Θάρρος έδωσε η ολυμπιονίκης ιστιοπλοΐας, Σοφία Μπεκατώρου, με τη δημόσια καταγγελία του βιασμού της σε ηλικία 21 ετών από το υψηλόβαθμο στέλεχος της Ελληνικής Ιστιοπλοϊκής Ομοσπονδίας (ΕΙΟ) και της ΝΔ, Αριστείδη Αδαμόπουλο, σε ολοένα και περισσότερες γυναίκες να μιλήσουν δημόσια για τα περιστατικά σεξουαλικής βίας που έχουν υποστεί οι ίδιες1.

Ομοίως με το ξέσπασμα του κινήματος MeToo το 2017 στο Χόλυγουντ, από την περασμένη εβδομάδα δημοσιοποιούνται σχεδόν καθημερινά περιστατικά από αθλήτριες που δέχθηκαν σεξουαλική παρενόχληση από αθλίατρους (Μάνια Μπίκοφ, Ραμπέα Ιατρίδου), πολιτικούς και δημοσιογράφους που δέχθηκαν σεξουαλική επίθεση από κομματικά στελέχη και υπουργούς (Ζέφη Δημαδάμα, Ιωάννα Ηλιάδη, Έλλη Στάη), ηθοποιούς που παρενοχλήθηκαν από σκηνοθέτες (Κατερίνα Τσάβαλου), όπως και από εκατοντάδες φοιτήτριες που δέχθηκαν σεξουαλική παρενόχληση από καθηγητή του τμήματος Γεωλογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

«Η Σοφία Μπεκατώρου βρήκε το θάρρος να μιλήσει για το βιασμό που υπέστη από το μεγαλοπαράγοντα της Ομοσπονδίας Ιστιοπλοΐας, βοηθώντας με το παράδειγμά της και άλλες γυναίκες να μιλήσουν, αλλά και να ακουστούν οι φωνές τους. Πολλές μιλούν εδώ και χρόνια, αλλά δεν τις άκουγε κανείς , όπως συνέβη με την περίπτωση του ΑΠΘ», σημειώνει στην «Εποχή» η Ιωάννα Καναβού, μέλος του συντονιστικού του Ελληνικού Δικτύου για τη Φεμινιστική Απεργία 8 Μάρτη (στο δίκτυο συμμετέχουν γυναικείες οργανώσεις, συνδικάτα, τμήματα ισότητας κομμάτων, μέλη τοπικής αυτοδιοίκησης, καθηγήτριες τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κ.ά.).

Από τη μία πλευρά, λοιπόν, το «σπάσιμο της σιωπής», όπως αναφέρονται οι δημόσιες καταγγελίες, είναι πολύ σημαντικό για τη δικαστική και κοινωνική καταδίκη των δραστών και του φαινομένου, όμως η ευθύνη γι’ αυτό δεν βαραίνει μόνο τις ίδιες τις επιζήσασες, αλλά την πολιτεία και την κοινωνία ευρύτερα. Είναι πολύ θετικό στοιχείο ότι οι καταγγελίες χειροκροτήθηκαν από την πλειονότητα των πολιτών και τη δημόσια σφαίρα, όμως, η «σιωπή» δεν αποτελεί απλά αποτέλεσμα κάποιας έλλειψης θάρρους των θυμάτων, ούτε είναι αυτή από μόνη της που διαιωνίζει την ύπαρξη τέτοιων φαινομένων, παρότι συμβάλλει στην αντιμετώπισή τους. Ευθύνη για τα φαινόμενα σεξουαλικής βίας, για τη «σιωπή» και την ανοχή, έχουν πρώτα απ’ όλα οι ίδιοι οι δράστες, η σεξιστική κουλτούρα, οι σχέσεις ανισότητας στην κοινωνία και η έλλειψη κατάλληλων μέτρων.

 

Σχέσεις εξουσίας και σεξουαλική βία

 

Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι τα περιστατικά που καταγγέλλονται τώρα αφορούν χώρους με έντονη ιεραρχία και σχέσεις εξουσίας (χωρίς να σημαίνει ότι αντίστοιχα περιστατικά δεν σημειώνονται και αλλού). Συγκεκριμένα, για το χώρο του πρωταθλητισμού, «από την υπόθεση της Σ. Μπεκατώρου φάνηκε ότι επικρατούν πολύ έντονες σχέσεις εξουσίας. Το κράτος δίνει τη χρηματοδότηση στις ομοσπονδίες και τα διοικητικά συμβούλια από κει και έπειτα κάνουν ό,τι θέλουν, ενώ οι αθλητές και αθλήτριες εξαρτώνται από αυτά», εξηγεί η Μαρία Στρατηγάκη, καθηγήτρια Σπουδών Φύλου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και πρώην γενική γραμματέας Ισότητας (2009-2012).

«Τα ερευνητικά δεδομένα και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό δείχνουν ότι φαινόμενα σεξουαλικής κακοποίησης, παρενόχλησης και βίας είναι έντονα στους χώρους εργασίας, καθώς, παρότι έχουμε κάνει μεγάλη πρόοδο, ακόμα δεν έχει αμφισβητηθεί η πατριαρχική άποψη για τα φύλα, ούτε βέβαια το πρότυπο των εκμεταλλευτικών σχέσεων και σχέσεων εξουσίας, ιδιαίτερα όσον αφορά την οικονομική σφαίρα. Αυτές οι σχέσεις εξουσίας ούτως ή άλλως πλήττουν τους πλέον ευάλωτους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι γυναίκες, με διάφορες μορφές: μισθολογικά, ιεραρχικά, από άποψη ανέλιξης ή πρόσληψης», περιγράφει η Ιωάννα Τσίγκανου, κοινωνιολόγος του εγκλήματος και διευθύντρια στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών.

Παρόλα, όμως, τα εμπόδια που αντιμετωπίζει μια γυναίκα ούτως ή άλλως στον επαγγελματικό τομέα, όταν ο φόβος για απόλυση ή μη ανέλιξη γίνει αιτία να μη μιλήσει για τη σεξουαλική βία που υπέστη, βρίσκεται η ίδια υπόλογη για την «τιμιότητά» της, τις «προτεραιότητές» της κ.ο.κ.

 

Πολλαπλά τα επειδή του «γιατί τώρα;»

 

Αυτά, βέβαια, αν γίνει πιστευτή, καθώς είναι αρκετά σύνηθες η αμφισβήτηση είτε του ίδιου του γεγονότος, είτε της φύσης του ως βιασμός. Αυτό επιχείρησε να κάνει έμμεσα και η ΕΙΟ με την ανακοίνωσή της για το «δυσάρεστο περιστατικό», όπως χαρακτηρίζει το βιασμό, αφού αντί να καταδικάσει και να λάβει μέτρα, ζητά αποδείξεις από τη Σ. Μπεκατώρου, που «μίλησε μετά από τόσα χρόνια», δίνοντας το σύνθημα για το ποιο θα είναι το επιχείρημα αμφισβήτησης σε αυτή την περίπτωση. Επιχείρημα που λίγους έπεισε αυτή τη φορά, με αποτέλεσμα τις απανωτές δημόσιες καταδίκες της ανακοίνωσης, παραιτήσεις δεκάδων μελών της, αναστολή της δωρεάς από το ίδρυμα Νιάρχος, όπως και της κρατικής χρηματοδότησης.

Οι λόγοι, βέβαια, για τη μετέπειτα χρονικά καταγγελία -ή και ποτέ- της σεξουαλικής βίας από τις επιζήσασες είναι πολλοί. Πέραν του φόβου εκδίκησης από το θύτη, με απόλυση, χαμηλή βαθμολόγηση κτλ, όπως προαναφέρθηκε, βασικός παράγοντας αποσιώπησης είναι ακριβώς και αυτή η αρνητική αντιμετώπιση από τον κοινωνικό περίγυρο, το λεγόμενο «blame the victim» (κατηγορία του θύματος). «Είναι αρκετά συχνό φαινόμενο οι επιζήσασες να δεχτούν μια δεύτερη κακοποίηση από τον περίγυρο, που τους λέει ότι με κάποιο τρόπο έφταιξαν και οι ίδιες ή ότι τους συνέβη γιατί είχαν θυματολογικά χαρακτηριστικά», εξηγεί η Ιωάννα Τσίγκανου.

Ταυτόχρονα, «επειδή αυτά τα περιστατικά αγγίζουν πολύ βαθιά τμήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, της αξιοπρέπειας και της κοινωνικής παρουσίας του καθενός, το τραύμα δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμο και μπορεί το θύμα να θέλει να ξεχάσει ότι της συνέβη».

Προσθέτει δε πως εν γένει η δημόσια έκθεση τέτοιων προσωπικών περιστατικών είναι εξαιρετικά δύσκολη, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ανθρώπους του δημόσιου χώρου. «Οι σχέσεις εξάρτησης και εξουσίας είναι ιδιαίτερα ενισχυμένες στο χώρο των διασημοτήτων, είτε μιλάμε για τον αθλητισμό, είτε για την τέχνη, την πολιτική κτλ. Λόγω του δημόσιου ρόλου που επιτελούν, τα θύματα είναι ακόμα πιο εκτεθειμένα και είναι πιο δύσκολο να αντιδράσουν και δυσκολεύονται να ξεπεράσουν τις αντικειμενικές δυσκολίες (ταπείνωσης, ταμπού κτλ) που έχει μια τέτοια έκθεση, γιατί το περιστατικό δεν θα γίνει γνωστό απλά στον προσωπικό περίγυρο, αλλά σε όλη την κοινωνία. Όταν δε ο δράστης είναι διάσημος, είναι πολύ δύσκολο για το θύμα να ακουστεί και είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα υποστεί μια δευτερογενή κακοποίηση».

 

 

Ποτέ δεν είναι αργά

 

Συν της προσωπικής διαδρομής της κάθε επιζήσασας, ρόλο διαδραματίζουν στην καταγγελία τέτοιων περιστατικών και κοινωνικο-πολιτικοί παράγοντες. Αυτή τη στιγμή οι κοινωνικές συνθήκες είναι πολύ πιο ευνοϊκές απ’ ό,τι όχι απλά τη δεκαετία του ’90, αλλά απ’ ό,τι πριν μία πενταετία. Διεθνώς έχει προηγηθεί το κίνημα του MeToo που ευαισθητοποίησε και ενημέρωσε την κοινή γνώμη γι’ αυτά τα ζητήματα, ενώ στην Ελλάδα το 2019 καθιερώθηκε στο ποινικό δίκαιο ότι βιασμός διαπράττεται όταν δεν υπάρχει συναίνεση (χωρίς να απαιτείται η χρήση βίας όπως παλιότερα).

Το «γιατί μετά από τόσα χρόνια, που έχει παραγραφεί ποινικά» δεν υφίσταται ούτε σαν επιχείρημα αμφισβήτησης, ούτε μείωσης της σημασίας του περιστατικού και της καταγγελίας τώρα. «Ανεξαρτήτως δίκης φαίνεται πόσο σημαντική είναι η καταγγελία τέτοιων περιστατικών. Πρώτον έχουμε το δημόσιο ξεμπρόστιασμα του θύτη, λειτουργεί λυτρωτικά για την ίδια τη γυναίκα και ταυτόχρονα, όπως βλέπουμε, γίνεται έναυσμα για να μιλήσουν ακόμα περισσότερες γυναίκες. Κοινωνικά λοιπόν, ακόμα και αν ο κ. Αδαμόπουλος δεν πάει στη φυλακή, οι θετικές συνέπειες της καταγγελίας είναι ήδη ορατές», τονίζει η Μαρία Στρατηγάκη, συμπληρώνοντας πως αν ο ίδιος θεωρεί ότι συκοφαντείται, μπορεί να καταθέσει μήνυση, ρισκάροντας να γίνει η δίκη και να εξεταστεί τελικά η υπόθεση. Ή αλλιώς να μην κάνει καμία κίνηση και ουσιαστικά να παραδεχτεί την ενοχή του. Σημειώνεται ότι, μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν έχει γίνει κάποια τέτοια κίνηση εκ μέρους του. Παρόλ’ αυτά είναι πολύ πιθανό να βρεθεί αντιμέτωπος με τη δικαιοσύνη, αφού κατά την κατάθεσή της στον εισαγγελέα η Σοφία Μπεκατώρου φέρεται να μίλησε και για την υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης άλλης επιζήσασας, που δεν έχει παραγραφεί.

 

Οι άλλοι γιατί σιωπούν;

 

Με τη στάση της έτσι αναδεικνύει και ένα ακόμα σημαντικό ζήτημα, που είναι ο ρόλος των μαρτύρων. Πολλές φορές η σιωπή τους μπορεί να οφείλεται επίσης σε θέση αδυναμίας μπροστά στην εξουσία του θύτη, αν, για παράδειγμα, πρόκειται για υφιστάμενο που μπορεί να απολυθεί κτλ. Αρκετές, όμως, είναι και οι περιπτώσεις που είτε δεν ταυτοποιούν τις πράξεις αυτές ως εγκληματικές, είτε αποδίδουν ευθύνες στο θύμα, είτε δεν αναγνωρίζουν το ζήτημα ως δημόσιο πρόβλημα, αλλά βλέπουν σ’ αυτό μια «ιδιωτική» στιγμή που δεν τους αφορά.

«Η καμπάνια του ευρωπαϊκού λόμπι γυναικών ήταν εστιασμένη το 2020 στην ευαισθητοποίηση των μαρτύρων τέτοιων περιστατικών. Σίγουρα είναι ζητούμενο να μιλήσουν οι ίδιες οι γυναίκες που έχουν υποστεί σεξουαλική βία, όμως βασικό είναι να ευαισθητοποιηθούν και να έχουν μηδενική ανοχή και οι μάρτυρες τέτοιων φαινομένων», επισημαίνει η Μαρία Στρατηγάκη.

Η αναγκαιότητα τέτοιων καμπάνιων έρχεται και πάλι στην επικαιρότητα, καθώς η αδυναμία ταυτοποίησης των σεξουαλικών πράξεων χωρίς συναίνεση ως βιασμό, κακοποίηση ή παρενόχληση, φάνηκε τόσο με κάποιες αντιδράσεις προς την καταγγελία της Σοφίας Μπεκατώρου, όσο και με περιστατικό που εκτυλίχθηκε στην τηλεοπτική εκπομπή «Φωλιά των Κου Κου».

Σε αυτή, οι καλεσμένοι Χρήστος και Παναγιώτης Βαρουξής, δίδυμα αδέλφια, ρωτήθηκαν αν έχουν κάνει σεξ με την ίδια κοπέλα, υποδυόμενοι το ίδιο πρόσωπο, χωρίς αυτή να το γνωρίζει. Η απάντηση ήταν καταφατική, προκαλώντας τα γέλια των αδελφών και των δύο παρουσιαστών, αντί την κλήση της αστυνομίας για σεξουαλική παραπλάνηση και βιασμό. Ευτυχώς το περιστατικό εντόπισε και έκανε γνωστό «Το Μωβ», καταθέτοντας καταγγελία στο ΕΣΡ και ζητώντας την αυτεπάγγελτη παρέμβαση της δικαιοσύνης. Προς το παρόν, όμως, δεν φαίνεται να έχει κινητοποιηθεί η εισαγγελία.

 

Κι όταν μιλήσουν, τι γίνεται;

 

Σημειώνεται ότι οι παρουσιαστές έπειτα ζήτησαν δημόσια συγγνώμη για τη διακωμώδηση του περιστατικού. Η πρακτική, όμως, της χρήσης περιστατικών σεξουαλικής παρενόχλησης και βίας για «να γελάσουμε» αποτελεί σύνηθες φαινόμενο, εξαναγκάζοντας με αυτό το επιχείρημα και την ανοχή των πράξεων, αφού όποια «δυσαρεστείται», κατηγορείται για κομπλεξική, υπερβολική κ.ο.κ.

Άλλη συνήθης κατηγορία προς τις καταγγέλλουσες αποτελεί ότι «ήθελε και τα έπαθε». Σε τέτοια επικίνδυνα σχόλια προέβη ουσιαστικά η ανεξάρτητη δημοτική σύμβουλος Θεσσαλονίκης, Δήμητρα Αλεξίου, για την υπόθεση της Σοφίας Μπεκατώρου, αναρωτώμενη σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης «πώς γίνεται να κατέληξε στο δωμάτιό του αν ήταν παρά τη θέλησή της;», σαν η παρουσία κάποιας γυναίκας με έναν άντρα σε συγκεκριμένο χώρο να σημαίνει αυτομάτως ότι επιθυμεί να κάνει σεξ μαζί του.

Σε αντίστοιχο σχολιασμό προέβη και ο ολυμπιονίκης ιστιοπλοΐας, Τάσος Μπουντούρης, λέγοντας: «πού υπάρχει βία, όταν της είπε γλυκά λόγια και ενέδωσε και άνοιξε την πόρτα και μπήκε μόνη της;». Σύμφωνα με τον ίδιο, λοιπόν, και δυστυχώς όχι μόνο, βιασμός αν έχουν προηγηθεί γλυκόλογα δεν μπορεί να υφίσταται, αφού είναι αυτονόητη η συναίνεση κάθε γυναίκας έπειτα. 

Σε τέτοιου είδους λογικές έγκειται, άλλωστε, και ο λόγος που οι επιζήσασες σεξουαλικής βίας είναι τα μόνα θύματα εγκληματικών πράξεων που δέχονται τόση έντονη αμφισβήτηση γι’ αυτό που καταγγέλλουν, όπως βέβαια και το γεγονός ότι υφίστανται αυτά τα φαινόμενα. Όταν υπάρχει το σεξιστικό στερεότυπο ότι οι γυναίκες είναι το «ωραίο φύλο» που αποτελεί αντικείμενο μόνο σεξουαλικής επιθυμίας και όχι υποκείμενο αυτής, πώς να ληφθεί υπόψιν το όχι τους και πώς η επιτέλεση του κοινωνικού ρόλου που τους αποδίδεται για ικανοποίηση των αντρών να ταυτοποιηθεί ως βιασμός;

Ταυτόχρονα δε με το στερεότυπο του σεξουαλικού αντικειμένου υπάρχει και το στερεότυπο της «αμόλυντης κορασίδας». Στερούμενες έτσι και πάλι την αναγνώριση της σεξουαλικής τους κυριότητας και επιθυμίας, καλλιεργείται η κουλτούρα ότι οι γυναίκες είναι πάντοτε καταπιεσμένες σεξουαλικά και επαφίεται στην πίεση των αντρών να τις «ξεκλειδώσουν», μεταφράζοντας το όχι ή την έλλειψη ανταπόκρισης σαν ναι.

Αντίστοιχα, βέβαια, η κουλτούρα του βιασμού παράγεται και αναπαράγεται και από τα στερεότυπα που κυριαρχούν για τους άνδρες, όπου μέρος του κοινωνικού τους κύρους και της «αρρενωπότητας» οικοδομείται πάνω στην υπερ-σεξουαλική, α-συναισθηματική δραστηριότητα, όπως και στο επιθετικό και βίαιο προφίλ εν γένει.

 

Δημόσιος λόγος και δημόσια δράση

 

Έτσι, λοιπόν, «το να μιλάμε για τα φαινόμενα σεξουαλικής βίας και παρενόχλησης βοηθάει πάρα πολύ, αλλά χρειάζονται και μέτρα από την πολιτεία για να εξαλειφθούν αυτά τα φαινόμενα. Πρώτον, θα πρέπει να ενταχθεί το ζήτημα της ισότητας των φύλων και της σεξουαλικής αγωγής στην εκπαίδευση και να εφαρμοστεί πλήρως η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολη. Επίσης πρέπει να κυρωθεί τώρα και από τη χώρα μας η Διεθνής Σύμβαση Εργασίας 190 για την εξάλειψη της παρενόχλησης στο χώρο εργασίας», σημειώνει η Ιωάννα Καναβού για τα βήματα που πρέπει να ακολουθήσουν τις δημόσιες καταγγελίες, τονίζοντας και την ανάγκη ακόμα μεγαλύτερης ενδυνάμωσης του φεμινιστικού κινήματος στη χώρα μας, κυρίως με την ένταξη και των νέων γυναικών σε αυτό.

Σημαντική είναι, σύμφωνα με τη Μαρία Στρατηγάκη, και η αύξηση της συμμετοχής των γυναικών σε όλα τα κέντρα λήψης αποφάσεων, εισάγοντας την ποσόστωση και στις διοικήσεις μεγάλων επιχειρήσεων, αθλητικών ομοσπονδιών κτλ, όπως και η δημιουργία ειδικών επιτροπών για την καταγγελία περιστατικών σεξουαλικής βίας σε μεγάλους εργασιακούς χώρους, πανεπιστήμια κ.ο.κ, ώστε να μη χρειάζεται η απεύθυνση γι’ αυτό στον προϊστάμενο (που πιθανά να είναι ο δράστης ή να καλύψει το δράστη).

Ζητούμενο, βέβαια, είναι να σταματήσει και η επαναθυματοποίηση των καταγγελλουσών από την αστυνομία, τα δικαστήρια και το δημόσιο λόγο. «Επειδή η επικοινωνία βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή και υπάρχει αδηφαγία, θα πρέπει να προσέξουμε ώστε η δημοσιοποίηση των περιστατικών να γίνεται με σεβασμό στην αξιοπρέπεια των θυμάτων και να μην ευτελιστεί η κατάσταση από τα ΜΜΕ», εφιστά την προσοχή για το επόμενο διάστημα η Ιωάννα Τσίγκανου.

 

Σημείωση

Ο βιασμός και οι διάφορες μορφές σεξουαλικής βίας δεν έχουν πάντοτε ως θύτη κάποιον άνδρα και ως θύμα κάποια cis ή τρανς γυναίκα. Υπάρχουν περιστατικά όπου τα θύματα είναι άνδρες ή ίντερσεξ άτομα ή η δράστρια είναι γυναίκα. Καθώς όμως, βάσει της «Ετήσιας Έκθεσης για την Ισότητα μεταξύ Γυναικών και Ανδρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση» το 2018, το 85,8% των θυμάτων σεξουαλικής βίας είναι γυναίκες και το 98,3% των δραστών με καταδίκη είναι άνδρες, στο κείμενο έχει επιλεχθεί οι έμφυλες αναφορές να γίνονται βάσει αυτών των δεδομένων. Ούτως ή άλλως, το θηλυκό γένος μπορεί να αναφέρεται και να συμπεριλαμβάνει κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως φύλου, όπως γίνεται αιώνες τώρα με το αρσενικό.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet