Με την πανδημία σε έξαρση και τη χώρα να καταγράφει επί ένα δεκαπενθήμερο τον μεγαλύτερο παγκοσμίως αριθμό κρουσμάτων και ημερήσιων θανάτων, οι Πορτογάλοι κλήθηκαν να εκλέξουν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Μαρσέλο Ρεμπέλο ντε Σόουζα, ο απερχόμενος πρόεδρος της κεντροδεξιάς, επανεκλέχθηκε με ποσοστό 60%, με τη συμμετοχή στις εκλογές να μειώνεται ίσως περισσότερο και από το αναμενόμενο και να φτάνει μόνο το 39,2%. Μετά από μια μη συνηθισμένη προεκλογική περίοδο, ο ακροδεξιός υποψήφιος Αντρέ Βεντούρα, παρά το γεγονός ότι έλαβε περίπου μισό εκατομμύριο ψήφους (11,9%), απέτυχε στον στόχο του να καταταγεί δεύτερος. Τη δεύτερη θέση με ποσοστό 13% κατέλαβε η Άνα Γκόμεζ, μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος και πρώην ευρωβουλεύτρια, η οποία συμμετείχε στις εκλογές χωρίς τη στήριξη του κόμματός της. Τα ποσοστά του Ζοάο Περέιρα του Κομμουνιστικού Κόμματος Πορτογαλίας και της Μαρίζα Ματίας του Μπλόκου της Αριστεράς, αμφότερων μελών του ευρωκοινοβουλίου, ήταν πολύ χαμηλά, κυμαινόμενα γύρω στο 4%. Σ’ αυτό το άρθρο θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε τι σημαίνουν αυτά τα αποτελέσματα για το πορτογαλικό πολιτικό σκηνικό.

 

Η επανεκλογή του ντε Σόουζα και το πολιτικό Κέντρο

 

Μετά από πέντε χρόνια στη θέση του Πρόεδρου της Δημοκρατίας, σε μια θητεία που χαρακτηρίστηκε από την ομαλή σχέση του με τη σοσιαλιστική κυβέρνηση που στηριζόταν από το Μπλόκο και το ΚΚΠ, ο Ρεμπέλο ντε Σόουζα εμφανίστηκε σ’ αυτές τις εκλογές ως «ανεξάρτητος υποψήφιος». Όμως, στην πραγματικότητα είχε την επίσημη στήριξη του κεντροδεξιού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (PSD) του οποίου υπήρξε πρόεδρος, ευρωβουλευτής και υπουργός, του συντηρητικού δεξιού κόμματος Δημοκρατικό Κοινωνικό Κέντρο-Λαϊκό Κόμμα (CDS-PP), αλλά και την κρυφή στήριξη του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PS), η κυβέρνηση του οποίου είχε μια πολύ καλή συνεργασία μαζί του, μετά τις εκλογές του 2019.

Αν και το βράδυ των εκλογών, στην παραδοσιακή ανακήρυξή του ως νικητή των εκλογών, ο Μαρσέλο Ρεμπέλο ντε Σόουζα εμφανίστηκε μόνος του, οι πρόεδροι και των τριών προαναφερθέντων κομμάτων έσπευσαν να καλωσορίσουν την επανεκλογή του, σε μια εμφανή προσπάθεια να διεκδικήσουν έναν ρόλο σ’ αυτή τη νίκη τόσο για τα κόμματά τους όσο και γενικότερα για λογαριασμό του πολιτικού Κέντρου. Όμως σύμφωνα με τα ευρήματα ενός έξιτ πολ, ο Μαρσέλο Ρεμπέλο ντε Σόουζα, γνωστός και ως ο «στοργικός πρόεδρος», λόγω της φροντίδας που έδειξε κατά τη διάρκεια της θητείας του για τους ανθρώπους που υποφέρουν, κατάφερε να έχει υποστηρικτές σε όλο το πολιτικό φάσμα. Αυτός ο λεγόμενος «ευαίσθητος» τρόπος άσκησης πολιτικής ήταν στην πραγματικότητα μια προσπάθεια του Ρεμπέλο ντε Σόουζα να διαφοροποιηθεί από το ψυχρό, τεχνοκρατικό στιλ του προηγούμενου προέδρου της Πορτογαλίας, Καβάκο Σίλβα, ο οποίος ανήκει στην ίδια πολιτική οικογένεια. Αυτή η «τρυφερότητα» καλλιεργήθηκε εδώ και αρκετά χρόνια από τα μίντια, στα οποία ο Μαρσέλο είχε τακτική παρουσία, προκειμένου να συγκαλύψει το πρόσωπο ενός μακιαβελικού πολιτικού και καθηγητή πανεπιστημίου ο οποίος, εμφανίζοντας δημόσια ένα ανθρωπιστικό προσωπείο, υπηρετεί πάντα με συνέπεια τις άρχουσες τάξεις.

Σ’ αυτές τις εκλογές, που στιγματίστηκαν από το ντεμπούτο ενός ακροδεξιού υποψήφιου, η ανάγνωση του υψηλού εκλογικού ποσοστού του Μαρσέλο ως ενίσχυση του πολιτικού Κέντρου μάλλον οφείλεται σε κάποιο βαθμό μυωπίας. Από τη μια πλευρά, υπάρχει η αδύναμη και αλλοπρόσαλλη ηγεσία του κεντροδεξιού κόμματος που επηρεάζεται από τις ακροδεξιές τάσεις μιας μερίδας των ψηφοφόρων του. (Ας σημειωθεί ότι το PSD, στο τέλος του περασμένου χρόνου, προκειμένου να σχηματιστεί η περιφερειακή κυβέρνηση των Αζορών, δέχτηκε τη στήριξη του κόμματος της Ακροδεξιάς, αναβαθμίζοντάς το όχι μόνο σε πολιτικό συνομιλητή, αλλά και σε σύμμαχο). Από την άλλη πλευρά, η έντονη η επιθυμία διάσωσης της διαρκώς συρρικνούμενης Κεντροδεξιάς εμπόδισε το Σοσιαλιστικό Κόμμα να στηρίξει κάποιον υποψήφιο του δικού του χώρου, παραιτούμενο στην πράξη από την προσπάθεια να παίξει κάποιο ρόλο στη δημιουργία ενός φράγματος κατά της ανόδου της Ακροδεξιάς. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή η στάση θα έκανε τους ιδρυτές αυτού του κόμματος, που πολέμησαν σκληρά κατά της δικτατορίας του Σαλαζάρ, να κοκκινίσουν από ντροπή.

 

Η ψήφος στην Ακροδεξιά και η πολιτική αναδιαμόρφωση της Δεξιάς

 

Ο δεύτερος νικητής της βραδιάς, αν και δεν κατάφερε να πετύχει όλους τους στόχους της προεκλογικής του εκστρατείας, ήταν ο μεσσιανικός ηγέτης του νέου ακροδεξιού κόμματος, Αντρέ Βεντούρα, ο οποίος ενώ στις βουλευτικές εκλογές του 2019 είχε λάβει περίπου 68.000 ψήφους (1,3%) αυτή τη φορά είχε την προτίμηση περίπου μισού εκατομμυρίου ψηφοφόρων. Με ένα επιθετικό, τραμπούκικο και χυδαίο στιλ σε όλες τις φάσεις της εκλογικής περιόδου, παρουσιάστηκε ως η πορτογαλική εκδοχή του Τραμπ και του Μπολσονάρο, έχοντας την υποστήριξη της Μαρίν Λεπέν που παρευρέθηκε σε προεκλογική του εκδήλωση στη Λισαβόνα, στην οποία παρουσιάστηκε και βίντεο υποστήριξής του από τον Ματέο Σαλβίνι. Η προεκλογική εκστρατεία του Βεντούρα επικεντρώθηκε στην επίθεση αφενός κατά των αριστερών αντιπάλων του, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι το ποσοστό του θα ήταν μεγαλύτερο από το άθροισμα των ποσοστών όλων των αριστερών υποψηφίων, αφετέρου κατά των πιο αδύναμων ανθρώπων, για τους οποίους χρησιμοποιούσε τον χαρακτηρισμό «οι εξαρτώμενοι από τα κρατικά επιδόματα, που ζουν εις βάρος αυτών που δουλεύουν», δείχνοντας μια ιδιαίτερη επιθετικότητα κατά των πορτογάλων Ρομά. Η εκμετάλλευση της αγανάκτησης –που ο Ζακ Ρανσιέρ σε ένα πρόσφατο άρθρο του χαρακτήρισε[1] ως «το πάθος της ανισότητας» ("la passion de l'inégalité") που «επιτρέπει, σε πλούσιους και φτωχούς, να ανακαλύπτουν ένα πλήθος κατώτερων όντων απέναντι στα οποία πρέπει να διατηρήσουν την υπεροχή τους με κάθε κόστος»[2]– είναι ίσως το κλειδί της επιτυχίας του αφηγήματος του Βεντούρα, σε μια χώρα που μόλις πρόσφατα έχει οριακά βγει από μια βαθιά κοινωνική και οικονομική κρίση και σήμερα βρίσκεται στα πρόθυρα μιας νέας, και στην οποία η φοβία κατά των Ρομά βασιλεύει εδώ και αιώνες.

Έχοντας δηλώσει ότι, εφόσον εκλεγόταν, θα ήταν πρόεδρος όλων των «Πορτογάλων καλής θέλησης», ο ακροδεξιός υποψήφιος ανέλαβε επιπλέον τη δέσμευση να επιβάλει ένα νέο Σύνταγμα που θα είναι η βάση της Τέταρτης Πορτογαλικής Δημοκρατίας (που θα διαδεχθεί την Τρίτη Πορτογαλική Δημοκρατία της Επανάστασης του 1974), σε εναρμόνιση με το αφήγημα ενός, υποτίθεται, αντισυστημικού κόμματος. Το πολύ σημαντικό ποσοστό του Αντρέ Βεντούρα μπορεί να μεταφραστεί σε μια σημαντική αύξηση της δύναμης του κόμματος Chega! (Αρκετά!) στις μελλοντικές βουλευτικές εκλογές, στις οποίες σύμφωνα με σχεδόν όλες τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις θα διεκδικήσει από το Μπλόκο τη θέση της τρίτης πολιτικής δύναμης. Αυτό το ενδεχόμενο θα δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα στα παραδοσιακά δεξιά κόμματα, δεδομένου ότι επιτυχία του συγκεκριμένου στόχου της Ακροδεξιάς θα στηριχθεί στην απόσπαση από το Chega! της συντριπτικής πλειοψηφίας της εκλογικής τους βάσης. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο Βεντούρα ήταν κάποτε μέλος του PSD, έχοντας μάλιστα εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος σε ένα Δήμο της μητροπολιτικής περιοχής της Λισαβόνας με τη βοήθεια του Πέντρο Πάσος Κοέλιο, πρώην ηγέτη του PDS και πρωθυπουργού της Πορτογαλίας στα χρόνια της τρόικας. Αυτή ήταν και η πρώτη δοκιμή της απήχησης που είχε στο εκλογικό σώμα ο λόγος του κατά των Ρομά. Επίσης, ο Ντιόγκο Πατσέκο ντε Αμορίμ, το νούμερο δύο και ο θεωρητικός του Chega!, ήταν μέλος του ακροδεξιού βομβιστικού δικτύου MDLP (Δημοκρατικό Κίνημα για την Απελευθέρωση της Πορτογαλίας), που δημιουργήθηκε με στόχο να βάλει ένα τέλος στην επαναστατική διαδικασία στην Πορτογαλία η οποία διήρκεσε από τις 25 Απριλίου 1974 μέχρι τις 25 Νοεμβρίου 1975, ενώ στη συνέχεια έγινε μέλος του CDS.

Στην πραγματικότητα, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί στα σοβαρά ότι, μετά την Επανάσταση του 1974, η Ακροδεξιά εξαφανίστηκε από την Πορτογαλία ως δια μαγείας. Μπορεί να ήταν φοβισμένη, ντροπιασμένη ή άτολμη, όμως αυτό που της έλειπε πάνω απ’ όλα ήταν ένα συνεκτικό πολιτικό σχέδιο, κάτι που σήμερα διαθέτει το Chega! Με δυο λόγια, η νέα Ακροδεξιά επιδιώκει με μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας να εντάξει στους κόλπους της την παλιά Ακροδεξιά. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι, από τότε που εμφανίστηκε το Chega!, το CDS παρουσιάζει μια κατακόρυφη πτώση στις δημοσκοπήσεις, με το ποσοστό του στην πρόθεση ψήφου να είναι σήμερα μόλις 0,8% (έναντι του 4,2% που έλαβε στις εθνικές εκλογές του 2019). Εν γνώσει της αντιπαράθεσης που υπάρχει στο εσωτερικό της Δεξιάς μεταξύ των φιλελεύθερων, παραδοσιακών δεξιών και εκείνων που θα προτιμούσαν μια περισσότερο αυταρχική στροφή του κόμματος, χωρίς να αποκλείουν και μια ενδεχόμενη συμμαχία με την Ακροδεξιά, ο Αντρέ Βεντούρα απευθύνθηκε, το βράδυ της ανακοίνωσης των εκλογικών αποτελεσμάτων, στην ηγεσία του PSD με τα εξής λόγια: «Εσείς, στο PSD, ακούστε: κυβέρνηση θα γίνετε μόνο με τη στήριξη του Chega!». Επρόκειτο για μια σαφή έκκληση για συμμαχία με το PSD σε εθνικό επίπεδο, ενταγμένη σε μια επιχείρηση γοητείας των πιο ακραίων στοιχείων του.

Τα καλύτερα αποτελέσματα του Αντρέ Βεντούρα ήταν στις αγροτικές περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της επαρχίας Αλεντέγιο – μιας παραδοσιακά κομμουνιστικής περιοχής. Ο πειρασμός των σχολιαστών και των πολιτικών αναλυτών να μιλήσουν για μια μετακίνηση της κομμουνιστικής ψήφου προς τον υποψήφιο της Ακροδεξιάς είναι πολύ μεγάλος αλλά, προς το παρόν, δεν στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα. Στην πραγματικότητα, η στατιστική έρευνα έδειξε ότι τα χαμηλότερα ποσοστά του ακροδεξιού υποψήφιου ήταν σε εκείνες τις περιοχές που το Κομμουνιστικό Κόμμα σημείωσε τα καλύτερα αποτελέσματα.

 

Οι υποψήφιοι της Αριστεράς

 

Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, για τα οποία κανείς από τους αριστερούς υποψήφιους δεν είχε λόγο να πανηγυρίζει, η Μαρίζα Ματίας, που το ποσοστό της (3,9%) ήταν μικρότερο από το μισό εκείνου που είχε λάβει στις προεδρικές εκλογές του 2016 (10,1%), παραδέχτηκε την ήττα της χωρίς οποιαδήποτε υπεκφυγή, κάνοντας έκκληση για αλληλεγγύη και για στήριξη της δημοκρατίας. Αν και από συμβολική άποψη η δεύτερη θέση της Άνα Γκόμεζ ήταν σημαντική, δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία, δεδομένου ότι το ποσοστό 12,9% που έλαβε ήταν 10 ποσοστιαίες μονάδες μικρότερο από εκείνο του επίσης ανεξάρτητου υποψήφιου Σαμπάιο Ντα Νόβοα, στις προεδρικές εκλογές του 2016. Ως προς το ΚΚΠ, το 4,3% του Ζοάο Φερέιρα θα μπορούσε να θεωρηθεί ικανοποιητικό, αφού ήταν μεγαλύτερο από το αντίστοιχο του κομμουνιστή υποψήφιου Έντγκαρ Σίλβα το 2016 (3,9%), με τη διαφορά ότι η σημερινή δική του δημοφιλία και θέση στο κόμμα είναι ασυγκρίτως υπέρτερες. Αυτή την στιγμή, ο Φερέιρα είναι μια από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες του ΚΚΠ και πιθανότατα, στο άμεσο μέλλον, ο γενικός γραμματέας του.

Οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβαν μέρος στις προεδρικές εκλογές οι υποψήφιοι του ΚΚΠ και του Μπλόκου ήταν πολύ διαφορετικές. Το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε συμβάλει με την αποχή του στην ψήφιση ενός αμφιλεγόμενου προϋπολογισμού, η οποία εξασφάλισε στη σοσιαλιστική κυβέρνηση μια έστω προσωρινή σταθερότητα. Αντίθετα, το Μπλόκο είχε καταψηφίσει τον προϋπολογισμό θεωρώντας τον συντηρητικό και ανεπαρκή στο ζήτημα της αντιμετώπισης της πανδημίας. Σε κάποιο βαθμό αυτή η διαφορά ήταν εμφανής στην προεκλογική παρουσία των δύο υποψηφίων. Ο Ζοάο Φερέιρα εμφανιζόταν ως ένας συνετός υποψήφιος, που υπερασπιζόταν το Σύνταγμα ως θεμελιώδη νόμο του κράτους και απτή κληρονομιά της Επανάστασης των Γαρυφάλλων. Από την πλευρά της, η Μαρίζα Ματίας ανέμιζε τις σημαίες του Εθνικού Συστήματος Υγείας, του ξεχασμένου πρεκαριάτου και των φεμινιστικών, αντιρατσιστικών και ΛΟΑΤΚΙ+ κινημάτων. Και οι δύο υποψήφιοι ηττήθηκαν, για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικές επιπτώσεις στα κόμματα και τους οπαδούς τους.

 

Η στρατηγική απόσυρση του Σοσιαλιστικού Κόμματος

 

Το κυβερνών Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν είχε δικό του υποψήφιο στις εκλογές. Αντιμέτωπος με τη βέβαιη νίκη του απερχόμενου προέδρου, ο οποίος έκανε οτοστόπ για να μεταβεί από την πρώτη θητεία του –που χαρακτηρίστηκε από τις ελάχιστες διαφωνίες του με τη σοσιαλιστική κυβέρνηση– στη δεύτερη, ο πρωθυπουργός Αντόνιο Κόστα αναζήτησε καταφύγιο σε μια μεροληπτική ουδετερότητα, εμπλέκοντας σ’ αυτήν και το κόμμα του. Η Άνα Γκόμεζ, με μια ισχυρή δημόσια δέσμευση να καταπολεμήσει τη διαφθορά, διαχειρίστηκε την ανεξάρτητη υποψηφιότητά της με στόχο την προσέλκυση αριστερών και κεντροαριστερών ψηφοφόρων. Χωρίς την πολιτική στήριξη του κόμματός της, η Γκόμεζ κατάφερε να πολώσει μια σημαντική μερίδα προοδευτικών ψηφοφόρων κατά της Ακροδεξιάς και να τους κινητοποιήσει υπέρ της δικής της υποψηφιότητας, με αποτέλεσμα να καταλάβει τη δεύτερη θέση. Το ποσοστό της συνιστά μια οριακή νίκη απέναντι στον αντιδραστικό λαϊκισμό του υποψήφιου της Ακροδεξιάς, αλλά η προσπάθειά της να προσελκύσει ψήφους από την Αριστερά είχε περιορισμένη επιτυχία.

Αυτό συνέβη και παρά το γεγονός ότι ένα μέρος των ψηφοφόρων που ενοχλήθηκαν από ένα σεξιστικό σχόλιο του Βεντούρα για τη Μαρίζα Ματίας, την οποία αποκάλεσε «υποψήφια με το κόκκινο κραγιόν» –γεγονός που προκάλεσε ένα κύμα αλληλεγγύης το οποίο εκφράστηκε με το σύνθημα “Vermelho em Belém” («Κόκκινο στο Μπελέμ»), την πόλη στην οποία βρίσκεται η προεδρική κατοικία, κατέκλυσε τα μίντια και ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας–προτίμησε να στηρίξει την Γκόμεζ ως εκείνη την υποψήφια που είχε τις περισσότερες πιθανότητες να ξεπεράσει στις εκλογές τον επικίνδυνο ηγέτη της Ακροδεξιάς.

 

 

Η διακριτική ήττα του Ζοάο Φερέιρα

 

Ο Ζοάο Φερέιρα συμμετείχε στις εκλογές ως η προσωπικότητα με τις μεγαλύτερες πιθανότητες να πάρει στα χέρια του, στο άμεσο μέλλον, τη μοίρα του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ήταν αναπόφευκτο η παρουσία του στις εκλογές να θεωρηθεί ως άσκηση πολιτικής νομιμοποίησης ενός καλά προετοιμασμένου υποψήφιου, που έκανε μια νηφάλια προεκλογική εκστρατεία επικεντρωμένη στη θεσμική υπεράσπιση του Συντάγματος. Όμως, η ικανοποιητική επίδοσή του δεν μπόρεσε να κρύψει την αδυναμία της πρότασής του, η οποία ούτε συγκρουσιακή ήταν, ούτε έθετε σε αμφισβήτηση τις πολιτικές και κοινωνικές επιλογές της κυβέρνησης. Ο κομμουνιστής υποψήφιος απευθύνθηκε σχεδόν αποκλειστικά στα μέλη και τους συνήθεις οπαδούς του κόμματός του.

 

Ντριμπλάροντας τις δυσκολίες με την Μαρίζα Ματίας

 

Το ιστορικό αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών του 2016, στις οποίες η Μαρίζα Ματίας είχε καταλάβει την τρίτη θέση με ποσοστό 10%, κάνει βαρύτερη την ήττα του 2021. Το ισχνό 3,9% υπογραμμίζει τη δυσκολία κινητοποίησης της Αριστεράς σ’ αυτήν την εκλογική μάχη: τρεις υποψηφιότητες που απευθύνονταν στο ίδιο εκλογικό ακροατήριο, με το πρόσθετο πρόβλημα ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα έκλινε προς την επανεκλογή του απερχόμενου προέδρου. Η πανδημία στέρησε από την Μαρίζα το δυνατό της σημείο: να είναι στον δρόμο, σε άμεση επαφή με τους ανθρώπους. Δεν μπόρεσε να βρεθεί κοντά στους επαγγελματίες υγείας, σε αυτές και αυτούς που εργάζονται στον άτυπο τομέα της παροχής φροντίδας, στους εργάτες και τις εργάτριες που παλεύουν για τις δουλειές τους, που κι αυτών οι κινητοποιήσεις αδρανοποιήθηκαν λόγω της πανδημίας.

Πάντως, με την έμφαση που έδωσε στην ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας, το ενδιαφέρον της για τους ξεχασμένους της πανδημίας και την προσπάθειά της να γίνει η φωνή των επισφαλώς εργαζόμενων, η προεκλογική εκστρατεία της Μαρίζα Ματίας ανέδειξε την ανάγκη μιας αριστερής εναλλακτικής που δεν θα εξαντλεί τη δράση της στη συμμετοχή σε εκλογές, όπως αυτή που έγινε για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

 

Μια προαναγγελθείσα καταιγίδα… και η ζωή μετά

 

Με το τέλος της εποχής Τραμπ και με τα κοινωνικά δίκτυα στο προσκήνιο υπάρχει ο κίνδυνος η πολιτική να μπει σε έναν νέο φαύλο κύκλο: ο αγώνας εναντίον ενός αντιδραστικού φαινομένου μπορεί να μην μπορεί να αποτρέψει την ενίσχυσή του. Βασικός λόγος γι’ αυτό είναι ότι η ακροδεξιά πολιτική ατζέντα κανονικοποιείται όλο και περισσότερο, με τη βοήθεια της παραδοσιακής Δεξιάς η οποία λόγω της απληστίας της για εξουσία μπαίνει συχνά στον πειρασμό να συνάπτει συμμαχίες, που πολλές φορές αποδείχτηκαν αυτοκτονικές σε διάφορα μέρη του κόσμου. Οι προεδρικές εκλογές στην Πορτογαλία αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης, που δείχνει επίσης πώς μια λαμπερή και αδίστακτη τηλεοπτική περσόνα μπορεί να μετατραπεί σε πρωταγωνιστή ενός επικίνδυνου πολιτικού σεναρίου.

Μπροστά σε ένα αβέβαιο μέλλον, ο δρόμος που θα επιλέξει να πάρει η σοσιαλιστική κυβέρνηση, η οποία σ’ αυτές τις εκλογές τοποθετήθηκε αποφασιστικά στο πολιτικό Κέντρο, αποτελεί ένα ερωτηματικό. Με την παλιά παραδοσιακή Δεξιά να έχει μαγνητιστεί από τον φανατισμό της νέας Ακροδεξιάς και με ένα Κομμουνιστικό Κόμμα που αυτό που κυρίως το νοιάζει είναι η σταθερότητα της κυβέρνησης, αυξάνεται ο φόβος για την πορεία της χώρας μετά την πανδημία. Η κατάληψη του Κέντρου από τους Σοσιαλιστές θα ενισχύσει τη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία, στην οποία συμβάλλει και η άνοδος της Ακροδεξιάς. Για να αντιμετωπιστεί αυτό το σενάριο χρειάζεται μια μαχητική αντίσταση και ένα κάλεσμα σε μελλοντικούς δημοκρατικούς αγώνες.

 

 

Μετάφραση: Χάρης Γολέμης

 

Σημειώσεις

1. Jacques Rancière, “Les fous et les sages - reflexions sur l fin de la présidence de Trump” Analyse Opinion Critique

aoc.media/opinion/2021/01/13/les-fous-et-les-sages-reflexions-sur-la-fin-de-la-presidence-trump/?loggedin=true

2. Στο πρωτότυπο: “celle qui permet également aux riches et aux pauvres de se trouver une multitude dinférieurs sur lesquels ils doivent à tout prix conserver leur supériorité.

Ούγκο Μοντέιρο, Τατιάνα Μουτίνιο Ο Ούγκο Μοντέιρο είναι καθηγητής Φιλοσοφίας και Κοινωνικών Επιστημών στο Πολυτεχνείο του Πόρτο, ακτιβιστής του αντιρατσιστικού κινήματος, μέλος του Μπλόκο της Αριστεράς και του Διοικητικού Συμβουλίου του δικτύου transform! europe.

Η Τατιάνα Μουτίνιο είναι μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής του Μπλόκο στο Πόρτο, πρόεδρος του ιδρύματος Cul:tra - Cooperativa Culturas de Trabalho e Socialismo, και συντονίστρια τoυ προγράμματος «Στρατηγικές συνεργασίας στη Νότια Ευρώπη» του transform! europe.
Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Ευρώπη )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet