Η Παραγουάη είναι μια χώρα αρκετά άγνωστη εδώ. Ίσως το όνομά της να ακούγεται εξωτικό, να παραπέμπει στο όνειρο του ταξιδιού, της περιπλάνησης, της εξερεύνησης, να έχει ταυτόχρονα κάτι το πολύ μακρινό και κάτι το αρκετά οικείο. Γιατί η Νότια Αμερική έχει πολλά στοιχεία οικειότητας. Η συγκεκριμένη χώρα σε πολύ μικρότερο βαθμό όμως.

Γι’ αυτούς, και για πολλούς άλλους λόγους, η λέξη Παραγουάη στον τίτλο ενός βιβλίου αποτελεί μια υπόσχεση. Ακόμη περισσότερο αν πρόκειται για μυθιστόρημα του Μιχάλη Μοδινού, ο οποίος μας έχει κατ’ επανάληψη ταξιδέψει σε μέρη μακρινά και άγνωστα. Κυρίως βέβαια της Αφρικής. Τα ταξίδια που προσφέρει ο Μιχάλης Μοδινός στους αναγνώστες του είναι αποτέλεσμα του συγκερασμού των παλαιότερων επαγγελματικών και «ακτιβιστικών» ιδιοτήτων του, με τη σχετικά όψιμη (αν και 15αετή πια) στροφή του προς τη λογοτεχνία.

 

Δούλεψε ως περιβαλλοντολόγος και μηχανικός σε πολλές χώρες, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς και ασχολήθηκε ενεργά με το οικολογικό κίνημα. Υπήρξε ιδρυτής και εκδότης του περιοδικού Νέα Οικολογία, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος, πρόεδρος και του Διεθνούς Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών.

Την περίοδο εκείνη, πιο συγκεκριμένα τη δεκαετία του ’90, είχε ταξιδέψει και στην Παραγουάη. Τη μία φορά μόνος, ως τουρίστας. Όπως και ο ήρωας του μυθιστορήματός του έτσι και αυτός είχε δει σε μια δύσκολη συναισθηματικά στιγμή, στη βιτρίνα του Travel Plan, τη διαφήμιση ενός ταξιδιού στη μακρινή λατινοαμερικανική χώρα, μαζί με τη φωτογραφία ενός καταπληκτικού τζάγκουαρ (και ουχί μιας τζάγκουαρ), ενός δηλαδή από τα πιο όμορφα και πιο επιβλητικά ζώα του πλανήτη. Είχε και ένα κομπόδεμα, το αποφάσισε. Τη δεύτερη φορά το επιδίωξε να πάει επαγγελματικά. Ήταν ένα μικρό συμβόλαιο με τον ΟΗΕ στο πλαίσιο μιας μελέτης της ποτάμιας βιοποικιλότητας. Τα συμπεράσματα τα έγραψε και σε βιβλίο – ένα από τα επιστημονικά που έγραφε τότε, το Μύθοι της ανάπτυξης στους Τροπικούς. Οπότε είχε ένα διαθέσιμο πραγματολογικό υλικό, μια πραγματοποιημένη πρωτογενή έρευνα. Επιπλέον, ξέροντας κατά βάθος ότι κάποτε θα ασχοληθεί με το μυθιστόρημα –άλλωστε και ο τίτλος του συγκεκριμένου βιβλίου λογοτεχνικός δεν είναι;– κρατούσε και ημερολόγιο στη διάρκεια της παραμονής του, δέκα σελίδες κάθε βράδυ. Στο ταξίδι συναντήθηκε με Ινδιάνους. Επίσης είδε από σχετικά κοντά κροκόδειλο. Έτσι λοιπόν εξηγείται αυτό που λέει στην «Εποχή των βιβλίων», ότι δηλαδή «είναι το πιο άκοπο» μυθιστόρημα που έχει γράψει. Κι ας είναι μυθιστόρημα 375 σελίδων. «Γράφτηκε θυελλωδώς, μέσα σε έξι μήνες, με πολύ κέφι και αυθόρμητη γραφή», μας λέει. «Πρέπει να το είχα μέσα μου».

 

Χωρίς σύγκρουση με την κοινωνία δεν γράφεις

 

Το ολοκλήρωσε τον Φεβρουάριο, πριν καλά καλά ξεκινήσουν τα του κορονοϊού. «Ευτυχώς», εξηγεί, «γιατί μετά δεν θα μπορούσα να γράψω». Ο λόγος; «Πρόκειται για μηδενική συνθήκη αυτό που ζούμε. Χωρίς σύγκρουση, χωρίς διαπλοκή με την κοινωνία δεν μπορείς να γράψεις. Όπως δεν μπορείς να γράψεις ούτε σε παραδείσια κατάσταση. Εδώ βράζουμε στο ζουμί μας, δεν έχουμε καθόλου ερεθίσματα. Μέχρι και η πολιτική έχει εκλείψει. Με το στανιό γίνεται μια κουβέντα πέραν του κορονοϊού. Κάποιος που μένει αιωνίως στο σπίτι δεν μπορεί να ανανεώσει το υλικό του. Δεν μπορεί να γράφει συνεχώς δια των αναμνήσεων».

Μάλιστα, και παρόλο που ο ίδιος τηρεί με ευλάβεια τις απαιτούμενες προφυλάξεις και δεν κυκλοφορεί ιδιαίτερα εκτός σπιτιού, διατηρεί μια άποψη για τα μέτρα η οποία είναι μάλλον μειοψηφική: «Ζούμε υπό την πραγματική τυραννία της ιατρικής επιστήμης. Έχει γεμίσει η Ελλάδα λοιμωξιολόγους όπως κάποτε είχε γεμίσει συνταγματολόγους. Οι οποίοι παρασύρουν την κυβέρνηση σε σκληρά μέτρα. Πόσο πια θηριώδης είναι αυτή η αύξηση κρουσμάτων στην Αττική;».

Όπως και νά ’χει, αφού δεν μπορούμε να μετακινηθούμε σωματικά, τόσο λόγω απαγόρευσης όσο, το πιθανότερο, και λόγω οικονομικών δυσχερειών, μπορούμε να μετακινηθούμε διαφορετικά, βάζοντας τη φαντασία μας να δουλέψει.

 

Μια χώρα στον αντίποδα

 

Η Παραγουάη είναι μια χώρα τρεις φορές μεγαλύτερη σε έκταση από την Ελλάδα, έχει όμως λιγότερους κατοίκους από αυτή. Είναι επίσης μια χώρα επίπεδη και χωρίς θάλασσα. Έχει όμως τρία φαρδιά ποτάμια και αυτό «το κοιμίσικο, το ποταμίσιο», την καθιστά μια χώρα διαφορετική. Τα ποτάμια αυτά ορίζουν και τα σύνορά της: «Έχουμε τον Ρίο Πιλκομάγιο στα δυτικά της σύνορα, τον Ρίο Παρανά στα ανατολικά και νότια, και βέβαια τον Ρίο Παραγουάη, που προερχόμενος από τα βραζιλιάνικα υψίπεδα του Μάτο Γκρόσο και διασχίζοντας από Βορρά προς Νότο τον μεγαλύτερο υδροβιότοπο παγκοσμίως, τον Παντανάλ, δίνει το όνομά του στη χώρα», γράφει στο βιβλίο ο Μιχάλης Μοδινός.

Το μυθιστόρημα κινείται σε τρία επίπεδα. Τα κεφάλαια που έχουν μπροστά το γράμμα Α (Α1 έως Α7) κινούνται στον παρόντα χρόνο με έναν καρδιτσιώτη πρωταγωνιστή που καταλήγει στην Παραγουάη. Τα κεφάλαια που έχουν μπροστά το γράμμα Β (Β1-Β5) κινούνται σε ιστορικό χρόνο, τον 18ο αιώνα όπου ένας μακρινός πρόγονος του πρωταγωνιστή επίσης μεταναστεύει στην Παραγουάη. Και ανάμεσα παρεμβάλλονται και τρία κεφάλαια που έχουν μπροστά το γράμμα Γ (Γ1-Γ3) τα οποία έχουν οιονεί δοκιμιακό και όχι μυθιστορηματικό χαρακτήρα.

Ο πρωταγωνιστής αποφασίζει να μεταναστεύσει επειδή έχει μείνει άνεργος, έχει πάρει διαζύγιο και επιπλέον είναι πλήρως απογοητευμένος από τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα της δεκαετίας του 2010. Η απόφαση για την Παραγουάη είναι πιο σύνθετη: υπήρχε βέβαια η ιστορία του μακρινού προγόνου, λόγω όμως αυτής της βαθιάς απογοήτευσης για την Ελλάδα, αναζητούσε μια χώρα στον αντίποδά της, χωρίς θάλασσα και χωρίς βουνά. Επίσης υπήρχε η λεπτομέρεια μιας απίθανης συναυλίας του συγκροτήματος Λος Παραγουάιος στο χωριό Λαμπερό, στο Φράγμα του Ταυρωπού, το 1987. Πρόκειται για πραγματική συναυλία, όπως πραγματικότητα είναι ότι την παρακολούθησαν και οι αρχές – ανάμεσά τους ο νεαρότατος νομάρχης Καρδίτσας Μιχάλης Χρυσοχοΐδης! Τον 18χρονο τότε Γαβριήλ –είναι το όνομα που δίνει ο Μιχάλης Μοδινός στον πρωταγωνιστή του– που είναι και αρκετά καλός κιθαρίστας, θαυμαστής του σημαντικού Παραγουανού κλασικού κιθαριστή και συνθέτη Αγκουστίν Μπάριος Μανγκορέ, οδηγεί στη συναυλία ο θείος του Νικήτας που θέλει να τον βάλει στην επιχείρησή του και κάποτε να του την χαρίσει κιόλας. Αργότερα όμως, στην κρίση, ο θείος πεθαίνει καταχρεωμένος και ο Γαβριήλ μένει άνεργος.

 

Ένας έκκεντρος συντηρητικός ήρωας

 

Παράλληλα παρακολουθούμε την ιστορία του προγόνου του Γαβριήλ, του βλάχου βοσκού και μετά ναυτικού Γιωργή Σούρλα που, μετά από διάφορες περιπέτειες, κατέληξε στην Παραγουάη λίγο μετά το 1730 με το ονοματεπώνυμο Χόρχε Σούρλα Μπάστος. Επίσης διαβάζουμε για τους Μπαντεϊράντες του Σάο Πάολο, από τη μία, πορτογαλικής καταγωγής δουλέμπορους που επέκτειναν προχωρώντας στα βάθη του Αμαζονίου τα όρια της Βραζιλίας, και, από την άλλη, για τις Ρεντουσιόνες, τις ιησουίτικες ιεραποστολές που συνέβαλαν, μέσω ίδρυσης οικιστικών μονάδων, στην προστασία των αυτοχθόνων, ιδίως των Γκουαρανί, η γλώσσα των οποίων είναι και σήμερα μία από τις δύο επίσημες γλώσσες της Παραγουάης.

«Η παλιά ιστορία του Σούρλα είναι εντελώς φανταστική», λέει ο Μιχάλης Μοδινός στην Εποχή. Αντίθετα, ο πρωταγωνιστής του στο παρόν είναι εμπνευσμένος από υπαρκτό πρόσωπο, έναν καρδιτσιώτη φιλότεχνο γιατρό που λέγεται όντως Σούρλας.

Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου διαπιστώνουμε ότι ο πρωταγωνιστής ετοιμάζει τα μπογαλάκια του από το 2013, ωστόσο φαίνεται πως η πρώτη περίοδος «διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ» τον κάνει να αποφασίσει οριστικά τον εκπατρισμό. Δεν λείπουν και κάποια δηκτικά σχόλια για προνομιούχους υπαλλήλους ΔΕΚΟ αλλά και για παλιούς του συμφοιτητές – μέλη των Συσπειρώσεων.

«Θέλησα να φτιάξω ένα συντηρητικό ήρωα», εξηγεί. «Δεν ήθελα να βγάλει ένα εξεγερτικό πνεύμα. Είναι ένα παιδί επαρχιώτικο που θέλει να γίνει επιχειρηματίας. Το κανονικό θα ήταν να τον φανταστεί κανείς αριστερό και αναχωρητή. Δεν ήθελα αυτό. Ήθελα έναν έκκεντρο ήρωα, ήθελα οι ευαισθησίες να προκύπτουν από άλλη θέση. Και ήθελα να έχει πέσει έξω η επιχείρησή του. Από κει και πέρα, θα πρόσθετα ότι εκείνη την περίοδο ζήσαμε πολλά. Από τη μια, τον Βαρουφάκη που πρεσβεύει μια ακαθόριστη Αριστερά, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γενικώς. Που καταργεί την ταξική πάλη και περνάει σε μια πάλη ιδεολογημάτων κατά τη γνώμη μου ξεθωριασμένων. Όπου οι απαντήσεις είναι εύκολες και οι απενοχοποιήσεις επίσης. Από την άλλη, είχαμε περιπτώσεις σαν του Σώρα. Είχε γραφεία παντού. Ακόμα έχει στην επαρχία και του τα περιποιούνται. Τα καθαρίζουν. Βυζαντινές σημαίες από τη μια και από την άλλη “ποιο χρέος; Δεν υπάρχει χρέος”. Προσωπικά δεν θέλω ρομαντισμό, μνήμη, μελαγχολία λόγω απωλεσθείσας νεότητας. Τότε που ξέραμε πού θα βαρέσουμε και ποιος ήταν ο εχθρός. Δεν νιώθω έτσι τώρα. Η κρίση είναι βαθιά και παλιά. Είναι η πίστη ότι όλα θα γίνουν καλύτερα γιατί εμείς είμαστε καλύτεροι. Δεν γίνονται όμως τα πράγματα με τον αυτόματο πιλότο».

 

Μια αγορά προσανατολισμένη στην αγορά

 

Το μυθιστόρημα έχει κάτι από τη σειρά με τον Μεγάλο Αμπάι και την Εκουατόρια που του χάρισε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος. Εξηγεί όμως ότι δεν ανήκει ακριβώς στην ίδια κατηγορία, παρόλο που έχει ως κοινό θέμα τη φυγή, αλλά και την ουτοπία. «Η διαφορά είναι ότι στην Παραγουάη υπάρχει και ισόποση σύγχρονη Ελλάδα. Ήθελα να κάνω και μια κριτική της σημερινής Ελλάδας, της περιόδου 2014-2015. Υπάρχει βέβαια το κοινό στοιχείο του προορισμού, του ονείρου, της ανάλυσης του γεωγραφικού χώρου. Δεν είναι όμως ένα καθαρά επικό μυθιστόρημα, μεγαλόπνοης διάθεσης, όπως εκείνα. Είναι πιο γειωμένο».

Συζητάμε και το θέμα των κλισέ. Ο ίδιος προσπαθεί να αποφεύγει τα κλισέ για την Ελλάδα –«όχι άλλες ακρογιαλιές δειλινά», λέει ο ήρωάς του–, ωστόσο πώς αποφεύγει κανείς να πέσει σε κλισέ όταν γράφει για άλλες χώρες, μακρινές; «Έπρεπε να βρω κάτι που να μην είναι καθόλου πιασάρικο. Ο ήρωας απεχθάνεται τη Βραζιλία, ψάχνει κάτι απλό, επίπεδο. Κάπως έτσι το κάνω, αποφεύγοντας Μπουένος Άιρες και Ρίο ντε Τζανέιρο. Για την Ελλάδα πάλι επιστράτευσα το χιούμορ και τον κυνισμό. Ήθελα η αγάπη για την Ελλάδα να βγαίνει μέσα από την απόρριψή της. Αν θέλεις να είσαι αλλού πρέπει να απορρίψεις τη νοσταλγία. Ο ήρωάς μου φεύγει έχοντας το όνειρο να αποκτήσει μια φάρμα σε ξένη χώρα. Είναι ένα συμμετρικό όνειρο. Τρόπον τινά υλοποιεί αυτό που δεν μπόρεσε να κάνει ο πρόγονός του. Ο οποίος εντάχθηκε όμως σε ρεντουσιόν (σσ. οικιστική μονάδα ιεραποστολής, όπου έμεναν και αυτόχθονες)».

Ο Μιχάλης Μοδινός, παράλληλα με τη συγγραφή, ασχολείται συστηματικά και με την κριτική βιβλίου – κατά κανόνα ξένης λογοτεχνίας. Σε ένα σημείο του μυθιστορήματος, κατακρίνει το φαινόμενο να γράφουν κριτικές οι λογοτέχνες, ο ένας για τον άλλο. «Αναφέρομαι κυρίως στη βιομηχανία των σάιτ, όπου παντελώς άγνωστοι γράφουν για άλλους παντελώς άγνωστους, για βιβλία ανύπαρκτων εκδόσεων. Παλιά με τα περιοδικά και τις εφημερίδες υπήρχε κρισάρα. Όχι ότι δεν υπήρχαν αδικίες, υπήρχαν πάντα. Είναι διεθνές αυτό. Πόσα και πόσα διαμάντια δεν παραγνωρίστηκαν… Είναι αδυσώπητος αυτός ο αγώνας, οι βραβεύσεις, οι κριτικές. Αλλά τώρα, στη βιομηχανία των σάιτ, έχεις μια αγορά που προσανατολίζεται μόνο στην αγορά».

 

«Έχουμε μια χαζοχαρούμενη κυβέρνηση»

 

«Δεν πρόκανα να γράψω και για τη ΝΔ, το βιβλίο ολοκληρώθηκε το Φεβρουάριο, λίγο πριν ξεσπάσει η πανδημία», λέει ο Μιχάλης Μοδινός. Τι θα έλεγε ο ήρωάς του αν το βιβλίο τελείωνε τώρα; «Θα έλεγε ότι έχουμε μια χαζοχαρούμενη κυβέρνηση. Μια παιδική χαρά, που χαίρεται πολύ που κυβερνάει. Ακόμα και με την Αστυνομία του Πανεπιστημίου αυτό κάνουν, είναι σαν να σου λένε “θα σας δείξουμε εμείς τώρα”. Ως λογοτέχνης θά ’βγαζα απόσταση δια της σάτιρας. Θα έλεγα για τη χαρά των νεαρών υπουργών. Πήγε στο βάθος της κομματικής δεξαμενής, στους νέους. Λες και οι ωριμότεροι δεν χρειάζονται. Είναι σαν να ανησυχεί η μαμά τι δουλειά θα βρει το παιδί και εντέλει του βρίσκει, θα γίνει υφυπουργός. Και ταυτόχρονα βλέπω, εδώ που μένω, δίπλα στο υπουργείο Ανάπτυξης. Δεν κουνιέται φύλλο. Παλιά μπαινόβγαινε κόσμος. Θλιβερό. Εδώ έχουμε ένα χαρωπό συγκεντρωτισμό. Αποκεφαλίζουν και κανένα σαλτιμπάγκο, όπως έκαναν παλιά, αν δεν γελούσε η βασίλισσα με τ’ αστεία του, και αυτό είναι».

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet