Jacqueline Woodson «Κάτι αστραφτερό», μτφ. Άννα Μαραγκάκη, εκδόσεις Πόλις, 2021

 

Τρεις Αφροαμερικανίδες, που η καθεμιά τους εκπροσωπεί μια διαφορετική γενιά, πρωταγωνιστούν στο νέο μυθιστόρημα της 58χρονης Τζάκλιν Γούντσον, την οποία γνωρίσαμε στην Ελλάδα πριν από δύο χρόνια με το βιβλίο της «Ένα άλλο Μπρούκλιν» (Πόλις, μτφ. Άννα Μαραγκάκη). Είναι η γιαγιά Σέιμπι, που βαδίζει προς το τέλος της ζωής της, η κόρη της, Άιρις, που στον παροντικό χρόνο της αφήγησης (2001) έχει περάσει τα τριάντα και έχει τελειώσει το κολέγιο, και η δεκαεξάχρονη Μέλοντι, που μόλις αποφοιτά από το high school και βάζει πλώρη για το κολέγιο. Ο τόπος είναι το Μπρούκλιν.

 

Τα βιώματά τους στο Μπρούκλιν είναι κοινά αλλά συγχρόνως και τόσο διαφορετικά. Η ηλικία της Σέιμπι καταρχάς της επιτρέπει να θυμάται πάντα και να έχει βιώσει από πρώτο χέρι τους διωγμούς των Αφροαμερικανών από τους ρατσιστές λευκούς στην Τάλσα στην εποχή των φυλετικών διακρίσεων. Συγκαταλέγονται στους πιο σκληρούς και φανατισμένους διωγμούς που έγιναν στον Νότο και φυσικά έμειναν ατιμώρητοι από τη δικαιοσύνη των λευκών.

Η Άιρις έμεινε πολύ νεαρή έγκυος, στα 15 της μόλις, και ενώ ήταν αποφασισμένη να πάει πάση θυσία στο κολλέγιο, όπως και έγινε. Αφότου τελείωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, πέρασε τα επόμενα τέσσερα χρόνια στο κολέγιο του Όμπερλιν, κάπου στο Οχάιο, και οι επαφές της με τη Μέλοντι ήταν αποσπασματικές. Στο Όμπερλιν δε, πέρα από τον κύκλο μαθημάτων που παρακολούθησε με επιτυχία, η Άιρις βίωσε έναν δεύτερο έρωτα και είχε πρωτόγνωρες για την ίδια σεξουαλικές εμπειρίες με μια συμφοιτήτριά της, γεγονός που της γέννησε δεύτερες σκέψεις αναφορικά με τον γάμο της. 

Στην πραγματικότητα, η Μέλοντι μεγάλωσε με τον πατέρα της, τον Όμπρεϊ, ο οποίος εργάζεται σε δικηγορικό γραφείο στο κέντρο της Νέας Υόρκης, και με τη γιαγιά της και τον παππού της, τον Πο Μπόι. Αισθάνεται αρκετά αποξενωμένη από τη μητέρα της. Όταν επανασυνδέονται, η σχέση τους δεν είναι ρόδινη και οι αντιπαραθέσεις τους είναι συχνές. «Δεν ήξερα ότι είναι θέμα ανταγωνισμού, Άιρις» της λέει χαρακτηριστικά, αναφορικά με κάποιο ζήτημα. Δεν είναι τυχαίο ότι στη θύμηση της Μέλοντι επανέρχονται σταθερά συμβάντα που μοιράστηκε με τον πατέρα της, για παράδειγμα μια συναυλία των Rage Against The Machine μαζί με τους Wu Tang Clan.

Οι παραπάνω διαφορές εξωτερικεύονται στη διάρκεια της τελετής ενηλικίωσης της 16χρονης Μέλοντι, γεγονός που θεωρείται σημαντικό για τους Αμερικανούς. Η γιαγιά και η Άιρις επιμένουν να φορέσει η Μέλοντι ένα συγκεκριμένο φόρεμα, που είχε φορέσει η γιαγιά της (όχι όμως και η μητέρα της, όπως θα ήθελε η Σέιμπι) σε ανάλογες περιστάσεις στο παρελθόν, κάτι που η Μέλοντι θεωρεί ξεπερασμένο. Αντίστοιχα, η Μέλοντι θέλει να «ντεμπουτάρει» με μουσική υπόκρουση ένα τραγούδι του Prince («Darling Nikki»), το οποίο ακούγεται εξίσου ακαταλαβίστικο στους γηραιότερους. Το ίδιο ισχύει και για τους χορούς: κέικγουκ και τσα-τσα οι μεν, hip hop και r’n’b οι δε.

Βραβευμένη με το National Book Award νεανικής λογοτεχνίας για το «Brown Girl Dreaming» και υποψήφια για το ίδιο βραβείο για το «Ένα άλλο Μπρούκλιν», η Τζάκλιν Γούντσον ξέρει πρώτα από όλα τους κώδικες που θα της επιτρέψουν να ξεδιπλώσει την επικοινωνία με τις νεότερες γενιές. Η αφήγησή της έχει πάντα μια νεανική φρεσκάδα, όμοια με ένα πρωτοκλασάτο hip hop τραγούδι. Θέτει εξάλλου παρόμοιους προβληματισμούς. Το πέρασμα από την εφηβεία στην ενηλικίωση, το ζήτημα της προσωπικής ταυτότητας, τη σεξουαλικότητα, τις έμφυλες σχέσεις, το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων που καθορίζονται πολυπρισματικά και, ως Αφροαμερικανική, το ζήτημα των φυλετικών διακρίσεων. Για την Γούντσον, ο κόσμος που ανοίγεται μπροστά σε έναν νέο άνθρωπο δεν είναι ένας κόσμος γεμάτος πιθανές επιλογές, αλλά το αντίθετο. Οι επιλογές που έχει, ειδικά ένας Αφροαμερικανός, είναι de facto περιορισμένος και ως εκ τούτου οι επιλογές αυτές απαιτούν περίσκεψη. Πρόκειται για κρίσιμες αποφάσεις που ενίοτε καθορίζουν μια ολόκληρη ζωή.

Καθώς ξετυλίγεται ο μίτος της αφήγησης στο μυθιστόρημα, οι τόνοι γίνονται πιο έντονοι και συγχρόνως πιο δραματικοί. Με τη συγγραφέα να κάνει διαδοχικά cut, flashback και fast forward, ενώ ταυτόχρονα ανεβαίνει ο ρυθμός στο πάρτι αποφοίτησης της Μέλοντι, μαθαίνουμε την τύχη των πρωταγωνιστών. Ο χρόνος και οι ασθένειες φυσικά δεν χαρίζονται στα πιο ηλικιωμένα μέλη της αφήγησης. Η Άιρις έχει τελειώσει το κολέγιο και έχει επαναπατριστεί. Η Μέλοντι ετοιμάζεται, μετά από μια έξαλλη νύχτα, να κάνει τις δικές της επιλογές σχετικά με το σε ποιο κολέγιο σκοπεύει να εγγραφεί. Και τι απέγινε ο Όμπρει που δουλεύει downtown; Καθώς ξημερώνει η 11η Σεπτεμβρίου 2001, οι τόνοι της αφήγησης γίνονται πια σπαρακτικοί.

Υπάρχει ειρωνεία στον τίτλο του μυθιστορήματος: «Κάτι αστραφτερό». Πόσω μάλλον όταν μιλάμε για ένα βιβλίο που ένα από τα κύρια θέματα που πραγματεύεται είναι η απώλεια. Χαμηλόφωνο σαν μπαλάντα, ευαίσθητο σαν ποίημα του Γουίτμαν –στον οποίον γίνεται αναφορά–, το μυθιστόρημα της Τζάκλιν Γούντσον υπενθυμίζει ότι ακόμα και στα πιο εύθυμα blues, στον πυρήνα τους υπάρχει θλίψη.

 

Υ.Γ. Προσεγμένο το soundtrack του βιβλίου: στις επιλογές της Μέλοντι συναντάμε σύγχρονο ή και λίγο παλιότερο hip hop τύπου Outcast, Wu Tang, A Tribe Called Quest, De La Soul κ.λπ. Οι γηραιότεροι ακούνε ακόμα παλιότερες jazz «πραγματείες» των Errol Garner, Thelonious Monk, Duke Ellington κ.ά.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet