Στις αρχές του Ιανουαρίου του 2021, κυκλοφόρησε από τον Grasset το βιβλίο της Vanessa Springora, «Le Consentement»1, δηλαδή «Η Συναίνεση». Στο βιβλίο αυτό η συγγραφέας –σημερινή διευθύντρια του εκδοτικού οίκου Julliard– καταγράφει το χρονικό της πολύπλευρης «σωματικής, ψυχολογικής και λογοτεχνικής» κακοποίησης που υπέστη από τον γάλλο συγγραφέα Gabriel Matzneff κατά τη διάρκεια της εφηβείας της. Όταν η Springora γνώρισε τον Matzneff στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, συνοδευόμενη από τη μητέρα της σε ένα δείπνο στο οποίο παρευρίσκονταν πολλοί γάλλοι διανοούμενοι, ήταν μόλις 14 ετών, ενώ εκείνος ήταν σχεδόν 50. Η συνάντηση αυτή ήταν το εφαλτήριο για την αρχή της βίαιης κακοποιητικής χειραγώγησης από τον Μatzeff όπως την περιγράφει, η οποία διήρκησε σχεδόν μέχρι να ενηλικιωθεί, ενώ την επηρέασε καθοριστικά και στη συνέχεια της ζωής της, στις σπουδές της και στις επαγγελματικές επιλογές.

Η Springora ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο - ημερολόγιο της το 2017, όταν είχε αρχίσει να ξετυλίγεται το κουβάρι των καταγγελιών για βιασμό και σεξουαλική παρενόχληση σε βάρος του Harvey Weinstein, ωστόσο αρχικά δίστασε να μοιραστεί τη δική της τραυματική εμπειρία, το δικό της #metoo με τις άλλες καταγγέλλουσες. Η αμηχανία της πήγαζε, όπως η ίδια εξηγεί από την αξεπέραστη ενοχή της για την υποτιθέμενη συναίνεσή της σε αυτή τη «σχέση» με τον Matzneff. Σαράντα επτά χρονών σήμερα, η Springora και μέσα από τη διαδικασία συγγραφής του βιβλίου της οδηγήθηκε στην οδυνηρή συνειδητοποίηση του χάσματος της ανισότητας που χωρίζει ένα κορίτσι 14 ετών, που μοιράζει το χρόνο ανάμεσα στα μαθήματά του και στην αγάπη του για τη λογοτεχνία και που έχει συγκλονιστεί από το διαζύγιο των γονιών του, από έναν καταξιωμένο και διάσημο συγγραφέα που διανύει την έκτη δεκαετία της ζωής του.

 

Η αρχή

 

Η αλήθεια είναι πως η πολιτική και κοινωνική επίδραση του βιβλίου είναι τόσο ισχυρή στη δημόσια συζήτηση στην Γαλλία στο βαθμό που –έστω μερικώς– παραγνωρίζεται η λογοτεχνική του αξία. Αυτό συμβαίνει και γιατί «Η Συναίνεση» αμφισβητεί αντιλήψεις που έχουν εκφραστεί και από εμβληματικούς γάλλους διανοούμενους για τον έρωτα, την επιθυμία και τις διαπροσωπικές σχέσεις, αναδεικνύοντας τις κρίσιμες διαστάσεις της έμφυλης, κοινωνικής, επαγγελματικής και οικονομικής ανισότητας ως υπόβαθρα άλλοτε εξιδανικευμένων σχέσεων στη λογοτεχνία ή και στη ζωή. Επιπλέον, με αυτόν τον τρόπο, η αφήγηση αυτή συνιστά κι ένα συγκροτημένο φεμινιστικό αντίλογο στο κείμενο για τη σεξουαλική ελευθερία που συνυπέγραψαν 100 διάσημες γαλλίδες το 20182 απέναντι στην πολιτική κουλτούρα που εισήγαγε αυτό το «νέο είδος φεμινισμού» του #metoo όπως χαρακτήριζαν το κίνημα, το οποίο μεταξύ άλλων κατηγορούσαν για νέο-πουριτανισμό.

Όταν το 2006, η Tarana Burke, φεμινίστρια ακτιβίστρια, χρησιμοποίησε για πρώτη φορά στο Μy Space το #metoo, ήθελε να ενθαρρύνει τις γυναίκες να μοιραστούν τις εμπειρίες της σεξουαλικής παρενόχλησης και της έμφυλης βίας και να οικοδομήσουν ένα μέτωπο συλλογικής αλληλεγγύης, πολιτικοποιώντας εκ νέου τη δημόσια συζήτηση για τα θέματα της έμφυλης βίας. Χρειάστηκαν ωστόσο να περάσουν άλλα δέκα χρόνια, ώστε η πρωτοβουλία αυτή να γίνει το εφαλτήριο για την ανάδυση ενός νέου φεμινιστικού κινήματος, που έχει ισχυρό πολιτικό και κοινωνικό αντίκτυπο και θέτει νέα πολιτικά αιτήματα. Αυτή η νέα κοινότητα που δημιουργήθηκε και συνεχίζει να δημιουργείται μέσα από μια πρακτική λόγου [#metoo, #Ni una menos, #Υο si te creo Hermana (Σε πιστεύω αδερφή μου) κ.ά.] έφερε στο προσκήνιο νέες μορφές και πρακτικές αντίστασης στα πολλαπλά επίπεδα των καταπιεστικών σχέσεων εξουσίας, που θεμελιώνονται και αναπαράγονται μέσω της διατήρησης ιεραρχιών φύλου, τάξης, φυλής και σωματικής υγείας.

 

Ήταν καιρός

 

Η δημόσια καταγγελία της Σοφίας Μπεκατώρου, μιας καταξιωμένης αθλήτριας με εκατοντάδες διεθνείς διακρίσεις στο ενεργητικό της, για το βιασμό που υπέστη από ένα μέλος της Ομοσπονδίας Ιστιοπλοΐας κατά τη διάρκεια αποστολής, στην οποία εκπροσωπούσε την Ελλάδα σε διεθνείς αγώνες, είναι πρώτα μια πράξη αλτρουισμού και βαθιάς αλληλεγγύης. Η τόλμη της είναι συγκλονιστική, αν αναλογιστούμε τη μεγάλη αναστάτωση που ενδεχομένως να φέρνει στην ίδια και στην οικογένειας της αυτή η επιλογή. Και δεν είναι τυχαίο που το θάρρος της αυτή η ίδια αγωνιστική της διάθεση, η ίδια διάθεση που την έκανε πρωταθλήτρια στην ιστιοπλοΐα, έδωσε το κουράγιο και σε άλλες γυναίκες –και  σε κάποιους άνδρες– από το χώρο του αθλητισμού και τώρα από το χώρο της τέχνης να μιλήσουν δημόσια και να καταγγείλουν βία, κακοποιητικές συμπεριφορές και τοξική αρρενωπότητα που έχουν υποστεί στην εργασία τους, στις σπουδές τους ή ακόμη και στην κοινωνική τους ζωή.

Ειδικότερα, στο χώρο της τέχνης δεν είναι λίγες οι φορές που σχεδόν τυραννικές συμπεριφορές νομιμοποιούνται με την επίκληση σε αφηρημένες ιδέες και στο «καλό» τέχνης. Και ήταν μάλλον καιρός αυτές οι μορφές χειριστικών συμπεριφορών που αξιώνουν να εκμεταλλεύονται το ενδιαφέρον των ανθρώπων και την αγάπη για ένα επάγγελμα και την ανάγκη τους βιοπορισμού από αυτό, όχι απλά να μη ρομαντικοποιούνται και να εξιδανικεύονται –γιατί καμιά δεν ψάχνει δυναστικούς Πυγμαλίωνες– αλλά και να αποκαλύπτονται ως αυτό που πραγματικά είναι: εκδηλώσεις πατριαρχικής βίας που φύονται και αναπαράγονται μέσα σε ένα σύστημα πολλαπλών ανισοτήτων – έμφυλων, κοινωνικών, ταξικών και άλλων που πολλές φορές δεν περιγράφονται με λόγια και δεν εντάσσονται σε γενικές κατηγορίες. Εξάλλου, η πιο πειστική απάντηση σε όλους όσοι βιάστηκαν να αναρωτηθούν «γιατί τώρα;» έρχεται από την αποφασιστικότητα των ίδιων των καταγγελλουσών να σταθούν η μία στο πλευρό της άλλης, να διεκδικήσουν από κοινού την έμπρακτη δικαίωσή τους και να συμβάλουν στη δημιουργία των προϋποθέσεων να μην επαναληφθούν αυτά τα φαινόμενα. Όπως ακριβώς έκαναν, για παράδειγμα, οι νυν και πρώην φοιτήτριες στο τμήμα της Φιλοσοφικής σχολής του ΑΠΘ καταγγέλλοντας τον καθηγητή που κατ’ εξακολούθηση τις παρενοχλούσε και τις εξεβίαζε στο πλαίσιο του μαθήματος του. Όπως ακριβώς θα κάνουν κι άλλες, διεκδικώντας καλύτερες συνθήκες και για εκείνες που έχουν υποστεί ή υφίστανται την έμφυλη βια και βρίσκονται σε ακόμη δυσκολότερη θέση, που απειλούνται να απολυθούν ή που δεν έχουν χαρτιά.

 

Συλλογική διεκδίκηση

 

Τα τελευταία αναπόφευκτα πολιτικοποιούν όλες αυτές τις διαδικασίες, τις μετασχηματίζουν σε συλλογική διεκδίκηση που θέτει αιτήματα για πολιτική και θεσμική αντιμετώπιση, για ανάληψη πολιτικών πρωτοβουλιών και για την ενίσχυση των πολιτικών για την εξάλειψη της έμφυλης βίας στην εργασία, στην εκπαίδευση και στην κοινωνία. Ο αγώνας ενάντια στην πατριαρχία όπως και ο αγώνας ενάντια στο φασισμό είναι πολύπλευρος, ιδεολογικός και πολιτικός και κυριότερα καθημερινός. Και είναι πράγματι εντυπωσιακό πώς μέσα σε αυτές τις συνθήκες γενικευμένης της κοινωνικής και οικονομικής κρίσης και των οδυνηρών κοινωνικών συνεπειών της νεοφιλεύθερης διαχείρισης της πανδημίας, τα φεμινιστικά κινήματα σε όλον τον κόσμο επιδρούν καθοριστικά στην πολιτική συγκυρία: η νομιμοποιήση των αμβλώσεων στην Αργεντινή, το πάγωμα της αντιδραστικής νομοθέτησης στην Πολωνία και η μεταρρύθμιση του συντάγματος στην Αργεντινή είναι κάποια εμβληματικά παραδείγματα. Η πάλη για μια πιο ισότιμη και δικαιότερη κοινωνία είναι το δίχως άλλο μια συλλογική υπόθεση. Αυτή η συλλογική υπόθεση όμως συχνά χρειάζεται κι εκείνες που θα κάνουν πρώτες την αρχή.

 

Σημειώσεις

1. www.grasset.fr/livres/le-consentement-9782246822691

2. www.lemonde.fr/idees/article/2018/01/09/nous-defendons-une-liberte-d-importuner-indispensable-a-la-liberte-sexuelle_5239134_3232.html

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet