Πριν από 9 χρόνια, στις 24 Ιανουαρίου 2012, σκοτώθηκε από διερχόμενη μοτοσικλέτα, κατά τη διάρκεια γυρισμάτων, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Έτσι δεν ολοκληρώθηκε ποτέ η «Άλλη θάλασσα», η ταινία η θα οποία συμπλήρωνε την τριλογία του για τη σύγχρονη Ελλάδα.

Τον γνώρισα το 1976, με το «Θίασο». Η αλήθεια είναι πως όταν βγήκα από την αίθουσα, αφού είχα κυριολεκτικά κονταροχτυπηθεί, επί 3 ώρες και 50 λεπτά, με τις εικόνες του, ένιωσα την αμηχανία του νεοφώτιστου και την πληρότητα της συμμετοχής σε κάτι σπουδαίο. Με λίγα λόγια δεν είχα καταλάβει και πολλά πράγματα, καθώς αγνοούσα αρκετά για τους αρχαίους μας μύθους αλλά και για την ελληνική ιστορία. Όμως, ως άρτι γοητευθείς από τις ιδέες της Αριστεράς, όφειλα να δω την ταινία η οποία ήταν περίπου ευαγγέλιο για τους συντρόφους μου. Κάπως έτσι άνοιξε ένα μεγάλο παράθυρο το οποίο δεν δίστασα να δρασκελίσω και το οποίο με έφερε, μέσα από διαβάσματα, συζητήσεις και θεάσεις ταινιών, κοντά στο σινεμά ενός εκ των κορυφαίων σκηνοθετών του ευρωπαϊκού κινηματογράφου.

Με αφορμή την επέτειο του θανάτου του και με τη σκέψη να γράψω δυο λόγια προς τιμή του, προσπάθησα να επαναφέρω στη μνήμη μου τις ταινίες του. Πολύ σύντομα διαπίστωσα πως ήταν αρκετά δύσκολο να τις ξεχωρίσω καθώς σκηνές, σεκάνς, μονόλογοι, διάλογοι, μουσικές ερχόταν όλα μαζί, σαν χείμαρρος και με κατέκλυζαν. Η ερημιά του τόπου και των ανθρώπων, στο βροχερό και ομιχλώδες τοπίο της «Αναπαράστασης», ο μονόλογος του Στράτου Παχή στο «Θίασο», που καταλήγει λέγοντας «εγώ ήρθα από τη θάλασσα, από την Ιωνία. Εσείς από πού ήρθατε;», η συνταρακτική σκηνή με το τεράστιο άγαλμα του Λένιν το οποίο ανεβαίνει το Δούναβη, στο «Βλέμμα του Οδυσσέα», η σπαρακτική σεκάνς του γάμου, με τους μελλόνυμφους να τους χωρίζει το ποτάμι, στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού», η πρώτη σκηνή από το «Λιβάδι που δακρύζει», με τους έλληνες πρόσφυγες από την Οδησσό να αποβιβάζονται στην παραλία, είναι εικόνες οι οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να μεταπηδήσουν από τη μια ταινία στην άλλη. Όλες μαζί αποτελούν ένα σύνολο, ένα συμπαγές όλον, όπως το έχει χαράξει η Ιστορία και η μνήμη στο σώμα της πατρίδας μας. Κι αυτό είναι το σύμπαν του Θόδωρου Αγγελόπουλου, η άλλη Ελλάδα, η οποία οριοθετείται από το γκρίζο της ήττας και βρίσκεται στον αντίποδα της ηλιόλουστης Ελλάδας των τουριστικών οδηγών. Η Ελλάδα του Σεφέρη και η Ελλάδα του Ελύτη, όπως έχει πει ο ίδιος.

Μοιάζουν, λοιπόν, οι ταινίες του, ως συνέχεια η μία της άλλης ή ως εγκιβωτισμένη η μία στην άλλη. Ο ίδιος ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, άλλωστε, έχει πει: «Εγώ πιστεύω ότι έχω κάνει μόνο μία ταινία. Όλες οι άλλες είναι παραλλαγές πάνω στο ίδιο θέμα γιατί όλα τα θέματα βρίσκονται στην Αναπαράσταση. Παραλλαγές στο ίδιο θέμα, ακριβώς όπως κάνουν οι μουσικοί, που παίρνουν ένα θέμα και κάνουν παραλλαγές μετά. Και το πιστεύω γενικά για όλους τους ανθρώπους, για όλους του καλλιτέχνες, για όλους του κινηματογραφιστές. Κυρίως αυτό συμβαίνει στους ανθρώπους που έχουν έναν δικό τους κόσμο και με αυτόν διαλέγονται. Κι αν κατορθώνουν και τον κάνουν να επικοινωνεί και με κάποιον άλλον, έστω και με έναν ακόμα, αυτό το έργο έχει λόγο ύπαρξης. Πιστεύω πως ένας θεατής αρκεί για να δικαιώσει μια ταινία. Συνάντηση δύο βλεμμάτων, τίποτε άλλο. Τα άλλα είναι ιστορίες του ταμείου, ιστορίες των βραβείων, δηλαδή εφήμερα πράγματα» (εκπομπή της ΕΡΤ «Η ιστορία των χρόνων μου», σενάριο-σκηνοθεσία: Σταύρος Καπλανίδης).

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 1935. Για τη σχέση του με το σινεμά έχει πει πως ξεκίνησε από τα χρόνια που ήταν μαθητής στο δημοτικό και συγκεκριμένα όταν είχε δει την ταινία του Μάικλ Κέρτιζ, «Κολασμένες ψυχές». Στην ταινία αυτή, λοιπόν, «υπάρχει μια σκηνή στην ταινία όπου ο ήρωας οδηγείται από δυο φύλακες στην ηλεκτρική καρέκλα. Καθώς προχωρούν, οι σκιές τους μεγαλώνουν στον τοίχο. Ξαφνικά μια κραυγή… Δεν θέλω να πεθάνω. Αυτή η κραυγή για καιρό μετά στοίχειωνε τις νύχτες μου. Ο κινηματογράφος μπήκε στη ζωή μου με μια σκιά που μεγάλωνε σε έναν τοίχο και μια κραυγή».

Μιλώντας στο Μισέλ Φάις, είπε: «το τελειωτικό χτύπημα μού το έδωσε το "Με κομμένη την ανάσα" του Γκοντάρ. Είχα ήδη αποφασίσει να ασχοληθώ με το σινεμά. Όταν το συνειδητοποίησα αυτό κατάλαβα ότι με ενδιαφέρει η γραφή, η κινηματογραφική περιπέτεια, σαν προσωπική περιπέτεια».

Η πρώτη του ταινία ήταν η μικρού μήκους «Εκπομπή», το 1968. Είχε όμως προηγηθεί, το 1965, η μεγάλου μήκους ταινία «Forminx story», με θέμα τους τραγουδιστές της εποχής, η οποία έμεινε ημιτελής.

Έτσι φτάσαμε στο 1970, όταν σκηνοθέτησε την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία, την «Αναπαράσταση», εμπνευσμένη από ένα φονικό σε κάποιο ορεινό χωριό της Ηπείρου. Ήταν η ταινία η οποία σηματοδότησε τη γέννηση του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου και η οποία τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με τα βραβεία καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, φωτογραφίας και γυναικείου ρόλου (Τούλα Σταθοπούλου).

Ακολούθησαν «Οι μέρες του ’36» [(1972), βλέπε «Εποχή» 12/12/2020) για να έρθει το 1975, ο «Θίασος», ο οποίος περιλαμβάνεται ανάμεσα στις 100 καλύτερες ταινίες από καταβολής κινηματογράφου! Η Ελλάδα από το 1939 ως το 1952, μέσα από τα μάτια ενός περιοδεύοντος θιάσου, ιδωμένη μέσα από τον μύθο των Ατρειδών. Βραβείο Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου στις Κάνες, βραβεία καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, ανδρικού και γυναικείου ρόλου (Βαγγέλης Καζάν, Εύα Κοταμανίδου), Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κ.ά. Το 1977, με τους Κυνηγούς, μια αλληγορία για τον Εμφύλιο, κλείνει η τριλογία της ιστορίας.

Ακολούθησαν οι ταινίες «Μεγαλέξαντρος» (1980), «Ταξίδι στα Κύθηρα» (1984), «Μελισσοκόμος» (1986), «Τοπίο στην ομίχλη» (1988), «Το μετέωρο βήμα του πελαργού» (1992), «Το βλέμμα του Οδυσσέα» (1995), «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» (1998), «Το λιβάδι που δακρύζει» (2004) και η «Σκόνη του χρόνου» (2008).

Αργόσυρτα μακρινά πλάνα, δουλεμένα ως την τελευταία λεπτομέρεια έτσι ώστε και ο πλέον σχολαστικός θεατής να αδυνατεί να εντοπίσει λάθη, ρυθμός υποβλητικός, βαθιά στοχαστικός, υψηλή αισθητική και ελεγειακή-ποιητική προσέγγιση. Και, φυσικά, αποστασιοποίηση –κάποιοι έχουν μιλήσει για «ψυχρότητα» – καθώς στις ταινίες του αυτό που κυριαρχεί είναι η Ιστορία και όχι οι ανθρώπινες ιστορίες. Όπως ο ίδιος έχει πει στον Αντώνη Μποσκοΐτη: «Έχω μεγαλύτερη σχέση με τον Μπρεχτ παρά με τον Αϊζενστάιν, όπου ακριβώς τα πρόσωπα στερούνται ατομικής ψυχολογίας και κινούνται βάσει ενός ιστορικού πλαισίου. Υπάρχουν βέβαια και πρόσωπα με χαρακτήρα, αλλά κι αυτά υπηρετούν την ιστορική προσέγγιση μέσω της μπρεχτικής αποστασιοποίησης και αποδραματοποίησης».

Στράτος Κερσανίδης strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet