Στον κ. Αντ. Σαμαρά πρέπει να αναγνωριστεί μια ικανότητα. Η ικανότητα να παράγει ενδιαφέρουσες ειδήσεις. Ασχέτως αν κατά κανόνα δυσάρεστες. Αν συγκυριακά αδόκιμες και γενικά δύσπεπτες – για το κόμμα του ιδίως.

Η συνέντευξή του στην «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής. Μια πολιτική κίνηση που ανακάλεσε μνήμες από την ανατροπή, με δική του ευθύνη, της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη το 1993. Υπονομεύοντας, στην ουσία, την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, επέλεξε τη συγκυρία για να υπονομεύσει τις διερευνητικές επαφές Ελλάδας-Τουρκίας: την παραμονή της έναρξής τους. Επιρρίπτοντας, έμμεσα, στον πρωθυπουργό –και στην απόφασή του να συγκατατεθεί να επανεκκινήσουν οι διερευνητικές- την ευθύνη για την ανοχή συμμάχων και εταίρων έναντι της Τουρκίας. «Η διεθνής κοινότητα», είπε, «δεν τιμωρεί μια χώρα την ώρα που αυτή τυπικά διαπραγματεύεται» -διαπραγματεύεται με τη συγκατάθεση, εννοείται, της άλλης πλευράς, δηλαδή της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Παράλληλα, δήλωσε αντίθετος στην προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης –πάγια θέση του πρωθυπουργού, αν οι διαπραγματεύσεις αποβούν άκαρπες– και ολοκλήρωσε καταθέτοντας ότι θα καταψηφίσει τα μνημόνια με τη Βόρεια Μακεδονία, όταν τα φέρει στη Βουλή η κυβέρνηση.

 

Η αντίδραση του κ. Μητσοτάκη

 

Το κόμμα της ΝΔ.είναι ο τελευταίος που δικαιούται να εκπλήσσεται. Ο κ. Σαμαράς είναι ο πολιτικός ο οποίος είχε καταφερθεί στη Βουλή, από τη θέση του κεντρικού αγορητή της Νέας Δημοκρατίας, δριμύτατα εναντίον της Συμφωνίας των Πρεσπών και της κυβέρνησης Τσίπρα, καταχειροκροτούμενος από το σύνολο των βουλευτών της ΝΔ. Με τον κ. Μητσοτάκη –απόντα την ημέρα εκείνη από τη Βουλή– να συντάσσεται, ωθούμενος από μικροκομματικές σκοπιμότητες, με μια γραμμή που ανέτρεπε άρδην την εθνική γραμμή την οποία είχε χαράξει η ΝΔ, ως κυβέρνηση, στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι το 2008.

Ήταν Ιανουάριος του 2019 τότε. Τότε η ΝΔ ήταν αντιπολίτευση. Τότε είχε τα ελαφρυντικά του ρόλου της.

Σήμερα είναι αλλιώς. Σήμερα ο κ. Μητσοτάκης έχει αποχαιρετήσει τη βολή της θέσης του επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Σήμερα είναι πρωθυπουργός. Ο πρωθυπουργός που αμφισβητείται ευθέως από τον ίδιο άνθρωπο τον οποίο ο πατέρας του -πρωθυπουργός και εκείνος τότε- είχε αποπέμψει, προ τριακονταετίας, από το ίδιο κόμμα για τον ίδιο λόγο.

Δεν αντιδρά επί του παρόντος ο κ. Μητσοτάκης. Η αντίδρασή του θα εξαρτηθεί εν πολλοίς από το αν θα υπάρξει πρόοδος στα ελληνοτουρκικά τέτοια που θα του επιτρέψει να κατισχύσει εσωκομματικά. Προς το παρόν, ο κ. Σαμαράς εκφράζει μια ισχυρή τάση εντός του κυβερνώντος κόμματος. Ο κ. Μητσοτάκης μπορεί μόνο να ελπίζει σε ένα νέο, ευνοϊκό συσχετισμό δυνάμεων, αποτέλεσμα της προσφυγής στις κάλπες. Στις πρόωρες κάλπες. Εκεί πιθανώς οδεύουν, υπό πολλές προϋποθέσεις, τα πράγματα, καθώς στον ορίζοντα δεν διαφαίνεται πρόοδος στα ελληνοτουρκικά ικανή να ακυρώσει τη ρητορική του κ. Σαμαρά. Πρόωρες κάλπες από τις οποίες ο πρωθυπουργός θα επιδιώξει να προκύψει μια «μητσοτακική» κοινοβουλευτική ομάδα απαλλαγμένη, κατά το δυνατόν, από την επιρροή προσωπικοτήτων του βαθέως νεοδημοκρατικού παρελθόντος.

 

Αναγνώσεις

 

Η επιτυχία του εγχειρήματος θα κριθεί κυρίως από τη διεξαγωγή του τακτικού συνεδρίου της ΝΔ. εντός του έτους. Εκεί ο πρωθυπουργός θα επιδιώξει κατά προτεραιότητα την αναδιάταξη των συσχετισμών, όσο ακόμη αντέχει χωρίς αμφισβητήσεις η απόλυτη ισχύς του ως ηγέτη, ελλείψει, μάλιστα, ενός αντικαταστάτη ικανού να εγγυηθεί την αδιατάρακτη νομή της εξουσίας.

Δεν είναι αβάσιμη η εκτίμηση ότι ο κ. Μητσοτάκης σκοπεύει –ακριβώς επειδή ο κ. Σαμαράς κατέθεσε τη διαφωνία του μέσα από τις σελίδες μιας κατεξοχήν φιλο-νεοδημοκρατικής εφημερίδας– να φέρει σύντομα στη Βουλή προς κύρωση τα τρία μνημόνια που συνδέονται με την εφαρμογή της Συμφωνίας των Πρεσπών, ως πρόκληση απευθυνόμενη στο ένστικτο επιβίωσης των μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας. Πρόκληση που θα επιβεβαιώσει στην πράξη τη ρήση του εξ απορρήτων κ. Γεραπετρίτη, ότι ο πρωθυπουργός «…δεν εκβιάζεται, δεν φοβάται, προχωράει με την κρίση του και την άποψή του».

Όπως επίσης δεν είναι αβάσιμη η «ανάγνωση» της συνέντευξης Σαμαρά η οποία διακρίνει σε αυτήν αρχηγικές βλέψεις. Ακούγεται εύλογο το επιχείρημα ότι ο κ. Μητσοτάκης, ενήμερος γι’ αυτές τις βλέψεις αρκετά πριν από την περίφημη συνέντευξη, προχώρησε στον πρόσφατο κυβερνητικό ανασχηματισμό κυρίως για να εξευμενίσει τα δεξιά εξτρέμ της ομάδας. Αν με τον τρόπο αυτό πέτυχε αυτό που ήλπιζε, δηλαδή να αποφύγει να βρεθεί όμηρος του κ. Σαμαρά, παραμένει αμφίβολο. Βέβαιο πρέπει να θεωρείται ότι ο κ. Σαμαράς ερμήνευσε τον ανασχηματισμό ως κίνηση αποδυνάμωσης της επιρροής του στην κοινοβουλευτική ομάδα και γι’ αυτό επιδίωξε τη συνέντευξη – και τη δημοσίευσή της ακριβώς την παραμονή της επανέναρξης των διερευνητικών επαφών στη Νύμφη του Βοσπόρου.

 

Δίλημμα

 

Στο σημείο αυτό, το θέμα προσλαμβάνει νέα διάσταση. Η υπονόμευση των διερευνητικών, και μάλιστα με όχημα την «Καθημερινή», είναι περισσότερο από βέβαιο ότι έχει δυσαρεστήσει έντονα το τρίγωνο Ουάσινγκτον-Βερολίνο-Βρυξέλλες. Κάτι τέτοιο σίγουρα δεν ήταν στις προθέσεις του Αλέξη Παπαχελά, ο οποίος πήρε τη συνέντευξη – άλλου πρέπει να αναζητηθούν τα κίνητρα της συνάντησης Σαμαρά-«Καθημερινής».

Ο κ. Μητσοτάκης βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα είτε του ουσιαστικού διαλόγου με την Τουρκία με έξωθεν στήριξη, είτε της προσφυγής στις πρόωρες εκλογές όσο ακόμη οι απώλειές του τόσο εντός του κόμματος όσο και στην κοινωνία και δεν έχουν πάρει την κατιούσα.

Πράγμα που μάλλον έχει αρχίσει να συμβαίνει, αν είναι σωστή η παρατήρηση ότι ήδη στο μπλοκ των συμφερόντων που τον στηρίζουν έχει ξεκινήσει ένα ρήγμα. Ένα ρήγμα που το ίχνος του διακρίνεται στην ανοιχτή αντιδικία ανάμεσα στην «Καθημερινή» του κ. Αλαφούζου και στα «Παραπολικά» του κ. Κουρτάκη με αφορμή –και όχι εξαιτίας, όπως επιχειρείται να παρουσιαστεί– τη συνέντευξη Σαμαρά στον Αλέξη Παπαχελά.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet