Φωτογραφία: Νικόλας Κοκοβλής

 

 

 

Η τρίτη κατά σειρά προληπτική καθολική απαγόρευση των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων με Απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας (μετά την 17η Νοεμβρίου και την 6η Δεκεμβρίου) εγείρει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, τέσσερα μείζονα νομικά και δικαιοπολιτικά ζητήματα. Κατ’ αρχάς πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν πρόκειται για «χαλάρωση» του πλαισίου διεξαγωγής των συναθροίσεων (όπως επισημάνθηκε κατά μια οργουελική διαστρέβλωση της πραγματικότητας), αλλά για απαγόρευση που δεν βρίσκει νομικό έρεισμα στην Κοινή Υπουργική Απόφαση για παράταση του λοκντάουν, στην οποία γίνεται ρητή μνεία στο Ν. 4703/2020 αναφορικά με τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις.

 

Πρώτον, παρατηρείται για πολλοστή φορά ιδίως κατά το δεύτερο κύμα της πανδημίας ότι η εκτελεστική εξουσία επικαλείται μια μη δημοσιευμένη εισήγηση της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας της Δημόσιας Υγείας ως δικαιολογητική βάση για τη λήψη κάποιου μέτρου που περιορίζει δραστικά ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα. Ενόψει της μη δημοσίευσης, λοιπόν, κανείς δεν γνωρίζει εάν πρόκειται για εισήγηση που αφορά ad hoc στο ζήτημα της διεξαγωγής διαδηλώσεων ή εν γένει στη διαχείριση της πανδημίας από τα αρμόδια πολιτικά όργανα. Τα πορίσματα της –τεχνοκρατικά νομιμοποιημένης- Επιτροπής εργαλειοποιούνται από την εκτελεστική εξουσία, με τη δικαιοκρατική θωράκιση των μέτρων (π.χ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση) να υποχωρεί χάριν της ποθούμενης αποτελεσματικότητας και της αυταπόδεικτης «αλήθειας» των πορισμάτων της Επιτροπής. Πρόκειται, εκτός των άλλων, για πλάνη, καθώς στην Επιτροπή δεν υπάρχει ομοφωνία, αλλά σημειώνονται διακριτές αποχρώσεις ως προς τα βέλτιστα δυνατά μέσα για την επίτευξη του σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την προστασία της δημόσιας υγείας.

 

Δεύτερον, βάσει του άρθ. 11 παρ. 2 Συντ., «οι υπαίθριες συναθροίσεις μπορούν να απαγορευτούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, όπως νόμος ορίζει». Συνεπώς, η προληπτική απαγόρευση όλων ανεξαιρέτως των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων μπορεί να έχει συνταγματικό έρεισμα μόνον αν η υγειονομική κρίση εκληφθεί ως ζήτημα δημόσιας ασφάλειας. Η ασφαλειοποίηση της δημόσιας υγείας, όμως, υπονομεύει την αλληλέγγυα προσπάθεια των μελών του κοινωνικού συνόλου για την αναχαίτιση της εξάπλωσης του ιού, καθώς αναπαράγει ιεραρχήσεις και αποκλεισμούς συνεπαγόμενη την «από τα πάνω» κατασκευή ενός «εσωτερικού εχθρού». Κατά τη δικαιοκρατικά ανέλεγκτη κυριαρχική βούληση των κυβερνώντων, ολόκληρες κατηγορίες του πληθυσμού (με όρους συλλογικής και όχι ατομικής ευθύνης) ενέχονται ως υπονομευτές της «εθνικής προσπάθειας» (π.χ. νέοι, πρόσφυγες-μετανάστες, τουρίστες, διαδηλωτές, πιστοί). Η διασταλτική ερμηνεία της δημόσιας ασφάλειας (ως «απόλυτη αξία» της Πολιτείας) εγείρει τον κίνδυνο αναστολής συνταγματικών δικαιωμάτων-ελευθεριών και μια τάση μονιμοποίησης της κατάστασης εξαίρεσης.

 

Τρίτον, η νέα απαγόρευση των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων συμπίπτει με την κατάθεση ενός νομοσχεδίου του υπουργείου Παιδείας, το οποίο, ιδίως με την πρόβλεψη για συγκρότηση ειδικού αστυνομικού σώματος υπαγόμενου στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη, πλήττει ευθέως το συνταγματικά κατοχυρωμένο πλήρες αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ (άρθ. 16 παρ. 5 Συντ.), έχοντας προκαλέσει εύλογες θεσμικές και κινηματικές αντιδράσεις στους κόλπους της ακαδημαϊκής κοινότητας. Τηρουμένων των αναλογιών, στην «ανελεύθερη δημοκρατία» της Πολωνίας (ενός κράτους-μέλους της ΕΕ που βαρύνεται με σωρεία παραβιάσεων του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων), εν μέσω πανδημίας, τέθηκε προς ψήφιση νομοσχέδιο που περιόριζε δραστικά το δικαίωμα στην άμβλωση, συνιστούσε δηλαδή αθέμιτο κρατικό πατερναλισμό σε μια θεμελιακή πτυχή του αυτοκαθορισμού των γυναικών. Οι παράνομες (βάσει των υγειονομικών διατάξεων) συναθροίσεις ήταν τόσο μαζικές που η υπερσυντηρητική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποσύρει τουλάχιστον προσωρινά τη διάταξη. Η αναγκαία τήρηση των υγειονομικών μέτρων δεν θα πρέπει να αξιοποιείται προσχηματικά από την εκτελεστική εξουσία ως μέσο ύπνωσης των κοινωνικών αντιδράσεων απέναντι σε ρυθμίσεις που θίγουν ουσιώδεις πτυχές της προσωπικής και συλλογικής αυτονομίας, ούτε θα πρέπει να απονευρώνει τα κριτικά αντανακλαστικά του ελεύθερου και υπεύθυνου πολίτη, ο οποίος έχει την υποχρέωση να τηρεί τους νόμους του κράτους χωρίς να υπακούει μηχανικά σε αυτούς.

 

Τέταρτον, η Ελληνική Αστυνομία, με τη διευκρίνισή της ότι η απαγόρευση των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων άνω των 100 ατόμων «δεν αφορά την παρουσία πολιτών σε εμπορικά σημεία, καταστήματα κ.λπ.» έρχεται να επιβεβαιώσει το μίγμα νεοσυντηρητικής και νεοφιλελεύθερης διαχείρισης της πανδημίας, δηλαδή περιστολής των πολιτικών ελευθεριών (όπως του δικαιώματος στο συνέρχεσθαι) και προνομιακής μεταχείρισης της καταναλωτικής ελευθερίας ως sine qua non όρο για την απρόσκοπτη λειτουργία του καπιταλιστικού κοινωνικοοικονομικού συστήματος. Με τα λόγια του ίδιου του υπουργού Προστασίας του Πολίτη, εξάλλου, σε τηλεοπτική παρουσία του την ημέρα της επετείου του Πολυτεχνείου, «αποφασίσαμε σήμερα να μη σταματήσουμε τη ζωή στην πόλη, η πόλη πρέπει να λειτουργεί σα να είναι καθημερινή ημέρα, και θα το συνεχίσουμε αυτό για να τελειώνει η υπόθεση με διαδηλώσεις που καταλύουν την κοινωνική ζωή». Συνεπώς, ακόμα και η προβληματική επίκληση της δημόσιας υγείας ως ζητήματος δημόσιας ασφάλειας, προκειμένου να δικαιολογηθεί η απαγόρευση διαδηλώσεων, αποδεικνύεται προσχηματική και μάλιστα από τα χείλη του καθ’ ύλην αρμόδιου μέλους της κυβέρνησης.

Θωμάς Ψήμμας O Θ. Ψήμμας είναι διδάκτορας Φιλοσοφίας του Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet