Της Αννέτας Καββαδία*

Λίγες, μόνο, ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες και είναι, πλέον, ξεκάθαρο ότι στην εκλογική αναμέτρηση της Κυριακής αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μόνο μια σύγκρουση ανάμεσα στο νέο και το παλιό, όπως λέει και το κεντρικό σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά  κάτι πολύ περισσότερο. Πρόκειται για μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικές πολιτικές φιλοσοφίες, οι οποίες έχουν, ακριβώς, να κάνουν με το ταξικό πρόσημο που βάζει κανείς στις προτεραιότητές του.

Κι αυτή η παραδοχή δεν μπορεί να αγνοηθεί, όσο κι αν τις τελευταίες ημέρες διαφαίνεται μια συντονισμένη προσπάθεια να αναδειχθεί η αναγκαιότητα δημιουργίας ενός μεγάλου κυβερνητικού συνασπισμού. Παραμερίζοντας κατά αυτόν τον τρόπο, εκ του πονηρού, τις θεμελιακές διαφορές μεταξύ κομμάτων και επιχειρώντας να συμψηφιστούν οι 7 μήνες διακυβέρνησης από μία κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, με τα 40 χρόνια εναλλαγής - και νομής - της εξουσίας από τους εκφραστές του χρεοκοπημένου πολιτικού συστήματος.  
Ορμώμενη από την προσωπική εμπειρία των περιοδειών σε πολλούς δήμους της Β’ περιφέρειας της Αθήνας, κατά τη διάρκεια αυτής της ιδιαιτέρως σύντομης προεκλογικής περιόδου, και επιχειρώντας την ανίχνευση και την αποτίμηση αυτού που ονομάζουμε «κοινό αίσθημα», θα έλεγα πως οι συζητήσεις οι οποίες έγιναν – σε ΚΑΠΗ, λαϊκές αγορές, καφενεία, χώρους δουλειάς -,  άλλες πιο εύκολες άλλες πιο δύσκολες, είχαν όλες έναν κοινό παρονομαστή. Την αναγνώριση των προσπαθειών που καταβλήθηκαν, τις δύσκολες συνθήκες στις οποίες κληθήκαμε να κυβερνήσουμε, τα διλήμματα μπροστά στα οποία βρεθήκαμε. Την ίδια στιγμή, βεβαίως, κανείς δεν έκρυβε τα λάθη, τις παραλείψεις, τις αστοχίες, τις λανθασμένες εκτιμήσεις, στοιχεία τα οποία, επ’ ουδενί, δεν ωραιοποιούμε.

Παλεύοντας να χτίσουμε στα συντρίμμια

Οι 7 μήνες που προηγήθηκαν, ήταν δύσκολοι μήνες. Η νέα κυβέρνηση παρέλαβε μια χώρα κατεστραμμένη, με αποφάσεις των προκατόχων της που την αλυσόδεναν, και τον κοινωνικό ιστό της χώρας, ήδη, διαλυμένο. Προσπάθησε. Κι αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς. Μέσα σε συνθήκες πραγματικής ασφυξίας, και με τον κίνδυνο να κατηγορηθεί για μονομερείς ενέργειες, έφερε το νομοσχέδιο για την ανθρωπιστική κρίση, τις 100 δόσεις, άνοιξε την ΕΡΤ, προσλήφθηκαν οι καθαρίστριες, οι σχολικοί φύλακες, οι παράνομα απολυθέντες δημόσιοι υπάλληλοι, ψηφίστηκε το νομοσχέδιο για τις φυλακές, για την ιθαγένεια…
Κανείς δεν μπορεί να την κατηγορήσει ότι δεν πάλεψε. Όπως και κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει ότι ήταν ο αγώνας αυτής της κυβέρνησης που συνέβαλλε στο να αποκαλυφθεί ο ρόλος της Γερμανίας. Αλλά και να δημιουργηθεί το, ισχνό μεν υπαρκτό δε, ρήγμα στην Ευρώπη, το οποίο κανείς δεν ξέρει πώς μπορεί να διευρυνθεί, με δεδομένες τις εξελίξεις τόσο στην Ισπανία όσο και στη Μεγάλη Βρετανία.
Αναμφίβολα έγιναν και βήματα πίσω. Υπήρξε οπισθοχώρηση σε σχέση με τις αρχικές εξαγγελίες. Υπερτιμήθηκαν οι συσχετισμοί δύναμης στο εσωτερικό της Ευρωζώνης και υποσχεθήκαμε πράγματα που ήταν πάνω και πέρα από τις πραγματικές μας δυνατότητες. Παρατηρήθηκαν δυσλειτουργίες στην κυβέρνηση που δυσχέραναν τη σχέση με το κόμμα, με αποτέλεσμα την υποτίμησή του. Έγινε ένας επώδυνος συμβιβασμός, ηττηθήκαμε σε πολλά, φέραμε ένα μνημόνιο που εμπεριέχει σκληρά μέτρα.
Στον ΣΥΡΙΖΑ, όμως, δεν αποδεχόμαστε, δεν οικειοποιούμαστε τη λογική τού μνημονίου. Το βιώνουμε ως προϊόν εκβιασμού και γι’ αυτό σε κάθε βήμα μας οφείλουμε να σκεφτόμαστε πώς θα αντιμετωπίσουμε τις αρνητικές συνέπειές του. Συνέπειες που δεν τις εσωτερικεύουμε ως ιδεολογία, αλλά αγωνιζόμαστε για να τις υπερβούμε. Στον αντίποδα, μια κυβέρνηση της ΝΔ, θα προχωρούσε αυθόρμητα στην τυφλή εφαρμογή του, γιατί αυτή θεωρεί ως βάση για τη λύση όλων των προβλημάτων.

Οδηγός ο απεγκλωβισμός

Αντιθέτως, για μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, οδηγός θα είναι ο απεγκλωβισμός από τους καταναγκασμούς του. Με άλλα λόγια, αυτό που μετράει είναι αν, σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, μπορούμε – ως κυβέρνηση της Αριστεράς – να δώσουμε έμφαση σε δράσεις που ενισχύουν και προβάλλουν τα ταυτοτικά μας χαρακτηριστικά: προστασία των κατακτήσεων του λαού, των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, της δημοκρατίας, της λαϊκής κυριαρχίας. Έλεγχος της αστικής ασυδοσίας και των υποδομών. Αναμόρφωση του κράτους. Διαμόρφωση ευνοϊκού περιβάλλοντος για την ανάπτυξη κινημάτων και πρωτοβουλιών, για τη ζωογόνηση της αυτενέργειας των πολιτών.
Την Κυριακή οδηγούμαστε στις κάλπες και καλούμαστε να αποφασίσουμε αν η προσπάθεια που ξεκινήσαμε όλοι και όλες μαζί στις 25 του Γενάρη, θα συνεχιστεί ή θα μείνει στη μέση. Παραμερίζοντας τη θλίψη για όσα δεν καταφέραμε να κάνουμε, οφείλουμε να προσέλθουμε στις κάλπες με τη διάθεση, το πείσμα, την αποφασιστικότητα να διαψεύσουμε όλους αυτούς που μιλούσαν για «αριστερή παρένθεση», να δώσουμε μία ηχηρή απάντηση στους εκπροσώπους του χρεοκοπημένου πολιτικού συστήματος που νιώθουν ότι έχουν την ευκαιρία να πάρουν τη ρεβάνς. Και να δώσουμε τη δυνατότητα στην κυβέρνησή μας, στο κόμμα μας, να ξεδιπλώσουν το συνολικό σχεδιασμό τους, δείχνοντας εμπράκτως πώς εννοεί ο ΣΥΡΙΖΑ την αριστερή πολιτική. Το μόνο που ζητάμε είναι η ευκαιρία και η δύναμη να κυβερνήσουμε. Και όσο πιο ισχυρή είναι αυτή η εντολή, τόσο πιο λυμένα θα είναι τα χέρια μας.

* Υποψήφια βουλεύτρια ΣΥΡΙΖΑ, Β΄Αθήνας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet