Γιάννης Πάσχος «Φοβού τα βρέφη», εκδόσεις Περισπωμένη, 2020

 

Υπάρχει ένα ζήτημα που καίει την ανήσυχη λογοτεχνία σήμερα. Πώς να γράψεις και τι να πεις για έναν κόσμο αγνώριστο και άγνωστο, αδιόρατο και απροσπέλαστο, υβριδικό και πολυμορφικό, εφιαλτικό και δυστοπικό συνάμα; Και πώς να κατανοήσεις το ανθρώπινο είδος σ’ αυτόν τον κόσμο, πώς να ερμηνεύσεις, κατ’ επέκταση, τη σχέση με τον εαυτό και τους άλλους, το παρελθόν και το μέλλον, τις μνήμες και τη γενεαλογία του σύμπαντος;

Όπως ομολογεί ο συγγραφέας στις σελίδες αυτού του βιβλίου, «δεν υπάρχουν λέξεις να περιγράψουν την αρχαιοκαπηλία της ζωής». Κι όμως ο ίδιος εφευρίσκει μια μεταφορική αφηγηματική γλώσσα που ήδη από τον Κάφκα και τον Όργουελ και μέχρι σήμερα δεν έπαψε να περιγράφει με εικονοπλαστική δύναμη την ηθική διαταραχή της ανθρωπότητας, προσφεύγοντας συχνά στο αλληγορικό και συμβολικό μοτίβο των μεταμορφώσεων και στις αντιστοιχίες με το ζωικό βασίλειο. Ο «άνθρωπος-βρέφος» λοιπόν αλλά και τα κοράκια, τα έντομα, τα σκυλιά, οι χελώνες, τα ψάρια και οι πεταλίδες του βιβλίου κάπου συναντώνται διακειμενικά με τον Μαύρο Γάτο και το Κοράκι του Πόε, τον μαύρο πάνθηρα και το σκαθάρι του Κάφκα (Καλλιτέχνης της Πείνας και Μεταμόρφωση), τα γουρούνια και τα άλογα του Όργουελ (Η Φάρμα των Ζώων) τις μύγες του Φραγκιά (Ο Λοιμός), τις Αγελάδες και τον σκαντζόχοιρο του Γονατά (Ο σκαντζόχερος).

 

Δηκτική αλληγορία

 

Το Φοβού τα βρέφη, ακολουθώντας αυτή την πλούσια λογοτεχνική παράδοση, είναι μια δηκτική αλληγορία για το τέλος του κόσμου. Μια δυστοπική αφήγηση που παραπέμπει στην υπαρκτή πραγματικότητα του παρόντος και δυστυχώς δεν ανήκει στη sci-fi λογοτεχνία ή τη λογοτεχνία του φανταστικού, αν και η εικαστική ποιότητα που διαθέτει η γραφή του συγγραφέα, παιγνιώδης και προκλητική, σαν την ποίηση του Σαχτούρη, θα επέτρεπε την παραβολή του κειμένου με σενάριο από ταινία τρόμου.  Το Φοβού τα βρέφη είναι ο μαγικός ρεαλισμός ενός κόσμου σε απομάγευση∙ ένα ανένταχτο κείμενο, μια πρόζα με ποιητικές απολήξεις και στοχαστικό υπόστρωμα. Ένας συναισθηματικός παλμογράφος που επισημαίνει τις απώλειες και τις ασφυξίες του καιρού μας.

Το Φοβού τα βρέφη είναι ένας παραμορφωτικός καθρέφτης του κόσμου που ζούμε, μια εφιαλτική αφήγηση για την εξελικτική πορεία του ανθρώπινου είδους. Ο θετικός επιστήμονας, ο μοριακός βιολόγος και ιχθυολόγος-συγγραφέας παρατηρεί και ταξινομεί το είδος του homo sapiens που παρακμάζει και τείνει να υποκατασταθεί ολοκληρωτικά από τον «άνθρωπο-βρέφος»: ένα χυδαίο πλάσμα που παράγει μονοκύτταρους οργανισμούς, μικρόβια και γλίτσα, και «έχει καταλάβει τα πάντα, αναπαράγεται με ταχύτητα πρωτόγνωρη, εξαπλώνεται, εκπλήσσοντας με την ανθεκτικότητα και την  προσαρμοστικότητά του». Αυτό το βιοπολιτικό κατασκεύασμα, ανθρώπινο υποείδος που πολλαπλασιάζεται επικίνδυνα, έχει όλες τις ιδιότητες ενός τυπικού βρέφους: είναι αδύναμο, εξαρτημένο, νήπιο, χωρίς ανεπτυγμένη νόηση και συναισθησία, αγλωσσικό, με έντονα ένστικτα επιβίωσης, αλλά και με τεράστιες ανάγκης αγάπης.

Η ζητούμενη ελευθερία του ανθρώπινου είδους, σε αυτόν τον «θαυμαστό καινούργιο κόσμο» του Χάξλεϊ έχει εκχωρηθεί σε μηχανισμούς πανοπτικού ελέγχου. Τίποτα δεν παραπέμπει στον χρόνο. Όλα είναι χώρος. Ο χώρος είναι άλλωστε η πολιτισμική λογική του μεταμοντέρνου, αντικαθιστώντας τον χρόνο, την εμμονή των μοντερνιστών. Πρόκειται για έναν κόσμο-φυλακή, όπως το Πανοπτικόν, το αρχετυπικό κτίριο που αρχιτεκτόνησε ο Τζέρεμι Μπένθαμ με σκοπό τη διαρκή επιτήρηση των κρατουμένων. Το ανθρώπινο είδος που βασίζει την ύπαρξή του στις επιθυμίες έχει υποκατασταθεί από ένα ανθρωποειδές, τιμωρητικό και εξουσιολάγνο υποκείμενο που μοιάζει με «ποντικάκια σε κατάθλιψη».

 

Η ατίμωση της ανθρώπινης ύπαρξης

 

Ο συγγραφέας στις επτά ιστορίες του (σημαδιακός και μυστηριώδης ο αριθμός επτά ήδη από την Παλαιά Διαθήκη) πραγματεύεται «τα επτά θαύματα της αποτυχίας» ή «της ανατροπής», επτά στιγμιότυπα του ανθρώπινου βίου ή αλλιώς επτά χώρους-μηχανισμούς καταπίεσης και πειθάρχησης. Είναι γνωστή βέβαια η μηχανική της εξουσίας που εξασφαλίζει την επιτήρηση και την υποταγή του ανθρώπου και την οποία ανέλυσε ενδελεχώς ο Φουκό στα σημαντικότερα έργα του: Τρέλα και παραλογισμός: Ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή, Η Ιστορία της σεξουαλικότητας, Επιτήρηση και τιμωρία: η γέννηση της φυλακής. Στο Φοβού τα βρέφη οι φουκοϊκοί μηχανισμοί μετασχηματίζονται σε μια αλυσίδα «θεσμών ενηλικίωσης» που, κατά σειρά πραγμάτευσης στο βιβλίο, περιλαμβάνει: την οικογένεια, το σχολείο, το στρατόπεδο, το δικαστήριο, την εκκλησία/νεκροταφείο, το πανεπιστήμιο/πνευματικό κέντρο και το νοσοκομείο. Η παράφορη και ανεξάντλητη φαντασία του συγγραφέα, σε διάλογο με τον Φουκό και τον Κάφκα, σκηνοθετεί μια τοπολογία του τρόμου υπερρεαλιστική, δυσδιάκριτη και δυσώδη, κι όμως αναγνωρίσιμη. Μια συγχρονισμένη στο παρόν καφκική «σωφρονιστική αποικία» με υλικό κατασκευής τη «μεταμόρφωση» του ανθρώπου, εκεί όπου συντελείται η ατίμωση της ανθρώπινης ύπαρξης.

 

Μια στρατοπεδική κοινωνία

 

Η κοινωνία που περιγράφεται στο βιβλίο έχει εξορίσει την αγάπη και κρύβει την ομορφιά πίσω από ένα παχύ κέλυφος ασχήμιας. Πώς σκιαγραφεί ο συγγραφέας αυτόν τον κόσμο, όπου ήδη από την πρώτη αφήγηση, στο «δωμάτιο της αδιακρισίας», έχει καταργηθεί η ιδιωτικότητα και η διάκριση δημόσιου - ιδιωτικού; Είναι ένας κόσμος πατριαρχικός και ανώμαλος, αυστηρής πειθαρχίας, που τροφοδοτεί τύψεις και νοσταλγίες. Είναι το ασφυκτικό χαράκωμα της ζωής, μια Γκουέρνικα της υπόγειας καθημερινότητας, με κυρίαρχη τη σεξουαλική διαστροφή. Είναι μια οικογένεια-σφαγείο επιθυμιών και συναισθημάτων με ενοποιό στοιχείο το μίσος. Ένα σχολείο-θάλαμος αφυδάτωσης, απενεργοποίησης και αποστείρωσης. Μια στρατοπεδική κοινωνία, ιεραρχική και βάναυση, σε μια αντιπνευματική εποχή ξηρασίας, με υπηκόους-διανοούμενους, καλλιτέχνες και καθηγητές που περιμένουν να ανεβούν βαθμίδα, γιατρούς που διψούν για χρήμα και παπάδες απογόνους των αργυραμοιβών και των εμπόρων που καταδίωξε ο Ιησούς.

 

Σκληρό μα και τόσο τρυφερό

 

Ο Γιάννης Πάσχος γράφει με την ταραχή κάποιου που ξύπνησε με διαύγεια από ένα εφιαλτικό όνειρο. Η ποίηση, έστω ενσωματωμένη σε πεζό λόγο, είναι το μόνο μέσο που μπορεί να εκφράσει αυτόν τον εφιάλτη του παραλογισμού. Παραμένοντας, όπως στο προηγούμενο βιβλίο του, τις Μαγικές Ιστορίες του Δον Ντομίνγκο (2017), «ηθικός, αλλά και απαράγραπτα αισθητικός»,[1] ο συγγραφέας κατορθώνει, παρά ταύτα, να μην ολισθήσει στη απεγνωσμένη θλίψη και την απόλυτη απαισιοδοξία. Ο Δον Ντομίνγκο επιστρέφει στο τελευταίο αφήγημα, συνοδεύοντας τη Χιονάτη, για να δώσει μια παραμυθητική και παραμυθιακή διάσταση. Αλλά και στο κυρίως κείμενο με τις επτά ιστορίες, όχι σπάνια, απρόσμενες ποιητικές αποστροφές συγκρατούν κάπου-κάπου και μετριάζουν την απελπισία: «Μοναχική πόλη μη με ξεχάσεις, μια τυχαία ανέλπιστη έμπνευση, ένα δροσερό τραγουδάκι, ένα αιμάτινο φιλί, μια υποσχόμενη χειρονομία, μια ακατανόητα αισιόδοξη στιγμή,  μη με ξεχνάς». Και αλλού: «Με την αμοίραστη κληρονομιά της φύσης /πλέκω φωλιά, /δεν έχω ανάγκη τίποτα από ό,τι εσκεμμένα/μου προσφέρεις σαν καταφύγιο και ελπίδα./Η ζωή είναι σοφή λέω, /αν είναι να φυσήξει, ας φυσήξει».

Αφήνεται έτσι ανοιχτή μια μικρή χαραμάδα αισιοδοξίας, σημάδι μιας ηρωικής και παρήγορης σκέψης ότι το παιχνίδι της κατανόησης των ανθρωπίνων δεν τελείωσε ακόμη, ότι μπορείς, αν το θες, να γίνεις η εξαίρεση ενός αποτρόπαιου κανόνα.

Πράγματι, «αυτή την εποχή, ηρωική πράξη είναι να κατανοήσεις τον άνθρωπο». Τούτο ακριβώς είναι και το γενναίο διάβημα αυτού του σκληρού μα και τόσο τρυφερού βιβλίου.

 

Το κείμενο αυτό έχει δημοσιευτεί ως επίμετρο στο βιβλίο του Γιάννη Πάσχου «Φοβού τα βρέφη».

 

Σημείωση

1. Κατερίνα Σχινά, «Μεταφορά και συναισθησία», εφ. «Η Καθημερινή», 24.3.2018.

Κώστας Καραβίδας Περισσότερα Άρθρα
Tags:
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet