Σήμερα φιλοξενούμε στις Ιδέες ένα επιστημονικό άρθρο για την έννοια της «ανθεκτικότητας», της Γεωργίας Πετράκη, καθηγήτριας του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, το οποίο βασίζεται στην εισαγωγή του βιβλίου «Φύλο, Κράτος Πρόνοιας και Ανθεκτικότητα στην Κρίση» των Νέλλη Καμπούρη, Σούλα Μαρινούδη, Γεωργίας Πετράκη (επιμέλεια: Γεωργία Πετράκη, εκδόσεις Νήσος, 2020).

Λόγω του πολιτικού τους ενδιαφέροντος, δημοσιεύουμε συμπληρωματικά και κάποια αποσπάσματα άρθρου του Τζόναθαν Τζόσεφ, που δημοσιεύτηκε, το 2013, στο περιοδικό «Resilience» (βλ. www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/21693293.2013.765741)

 

Χ.Γο.

 

 

 

της Γεωργίας Πετράκη

 

Η διευρυμένη χρήση του όρου «ανθεκτικότητα» συνδέεται με την ενίσχυση των ιδεολογιών της ατομικής ευθύνης και του ενεργού πολίτη, καθώς και την εφαρμογή πολιτικών που βασίζονται στην απόσυρση της στήριξης από το δημόσιο των ανθρώπων που υποφέρουν από τη φτώχεια. Αυτή η εξέλιξη έχει θεωρηθεί προβληματική για πολλούς λόγους: υποστηρίζει την κανονιστική αξία των αξιολογήσεων, υπερτονίζει την ικανότητα των ανθρώπων να ξεπερνούν τις δυσκολίες και υποτιμά το κρυφό κόστος της ανθεκτικότητας, ειδικά εκείνο που σχετίζεται με τις έμφυλες διαστάσεις της. Παράλληλα, μπορεί να συνδέεται με πολιτικές κατευθύνσεις που μεταφέρουν την ευθύνη για την αντιμετώπιση των κρίσεων μακριά από τη δημόσια σφαίρα.

Η ανθεκτικότητα, αν και ορίζεται και εννοιολογείται με ποικίλους τρόπους, θεωρείται γενικώς ως «η ικανότητα να αντιμετωπίζουμε τις αντιξοότητες». Στις αντιξοότητες περιλαμβάνονται, για παράδειγμα, η οικονομική ύφεση, οι φυσικές καταστροφές, η αλλαγή του κλίματος, αλλά και οι ψυχολογικές επιπτώσεις του στρες και της διάλυσης της οικογένειας. Σύμφωνα με την Elisabeth Harrison1, η συζήτηση για την ανθεκτικότητα βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη βιβλιογραφία που προέρχεται από το Ηνωμένο Βασίλειο, τον Καναδά και τις ΗΠΑ, αλλά σήμερα ο συγκεκριμένος όρος καθώς και οι πολιτικές προτάσεις που συνδέονται με αυτόν χρησιμοποιούνται σε όλο τον κόσμο.

Η ανθεκτικότητα αποτελεί πλαίσιο αναφοράς σε τομείς όπως η οικολογία, στο ζήτημα της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, ή στον πολεοδομικό σχεδιασμό. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, ενώ μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000 ο όρος απουσίαζε σχεδόν εντελώς από όλα τα έγγραφα του υπουργείου Διεθνούς Ανάπτυξης (DFID), αναγνωρίζεται πια ως κεντρικός πολιτικός στόχος, παράλληλα με τη μείωση της φτώχειας και την οικονομική ανάπτυξη. Η «Στρατηγική για την Κοινωνική Προστασία και την Εργασία 2012-2022» της Παγκόσμιας Τράπεζας τοποθέτησε την ανθεκτικότητα στο ίδιο επίπεδο με την ισότητα και τις οικονομικές ευκαιρίες. Επίσης, η ανθεκτικότητα ήταν στον πυρήνα της Έκθεσης για την Παγκόσμια Ανάπτυξη του 2014, καθώς και της Έκθεσης για την Ανθρώπινη Ανάπτυξη του ίδιου έτους, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος όρος έχει κυριαρχήσει, εδώ και αρκετά χρόνια, σε ένα μεγάλο μέρος του κυρίαρχου λόγου που αφορά την αναπτυξιακή ατζέντα.

 

Η ανθεκτικότητα ως θετική έννοια

 

Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι η ανθεκτικότητα σηματοδοτεί τη θετική αντίδραση των ατόμων απέναντι σε διάφορες αντιξοότητες, η οποία υποδηλώνει την ικανότητά τους να ανταπεξέρχονται στις δυσκολίες, ή ακόμα και να αντιμετωπίζουν τα προβλήματά τους ως οιονεί κίνητρα για θετικές αλλαγές. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, η ανθεκτικότητα είναι μια θετική, δυναμική έννοια που αναδεικνύει την υποκειμενικότητα του δρώντα. Κατά τους Batty και Cole2, «η ανθεκτικότητα προσφέρει μια διαφορετική προοπτική από εκείνη των μοντέλων του "ελλείμματος" που αναφέρεται στον κοινωνικό και οικονομικό αποκλεισμό και στα παραδείγματα της παθητικότητας ή της εξάρτησης, τα οποία είναι συνήθως ενσωματωμένα σ’ αυτές τις προσεγγίσεις». Επίσης, οι Canvin et.al3 υποστηρίζουν ότι η βιβλιογραφία της κοινωνικής πολιτικής επικεντρώνεται υπερβολικά στις μειονεξίες των φτωχών, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σ’ αυτούς η βεβαιότητα ότι κάθε προσπάθειά τους να βελτιώσουν την κατάστασή τους είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Τέλος, ο Jonathan R.T. Davidson4 υποστηρίζει ότι απαιτείται μια πιο αισιόδοξη, υγειογενής (salutogenic) προσέγγιση, «όπου η εστίαση δεν θα είναι στην αντιμετώπιση των εδραιωμένων προβλημάτων, αλλά στην υποστήριξη των αναπτυξιακών διαδικασιών που οδηγούν σε θετικά αποτελέσματα».

 

Προβληματισμοί και αμφισβητήσεις

 

Όμως, το αφήγημα της ανθεκτικότητας παίζει σημαντικό ρόλο και στις εφαρμοζόμενες πολιτικές, δεδομένου ότι οι υπεύθυνοι για την χάραξη τους μπορούν να προστρέχουν σε «ιστορίες» ή «αφηγήσεις» που, όπως γράφουν οι Hajer5 και Stevens6, συχνά υποστηρίζουν και ενισχύουν τις επικρατούσες σχέσεις εξουσίας. Από την άλλη πλευρά, η λεγόμενη «καλή αντιμετώπιση» των προβλημάτων στηρίζεται όλο και περισσότερο σε αξιολογικές κρίσεις, με την αντιμετώπιση που δεν θεωρείται «καλή» να στιγματίζεται. Επιπλέον, η εστίαση στην ανθεκτικότητα τονίζει υπερβολικά την ικανότητα των ατόμων που βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα της οικονομικής ύφεσης να «υπερβαίνουν» τις αντιξοότητες. Η επικέντρωση στις ικανότητες μπορεί να εμποδίσει την κατανόηση της φύσης των διαρθρωτικών παραγόντων, ενώ ταυτόχρονα απο-πολιτικοποιεί τις κρίσεις και μετατοπίζει την ευθύνη για την αντιμετώπιση τους από αυτούς που βρίσκονται στην εξουσία σε εκείνους που υφίστανται τις επιπτώσεις τους.

Με δεδομένη την αυξανόμενη επιρροή της «ανθεκτικότητας» στην αναπτυξιακή ατζέντα είναι σημαντικό να διερευνήσουμε πώς αυτή εντάσσεται στις πολιτικές που έχουν στόχο να βοηθήσουν τους πληθυσμούς και τα νοικοκυριά να την αποκτήσουν. Το ενδιαφέρον εδώ είναι στη σχέση μεταξύ της ανθεκτικότητας της και μείωσης της φτώχειας. Σύμφωνα με τους Béné et.al7, παρά το γεγονός ότι ένας αυξανόμενος αριθμός αναπτυξιακών έργων ή προγραμμάτων ισχυρίζεται ότι «ενισχύει τη θέση των νοικοκυριών ή των κοινοτήτων», δεν είναι σαφές τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Αυτές οι παρεμβάσεις αλλάζουν πράγματι «κάτι» ουσιαστικό στη ζωή των νοικοκυριών της ομάδας-στόχου, και αυτό το «κάτι» είναι πράγματι η ανθεκτικότητα; Και πώς συγκεκριμένα συνδέεται αυτή η ανθεκτικότητα με τη μείωση της φτώχειας;

 

Φτώχεια και ανθεκτικότητα

 

Σύμφωνα με τους Bene et.al, μια προσεκτική ματιά στην ανθρώπινη ανάπτυξη αποκαλύπτει ότι δεν υπάρχει κάποια σαφής σύνδεση της μείωσης της φτώχειας με την ανθεκτικότητα. Η μόνη σχέση τους μπορεί να είναι ότι συνήθως οι φτωχοί είναι πράγματι ή θεωρούνται ότι είναι πιο ευάλωτοι ή λιγότερο ανθεκτικοί από τους άλλους ανθρώπους. Σε αντίθεση με όσα πολλοί φαίνεται να πιστεύουν, τα νοικοκυριά μπορεί να είναι ταυτόχρονα και πολύ φτωχά και πολύ ανθεκτικά. Στην πραγματικότητα, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι όσοι βρίσκονται σε μια κατάσταση μακροχρόνιας φτώχιας είναι εξ ορισμού πολύ ανθεκτικοί – για να επιβιώσει ένας άστεγος στους δρόμους της Καλκούτας ή του Λάγκος πρέπει να είναι ανθεκτικός. Όμως, αυτό που έχουν ανάγκη όσοι είναι φτωχοί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν είναι μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, αλλά λιγότερη φτώχεια και μικρότερη περιθωριοποίηση. Επομένως, ο ισχυρισμός ότι η ανθεκτικότητα είναι σημαντική ως εργαλείο μείωσης της φτώχειας δεν ισχύει: δεν υπάρχει άμεση και προφανής διέξοδος από τη φτώχεια μέσω της ανθεκτικότητας. Τελικά, η ανθρώπινη ανάπτυξη εξαρτάται από τη μείωση της φτώχειας και την αύξηση της ευημερίας των πολλών, όχι από την οικοδόμηση της ανθεκτικότητας.

 

Ανθεκτικότητα και πολιτική σφαίρα

 

Σύμφωνα με τους Juntunen και Hyvönen8, η προβληματική της ανθεκτικότητας έχει αρνητικές συνέπειες στη δημοκρατική πολιτική: πρώτον, επειδή αποθαρρύνει την ενεργό συμμετοχή των πολιτών και δεύτερον, και πιο σημαντικό, επειδή θέτει σε κίνδυνο την έννοια του δημόσιου χώρου, που είναι εξαιρετικά σημαντική για την πολιτική.

Αρχικά, η έννοια της ανθεκτικότητας διαμορφώθηκε με βάση τη γραμμική κατανόηση της αιτιότητας προκειμένου να περιγραφεί η δυναμική και η ικανότητα των οικοσυστημάτων να διατηρήσουν τη σταθερότητά τους έναντι των εξωτερικών διαταραχών. Όμως, κατά την τελευταία δεκαετία παρατηρείται μια σημαντική κανονιστική στροφή, καθώς η προβληματική της ανθεκτικότητας εφαρμόζεται όλο και περισσότερο στα κοινωνικά συστήματα με τη ρητή φιλοδοξία να ενισχύσει την ικανότητα των κοινωνιών, των κοινοτήτων και, εν τέλει, των ατόμων να απορροφούν εξωτερικές διαταραχές και να ευημερούν παρά τις ανθρωπογενείς ή φυσικές δυσκολίες.

Η μεταφορά του λόγου περί ανθεκτικότητας, από την οικολογία και τις επιστήμες της πολυπλοκότητας στην πολιτική, έχει επιζήμιες συνέπειες για τις βασικές δραστηριότητες της πολιτικής ως πράξης, καθώς και για τις δημόσιες ελευθερίες. Στην οικολογία η ανθεκτικότητα νοείται ως η ικανότητα ενός συστήματος να απορροφά τις διαταραχές, και ταυτόχρονα όχι μόνο να διατηρεί τις λειτουργίες του αλλά να ανανεώνεται και να αναδιοργανώνεται. Σύμφωνα με αυτόν τον τρόπο σκέψης η διαδικαστική/επεξεργαστική φύση των ζωντανών συστημάτων αποτελεί μια πραγματικότητα που αφορά κάθε ζωντανό οργανισμό.

Η ανθεκτικότητα μάς καλεί να αποδεχτούμε ότι είμαστε απολύτως ευάλωτοι και ότι ο κόσμος είναι μια πολύπλοκη δέσμη αναδυόμενων και επικαλυπτόμενων κοινωνικο-οικολογικών διεργασιών, στις οποίες μπορούμε να ανταποκριθούμε μόνο με την προσαρμογή και την αφομοίωση, και όχι μέσω αλλαγής των πολιτικών δομών με τον παραδοσιακό τρόπο. Αυτό είναι επιζήμιο για πολλούς λόγους, με πρώτον το γεγονός ότι μας εμποδίζει να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τα πολιτικά ζητήματα, στα οποία οφείλονται οι ανασφάλειες που αντιμετωπίζουμε. Όμως, το διακύβευμα για τον σημερινό προφανώς περίπλοκο κόσμο είναι η διατήρηση των χώρων των αγωνιστικών πολιτικών αμφισβητήσεων, των δημόσιων χώρων στους οποίους τίθενται τα προβλήματα, οι προκλήσεις και οι απειλές. Παρά την αύξηση των προσπαθειών για την ενσωμάτωση στην ανθεκτικότητα της κοινωνικής διάστασης, πολλοί κοινωνικοί επιστήμονες (μεταξύ αυτών και κάποιοι από εκείνους που υποστηρίζουν τη χρήση της) θεωρούν ότι πρόκειται για μια αμφιλεγόμενη έννοια της κοινωνικής επιστήμης, ειδικά στην έρευνα και την ανάλυση των κοινωνικών συστημάτων. Η χρήση της έννοιας της ανθεκτικότητας σε θέματα πολιτικής και διακυβέρνησης οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα σε συγκρούσεις με κάποιες άλλες ακρογωνιαίες έννοιες της κοινωνικής επιστήμης, όπως η εξουσία, η δημοκρατία και το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Η αιτία γι’ αυτή την δυσκολία είναι απλή: παρά κάποιες ομοιότητες, οι κοινωνίες και τα οικοσυστήματα διαφέρουν μεταξύ τους σε κάποια θεμελιώδη ζητήματα.

Η προέλευση της έννοιας της ανθεκτικότητας από τα φυσικά συστήματα την καθιστά ακατάλληλη για την ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων, δεδομένου ότι αυτά ενσωματώνουν σχέσεις εξουσίας και δεν αυτορυθμίζονται. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο διάφοροι κοινωνικοί και άλλοι επιστήμονες εκφράζουν την αμφιβολία τους ως προς την δυνατότητα της αρχής της ανθεκτικότητας να κατανοεί και, πολύ περισσότερο, να αναλύει κάποια θέματα που αφορούν την έννοια της εξουσίας.

 

Επιμέλεια: Χάρης Γολέμης

 

Σημειώσεις

1. Harrison, E, (2012), «Bouncing Back? Recession, Resilience and Everyday Lives», Critical Social Policy, 33 (1), 97-113.

2. Batty, E, Cole, I (2010) «Preparing for Worse to Come? Resilience and the Recession in Six Deprived Communities in Britain». Sheffield: Centre for Regional Economic and Social Research, Sheffield Hallam University.

3. Canvin, K, Marttila, A, Burstrom, B, Whitehead, M (2009) «Tales of the Unexpected? Hidden Resilience in Poor Households in Britain», Social Science and Medicine 69: 238-245.

4. Davidson, R (2008) «More than “Just Coping”: The Antecedents and Dynamics of Resilience in a Qualitative Longitudinal Study», Social Policy and Society 8(1): 115-125.

5. Hajer, MA (1995), «The Politics of Environmental Discourse: Environmental Modernization and the Policy Process». Oxford: Oxford University Press

6. Stevens, A (2010), «Telling Policy Stories: An Ethnographic Study of the Use of Evidence in Policy-making in the UK», Journal of Social Policy 40(2): 237-255.

7. Béné, C, Newsham, A, Davies, Ulrichs M, Godfrey-Wood, R (2014), «Review article: Resilience, Poverty and Development», Journal of International Development, 26 (5).

8. Hyvönen, A, Tapio Juntunen, T, (2014) «Resilience, Security and the Politics of Processes», Resilience 2 (3): 195-209

 

 

 

Η ανθεκτικότητα
ως ενσωματωμένος νεοφιλελευθερισμός

 

του Τζόναθαν Τζόζεφ

 

Ο πρόσφατος ενθουσιασμός για την έννοια της ανθεκτικότητας σε ένα μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας είναι επειδή αυτή ταιριάζει στον νεοφιλελεύθερο λόγο.

Η ανθεκτικότητα είναι μια μορφή κυβερνησιμότητας. Παρά ορισμένους ισχυρισμούς ότι αφορά τη λειτουργία των συστημάτων, αυτό που κάνει στην πράξη είναι να στηρίζει μια μορφή διακυβέρνησης που δίνει έμφαση στην ατομική ευθύνη. Ειδικότερα στην αγγλοσαξονική βιβλιογραφία, η ανθεκτικότητα προσλαμβάνεται ως νεοφιλελεύθερη κυβερνησιμότητα, τονίζοντας τη σημασία της ατομικής προσαρμοστικότητας. Έτσι, ανταποκρίνεται πλήρως στον κανονιστικό τρόπο με τον οποίο ο νεοφιλελευθερισμός ενεργοποιεί τους κοινωνικούς φορείς.

Στη διαδικασία της κατασκευής και της επερώτησης των νεοφιλελεύθερων υποκειμένων, ο νεοφιλελεύθερος λόγος και οι αντίστοιχες πρακτικές απευθύνονται σε αυτά ως σε πολίτες που είναι «ελεύθεροι» να αναλαμβάνουν την ευθύνη για τις επιλογές της ζωής τους, αλλά από τους οποίους αναμένεται να ακολουθούν τους ανταγωνιστικούς κανόνες συμπεριφοράς. Η κυβερνησιμότητα λειτουργεί, υπενθυμίζοντάς μας ότι πρέπει να είμαστε δραστήριοι, ενεργοί και υπεύθυνοι πολίτες. Ο νεοφιλελευθερισμός, από την πλευρά του, λειτουργεί (όπως γράφει ο Φουκό στο βιβλίο «Η γέννηση της βιοπολιτικής») μέσω της κοινωνικής παραγωγής της ελευθερίας και της «διαχείρισης και οργάνωσης των συνθηκών στις οποίες μπορεί κάποιος να είναι ελεύθερος». Η ανθεκτικότητα συμβάλλει σε όλα αυτά με την έμφαση που δίνει στην αύξηση της αυτογνωσίας, της αναστοχαστικότητας και της υπευθυνότητας. Ενθαρρύνει την ιδέα του ενεργού πολίτη, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι, αντί να στηρίζονται στο κράτος, αναλαμβάνουν οι ίδιοι την ευθύνη για την κοινωνική ή οικονομική ευημερία τους. Επικεντρώνεται κυρίως στα θέματα της διακινδύνευσης και της ασφάλειας, ενθαρρύνοντας την ετοιμότητα και την επίγνωση των κινδύνων.

Ένας σημαντικός τρόπος με τον οποίο η ανθεκτικότητα ενθαρρύνει την αύξηση της αυτογνωσίας είναι με την κατασκευή της εικόνας ενός κόσμου που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Αυτό φαίνεται αντιφατικό και θα μπορούσε να οδηγήσει σε συναισθηματική παραίτηση. Όμως το επιχείρημα υπέρ της αυτογνωσίας είναι ότι ακόμα και αν δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα, μαθαίνοντας έναν τρόπο προσαρμογής μας σε διάφορες καταστάσεις. Συνεπώς, αν και η ανθεκτικότητα εμφανίζεται κατ’ αρχάς ως μια συστημική θεωρία, η βασική της κατάληξη είναι να τονίζει την ανάγκη προσαρμοστικότητας σε ατομικό επίπεδο. Η συντηρητική οντολογία πίσω από όλα αυτά –η γνωστή ΤΙΝΑ («δεν υπάρχει εναλλακτική λύση»)– είναι κοινή σε ένα φάσμα σύγχρονων κοινωνικών ιδεών, όπως η ανακλαστική νεωτερικότητα, η κοινωνία της διακινδύνευσης, η δικτυακή κοινωνία και ο αιώνας της πληροφορίας, σύμφωνα με τις οποίες είναι ανάγκη να αλλάζουμε τη συμπεριφορά μας και να προσαρμοζόμαστε σε εκείνες τις καταστάσεις που δεν μπορούμε να ελέγξουμε.

 

Μετάφραση: Χάρης Γολέμης

Γεωργία Πετράκη Η Γεωργία Πετράκη είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου και διευθύντρια του Εργαστηρίου Σπουδών Φύλου. Εισήγηση στη διαδικτυακή εκδήλωση «Έμφυλες διαστάσεις της πανδημίας Ελλάδα-Κύπρος-Ευρώπη», στις 09/12/2020. Η εκδήλωση διοργανώθηκε από το Εργαστήριο Σπουδών Φύλου, το Ίδρυμα Προώθησης Ισότητας «ΥΠΑΤΙΑ» και τη MKO Gender 5+ Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet