσμός δημοκρατίας και κομμουνισμού βρίσκεται, άλλωστε, στο επίκεντρο της σύγχρονης κομμουνιστικής εναλλακτικής, το περίγραμμα της οποίας αχνοφαίνεται στις σελίδες του Marx του κομμουνισμού. Η κομμουνιστική πολιτεία, που συν-τάσσεται πολιτικά σε έναν κομμουνισμό ελευθερίας και ισότητας, η κομμουνιστική κοινότητα που δεν εξοντώνει, αλλά σέβεται και τρέφεται από τη διαφορά, είναι το ζητούμενο της συνάντησής μας με τον κομμουνιστή Marx. Σε τελική ανάλυση, ο κομμουνισμός του μέτρου ως πολιτικός πολιτισμός ενός αυτό-νομου δήμου, που θέτει όρια στην άμετρη και καταστροφική, για τον άνθρωπο και το φυσικό περιβάλλον, λατρεία της τεχνολογίας, της παραγωγής και της κατανάλωσης, είναι ο τόπος και ο τρόπος με τον οποίον ολοκληρώνεται, προς το παρόν τουλάχιστον, το οδοιπορικό του Marx της εξέγερσης, της δημοκρατίας, του κομμουνισμού.

 

Η χειραφέτηση της προλεταριακής επανάστασης

 

Ήταν 27 Ιουλίου 1844 όταν ο μέχρι πρότινος συνοδοιπόρος του Marx, ο Arnold Ruge, δημοσίευσε στη δημοκρατική εφημερίδα Vorwärts, που διηύθυνε εκείνη την περίοδο ο Karl Bernays, το άρθρο του με τίτλο «Ο βασιλιάς της Πρωσίας και η κοινωνική μεταρρύθμιση» και με την υπογραφή «Ένας Πρώσος». Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του Ruge, η εξέγερση των υφαντουργών της Σιλεσίας ήταν μια κίνηση απελπισίας, που μαρτυρούσε σημαντικό έλλειμμα πολιτικοποίησης από την πλευρά των εξεγερμένων, ενώ ουδεμία ανησυχία προκάλεσε στην πρωσική μοναρχική εξουσία. Απαντώντας στο άρθρο του Ruge, ο Marx θα δημοσιεύσει, μεταξύ 7 και 10 Αυγούστου 1844, στην ίδια εφημερίδα το δικό του κείμενο με τον χαρακτηριστικό μακροσκελή τίτλο «Κριτικές παρατηρήσεις στο περιθώριο του άρθρου “Ο βασιλιάς της Πρωσίας και η κοινωνική μεταρρύθμιση. Από ένα Πρώσο”». Με το δημοσίευμά του αυτό ο Marx, υπερασπιζόμενος τον πρωτοπόρο χαρακτήρα της εξέγερσης του προλεταριάτου της Σιλεσίας, βρίσκει την ευκαιρία αφενός μεν να διαχωρίσει οριστικά τις θέσεις του από τις μεταρρυθμιστικές πολιτικές θέσεις του Ruge, αφετέρου δε να αναδείξει ερμηνευτικά από κομμουνιστική κατεύθυνση το εγχείρημα των υφαντουργών ως χειροπιαστή ένδειξη κοινωνικού επαναστατικού δυναμικού, με την εκδήλωση του οποίου το γερμανικό προλεταριάτο θέτει επί τάπητος, έστω και με αυτοσχέδιο ακόμη τρόπο, όχι το μερικό, το πολιτικό ζήτημα, αλλά αυτό της καθολικής ρήξης με την αστική τάξη και το κοινωνικό καθεστώς της.

Καθώς, λοιπόν, ο Marx του κομμουνισμού αναβαθμίζει και μετασχηματίζει με κοινωνιολογικούς όρους την προγενέστερη φιλοσοφική κριτική του για την πολιτική και το κράτος, το ζητούμενο της ανθρώπινης χειραφέτησης αναπροσδιορίζεται με ταξικό πρόσημο ως προλεταριακή επανάσταση. Σε μια αστική κοινωνία, η οποία αναπαράγεται διαμέσου της διάκρισης «κοινωνία των ιδιωτών - κράτος», μια καθολική επανάσταση δεν μπορεί παρά να είναι προλεταριακή, δηλαδή επανάσταση αυτής της τάξης που συγκροτείται στα θεμέλια, στο έσχατο όριο της κοινωνίας των ιδιωτών. Και, σε αντίστροφη διατύπωση, μια τέτοια προλεταριακή επανάσταση, εφόσον επιδιώκει τη διάλυση της ίδιας της αστικής κοινωνίας, δεν μπορεί να είναι στενά πολιτική, δεν μπορεί να επιδιώκει απλά και μόνο μια μεταρρύθμιση του κράτους ως πολιτικού συστήματος της κοινωνίας, αλλά μια κοινωνία χωρίς κράτος. Η ριζική αντιμετώπιση των κοινωνικών δεινών δεν μπορεί να υπάρξει ενόσω οι λύσεις αναζητούνται από τα ατομικά και συλλογικά πολιτικά υποκείμενα στην κατεύθυνση της πολιτειακής και μόνον αλλαγής. Για τον κομμουνιστή κριτικό, απαιτείται ένας ριζικός αναπροσανατολισμός της σκέψης και της δράσης από τη σφαίρα της πολιτικής σε εκείνη της κοινωνίας, από την πολιτική στην κοινωνική αναμέτρηση με την ανελευθερία και την εξαθλίωση, απόλυτη και σχετική. Αναδεικνύοντας την ανάγκη ρήξης με τον φαύλο κύκλο της κρατικής λογικής, ο Marx υποστηρίζει με κατηγορηματικό τρόπο:

«Οπουδήποτε υπάρχουν πολιτικά κόμματα, κάθε κόμμα θα αποδίδει κάθε ελάττωμα της κοινωνίας στο γεγονός ότι ο ανταγωνιστής του βρίσκεται στην κορυφή του κράτους αντί το ίδιο. Ακόμη και ριζοσπάστες και επαναστάτες πολιτικοί αναζητούν τη ρίζα του κακού όχι στην ουσιώδη φύση του κράτους, αλλά στην καθορισμένη μορφή του κράτους, την οποία θέλουν να αντικαταστήσουν με μια διαφορετική μορφή κράτους.[…]

Το κράτος βασίζεται στην αντίφαση δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, στην αντίφαση ανάμεσα σε γενικά και σε ιδιωτικά συμφέροντα. […] Αν το σύγχρονο κράτος ήθελε να καταργήσει την αδυναμία του να διοικεί, θα έπρεπε να καταργήσει τη σημερινή ιδιωτική ζωή. Αλλά, αν ήθελε να καταργήσει την ιδιωτική ζωή, θα καταργούσε τον εαυτό του, δεδομένου ότι υπάρχει μόνο μέσα στην αντίφαση της ιδιωτικής ζωής».

Τούτου δοθέντος, προκύπτει το συμπέρασμα ότι, για τον Marx, το χαρακτηριστικό, αλλά και η επιδίωξη μιας προλεταριακής, δηλαδή μιας ριζικής/καθολικής επανάστασης είναι η σύγκρουση με τη λογική και την πρακτική του κράτους εν γένει, δηλαδή με κάθε μορφή του κράτους ως πυκνωτή και οργανωτή των συμφερόντων της κοινωνίας των ιδιωτών. Το ζητούμενο για μια προλεταριακή επανάσταση είναι η ρήξη με την αντίληψη της αντικατάστασης μιας μορφής κράτους με μια άλλη σαν δήθεν ενδεδειγμένης λύσης στα μείζονα κοινωνικά προβλήματα.

Αλλά και η ίδια η πρακτική εμβέλεια της πολιτικής, επιμένει ο Marx ως κριτικός της πολιτικής επανάστασης, πρέπει να επανεκτιμηθεί στον απόηχο των πρόσφατων επαναστατικών εξελίξεων στη Γαλλία. Και ασφαλώς μια τέτοια επανεκτίμηση της πολιτικής, στην οποία είχε αρχίσει να επιδίδεται ο Marx από τα χρόνια ακόμη της αρθρογραφίας του στην Εφημερίδα του Ρήνου, κλιμακώνεται στα μεταβατικά κείμενα της αρθρογραφίας του στα Γερμανο-Γαλλικά Χρονικά, αλλά δεν οδηγεί στη συνολική απαξίωση και απόρριψη της πολιτικής ως ψευδαίσθησης και φενάκης. Είναι συγκεκριμένα η πολιτική βουλησιαρχία, σήμα κατατεθέν, σύμφωνα τουλάχιστον με τη μαρξική ανάλυση, της Γαλλικής Επανάστασης και της γιακωβίνικης πρωτοπορίας της κατεξοχήν, αυτή που τροφοδοτεί με ψευδαισθήσεις τις όποιες ανατρεπτικές κοινωνικές δυνάμεις και πρέπει, συνεπώς, να υποστεί σφοδρή κριτική από την πλευρά μιας καινοτόμου κομμουνιστικής θεωρίας της επανάστασης:

«Η κλασική περίοδος του πολιτικού νου είναι η Γαλλική Επανάσταση. […] Έτσι, ο Robespierre είδε στη μεγάλη φτώχεια και στον μεγάλο πλούτο μόνο ένα εμπόδιο για την καθαρή δημοκρατία. Θέλησε, συνεπώς, να εγκαθιδρύσει μια καθολική σπαρτιατική λιτότητα. Η αρχή της πολιτικής είναι η βούληση. Όσο περισσότερο μονόπλευρο και, συνεπώς, όσο περισσότερο τέλειο το πολιτικό πνεύμα, τόσο περισσότερο πιστεύει στην παντοδυναμία της βούλησης, τόσο περισσότερο είναι τυφλό στα φυσικά και πνευματικά όρια της βούλησης και τόσο περισσότερο είναι ανήμπορο, συνεπώς, να ανακαλύψει την πηγή των κοινωνικών δεινών».

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι για τον κομμουνιστή Marx η παράλληλα και ραγδαία εξελισσόμενη εκείνη την περίοδο μελέτη έργων πολιτικής θεωρίας και ιστορίας της Γαλλικής Επανάστασης οδηγεί σε μία ακόμη κρίσιμη διαπίστωση. Δεν είναι η βούληση ως υποβολέας της πολιτικής λογικής, αλλά η γνώση ως επεξεργαστής των δεδομένων που απορρέουν από τη φύση των πραγμάτων αυτή που πρέπει να κυριαρχεί στη χάραξη του δρόμου μιας επανάστασης. Συνοπτικά, η παντοδυναμία της βούλησης ως αρχής της πολιτικής αποτελεί τον ασφαλέστερο τρόπο για τη συντριβή και της πιο αποφασιστικής και δραστήριας πρωτοπορίας. Θύματα αυτής ακριβώς της σύγχυσης, που προκάλεσε στη σκέψη και στη δράση τους η υπερτροφία της βούλησης έναντι της απαιτούμενης ιστορικότητας της συνείδησης, έπεσαν οι ίδιοι οι Γιακωβίνοι.

Ζώντας για λίγο ακόμη στο Παρίσι, πριν αναγκαστεί να εγκατασταθεί στις Βρυξέλλες, ο Karl Marx θα σχολιάσει με δραματικό, αλλά και σαρκαστικό ταυτοχρόνως τρόπο τον ιστορικό αναχρονισμό που προκάλεσε στους Γιακωβίνους ο πολιτικός βολονταρισμός τους […].

 

Ένας θετικός κομμουνισμός

 

Ο κομμουνισμός του Marx, γειωμένος στο δύσβατο έδαφος της ταξικής πάλης, συνιστά ως κίνηση/κίνημα (Bewegung) την έξοδο από τον καπιταλισμό και την είσοδο σε μια κοινωνία εντός της οποίας ποίηση και πράξη, οικονομία και πολιτική συνυπάρχουν, αλλά και ανασυντίθενται. Ως εναλλακτική απέναντι στην καπιταλιστική βαρβαρότητα προβάλλει πλέον όχι εκείνος ο μηδενιστικός κομμουνισμός, ο κομμουνισμός της καταστροφής και της ισοπέδωσης, που τόσο απεχθανόταν ο Heine, αλλά ένας θετικός κομμουνισμός, που διέβλεψε ο Marx στην πρωτεύουσα των Φώτων και των Επαναστάσεων.

 

Είναι αυτός ο κομμουνισμός της κοινωνικής απελευθέρωσης και της ιδιοπροσωπίας που καλλιεργείται με τον πολιτικό βίο των προσώπων ενός κομμουνιστικού δήμου και προάγεται με τον πολιτισμό των δημιουργών μιας αισθητικής πολιτείας· εκεί όπου, χωρίς το βάρος της ταξικής εκμετάλλευσης, θα εκτυλιχθεί ενδεχομένως η επόμενη σκηνή του δράματος της ανθρώπινης χειραφέτησης, καθώς «μια ακόμη υπέρβαση, μετά την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, είναι απαραίτητη προκειμένου να επιτευχθεί μια αληθινά νέα, ανθρώπινη κοινωνία, που διαφέρει από την ατομική ιδιοκτησία όχι μόνον ως “οικονομικό σύστημα”, αλλά ως συνολικά διαφορετικός τρόπος ζωής».

Αλέξανδρος Χρύσης Ο Αλέξανδρος Χρύσης είναι καθηγητής Φιλοσοφίας της Ιστορίας και Ιστορίας των Ιδεών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet