Να δεχθούμε, λοιπόν, όπως εμφάνιζαν τα περισσότερα γκάλοπ ως την Παρασκευή, ότι το σημερινό αποτέλεσμα των εκλογών είναι απρόβλεπτο, ότι τα δυο μεγαλύτερα κόμματα ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ είναι στήθος με στήθος; Ότι η ΝΔ είναι σε ίση απόσταση με τον ΣΥΡΙΖΑ από την κυβέρνηση και ότι μέσα σε επτά μήνες ξεχάστηκε η πολύχρονη πολιτική της ελληνικής δεξιάς;
Όχι, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει σαφές προβάδισμα εφόσον υπάρχουν τόσο πολλοί πολίτες, οι οποίοι ήταν ψηφοφόροι του, που είναι ακόμα αναποφάσιστοι ή σκέπτονται την αποχή. Εφόσον, μέχρι προχθές δεν πείθονταν επ’ ουδενί από την προπαγάνδα της ΝΔ. Εφόσον, έκαναν τη σωστή ανάγνωση της επιλογής του κ. Μεϊμαράκη να εκφωνεί γενικό ενωτικό πολιτικό λόγο, για να αποφύγει να αποκαλυφθεί η νεοφιλελεύθερη πολιτική που θα εφαρμόσει, σε συνδυασμό και με την συμφωνία, αν μπορέσει η ΝΔ να βγει πρώτη και να σχηματίσει κυβέρνηση.

Πέρα από τις δημοσκοπήσεις

Όμως, ανεξάρτητα από τι λένε οι δημοσκοπήσεις, εξαιρετικά δύσκολο εξάλλου να διαγνώσουν με ακρίβεια τις βαθύτερες σκέψεις των πολιτών, υπάρχουν δύο αψευδείς μάρτυρες που ενισχύουν την εκτίμηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι το πρώτο κόμμα το βράδυ της Κυριακής με ικανή διαφορά και θα μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο ένας, είναι οι μεγάλες συγκεντρώσεις που πραγματοποιεί ο ΣΥΡΙΖΑ σ’ όλες τις μεγάλες επαρχιακές πόλεις, αλλά και τις συνοικίες της Αθήνας. Τις περισσότερες φορές είναι μεγαλύτερες απ’ αυτές του Ιανουαρίου ή του δημοψηφίσματος. Μια περίοδο, όμως, που υπάρχει εμφανής κόπωση των πολιτών από τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις ή είναι δυσαρεστημένοι με την πολιτική ΣΥΡΙΖΑ και την αποτελεσματικότητά του όταν η πλειοψηφία των ερωτώμενων δεν ήθελε προσφυγή στις κάλπες, οι μεγάλες συγκεντρώσεις, δηλαδή η κινητοποίηση μαζών, είναι μία θετική εικόνα, που οδηγεί σε καλό αποτέλεσμα.

Δεύτερη ευκαιρία

Ο δεύτερος μάρτυρας, είναι οι αντιδράσεις των πολιτών όπου τα συνεργεία του κόμματος μοίραζαν υλικό στις γειτονιές. Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει το κλίμα του Ιανουαρίου, της ανάτασης και της σιγουριάς της νίκης, της αισιοδοξίας. Υπάρχει μια αυστηρή, έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, ματιά, αλλά συγχρόνως διακρίνεις μια αποφασιστικότητα για στήριξή του, για να του δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία, γιατί υπάρχει πολύ και δύσκολο έργο να γίνει, άμεσα δεμένο με τη ζωή τους. Γνωρίζουν πολύ καλά τι θα συμβεί αν προκύψει μια κυβέρνηση με κορμό τη ΝΔ. Προ της κάλπης το ερώτημα ποια θα είναι η επόμενη κυβέρνηση βαραίνει πάρα πολύ.
Η προεκλογική τακτική του ΣΥΡΙΖΑ είχε ως σπονδυλική στήλη την πόλωση με τη ΝΔ. Το ενίσχυσε ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας, το τόνισε στο Ηράκλειο, όπως μια μέρα πριν στην Πάτρα. «Η αναμέτρηση της 20ης Σεπτέμβρη είναι το δεύτερο μεγάλο δημοψήφισμα για το αύριο του λαού και του τόπου μας σημείωσε. Ενώνοντας δε το νόημα της ψήφου με αυτήν του δημοψηφίσματος πρόσθεσε: «Στις 5 Ιούλη η στεντόρεια φωνή της Ελλάδας ακούστηκε στις τέσσερις γωνιές της γης. Θα ξανακουστεί σε τέσσερις μέρες. Γιατί και στην κάλπη της Κυριακής όχι ψηφίζουμε: Όχι στην παλινόρθωση του παλαιού καθεστώτος της υποτέλειας, της εξάρτησης, της διαφθοράς και της διαπλοκής. Όχι στη ΝΔ, που, πράγματι, εκπροσωπεί με τον καλύτερο τρόπο, το σύστημα συμφερόντων της διαπλοκής και της εξάρτησης. Όχι στην Ελλάδα της συντήρησης και της ολιγαρχίας».

Καθαρές κουβέντες

Αλλά η πόλωση μπορεί να είναι ή εύκολη λύση των πυλώνων του δικομματισμού που εναλλάσσονται με την ίδια περίπου πολιτική, στην κυβέρνηση. Είναι όμως μια πολύ απαιτητική τακτική για ένα κόμμα της Αριστεράς. Απαιτεί καθαρές διαχωριστικές γραμμές, ως προς το περιεχόμενο του προγράμματος που προτείνεται, αλλά και καθαρές κουβέντες, στην προκειμένη περίπτωση, για το πώς φτάσαμε στην ήττα και τη μνημονιακή συμφωνία, τι καταφέραμε και τι σχεδιάσαμε και τι σχεδιάζουμε για τη βαθμιαία απεμπλοκή απ’ αυτή.
Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ σχεδίασε την τακτική της με τη βαθύτατα λανθασμένη εκτίμηση ότι θα έχουμε «εκλογικό περίπατο». Αυτό οδήγησε σε πρόχειρη επιχειρηματολογία και αβαθή συνθήματα, καθώς επίσης και σε υποτίμηση του αντίπαλου. Οι προσαρμογές στην τακτική όταν έγινε φανερό ότι η ΝΔ είναι διεκδικητής της κυβέρνησης, ότι η συσπείρωση του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ επιτυγχάνεται με εξαιρετικά βραδύ ρυθμό, δεν ήταν αρκετές. Απαιτούνταν ανατροπές. Στις ομιλίες του Αλέξη Τσίπρα, όλο και περισσότερο σημειώνονταν όσο πλησιάζαμε προς το τέλος κάποιες αλλαγές. Ο κίνδυνος της αποχής, π.χ., επιχειρήθηκε να αντιμετωπισθεί ευθέως και στην Πάτρα και το Ηράκλειο. «Όποιος απέχει, γέρνει την πλάστιγγα προς την άλλη μεριά. Είναι σαν να ψηφίζει υπέρ όλων αυτών που τον οδηγούν στην αποχή. Υπέρ του κράτους της κοινωνικής αδικίας και της διαπλεκόμενης ολιγαρχίας. Υπέρ της συντηρητικής παλινόρθωσης. Γιατί κάθε ψήφο που χάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, την κερδίζει η ΝΔ». Στην Πάτρα επίσης αναφέρθηκε σε αυτή: «Γι’ αυτό και θέλω σήμερα από την Πάτρα των αγώνων της νεολαίας, την Πάτρα του Νίκου Τεμπονέρα, των μαθητικών και φοιτητικών αγώνων, να καλέσω ιδιαίτερα τις νέες και τους νέους, να μπουν ξανά μπροστά στον αγώνα για την ελπίδα να ζήσουν, να δουλέψουν και να ονειρευτούν στον τόπο μας. Να πάνε στην κάλπη, να ενωθούν με τον ΣΥΡΙΖΑ, να μπούνε μπροστά, για να πάει κι ο τόπος μας μπροστά.»

Στο αντίπαλο στρατόπεδο της ΝΔ

Ο κ. Μεϊμαράκης δεν φανταζόταν, ασφαλώς, όταν αναλάμβανε την ευθύνη της μεταβατικής ηγεσίας του κόμματός του, ότι θα φθάσει στο σημείο να διεκδικεί, έστω και με μικρές πιθανότητες, την πρώτη θέση. Χρειάζεται προσεκτική ανάλυση για να συνοψιστούν οι λόγοι που έφεραν την ΝΔ από το επίπεδο του 18-20% στο 30% και της επέτρεψαν ενδεχομένως να αποφύγει την τύχη του ΠΑΣΟΚ. Πάντως ο έμπειρος κ. Μεϊμαράκης γρήγορα κατάλαβε ότι το πρόβλημα της ΝΔ λεγόταν Αντώνης Σαμαράς και η ακροδεξιά πολιτική του. Η προβιά της ενότητας, από εκεί και πέρα, «των κυβερνήσεων με όσο πιο πολλά κόμματα γίνεται», έφερε άκοπα κέρδη. Παρά τις αιτιάσεις τμημάτων της άρχουσας τάξης για την απλοϊκότητα της γραμμής αυτής.
Στη συγκέντρωση της Ομόνοιας θα επαναλάβει αυτή τη γραμμή: «Η φωνή μας είναι δυνατή, το μήνυμα σας είναι καθαρό, την Δευτέρα θα συγκροτήσουμε κυβέρνηση με κορμό τη ΝΔ. Μια κυβέρνηση όλων των Ελλήνων.» θα διακηρύξει. Αλλά θα αξιοποιήσει και άλλα όπλα όπως η   κινδυνολογία. Η «Καθημερινή» θα ρίξει έγκαιρα αυτή τη γραμμή καθώς θα σημειώσει πολύ χαρακτηριστικά σε κύριο άρθρο της: «Αν ο ΣΥΡΙΖΑ έλθει πρώτο κόμμα, η χώρα θα ξαναβρεθεί στο χείλος του γκρεμού. Είτε από διαχειριστική ανεπάρκεια είτε λόγω βαθιών εσωτερικών ρηγμάτων, θα είναι αδύνατον να φέρει εις πέρας κάτι στο οποίο, ούτως ή άλλως, δεν πιστεύει.» Ο πρόεδρος της ΝΔ επιχείρησε επιπλέον να καλύψει και τα δεξιά ή και ακροδεξιά του. Χαρακτήρισε, έτσι, «ντροπή και όνειδος της χώρας το νομοσχέδιο Μπαλτά» και αναρωτήθηκε μιλώντας για το μεταναστευτικό: «Ποιος συμφωνεί σήμερα με τις εικόνες στο κέντρο της Αθήνας; Πάντως, εμείς όχι».
Η απόσταση από την ισοβαθμία των δημοσκοπήσεων έως τη νίκη είναι, παρόλα αυτά, πάρα πολύ μεγάλη για να διανυθεί από τη Νέα Δημοκρατία. Οι πολίτες, με πείρα και γνώση, στο δρόμο για το εκλογικό τμήμα δεν θα δεχθούν να συμβάλουν στη γραμμή των «έξω» και των «μέσα» για μια αριστερή παρένθεση.



Π. Κλαυδιανός
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet