Ο Αλεχάντρο Φινιστέρε γεννήθηκε στην πόλη της Γαλικίας το 1919, γιος ενός ραδιοτηλεγραφιτή φάρων με εννέα αδέλφια. Έφυγε από το σπίτι για να σπουδάσει στη Μαδρίτη σε ηλικία 15 ετών και εργάστηκε ως εργάτης οικοδομών, στοιχειοθέτης και χορευτής, για να πληρώσει για την εκπαίδευσή του. Με το ξέσπασμα του Ισπανικού Εμφυλίου εντάχθηκε στις αναρχοσυνδικαλιστικές δυνάμεις της CNT-FAI, ήταν μόλις 17 ετών. Εκτός από την επανάσταση, αγαπούσε και το ποδόσφαιρο. Τον Νοέμβριο του 1936, ο Αλεχάντρο θάφτηκε κάτω από ερείπια του σπιτιού του που καταστράφηκε από βόμβα. Βρέθηκε μαζί με άλλους τραυματίες στο νοσοκομείο Μοντσερράτ της Καταλονίας. Εκεί το μόνο που σκεφτόταν, ήταν ότι δεν μπορούσε να παίξει ποδόσφαιρο. Και τότε του ήρθε η ιδέα: "Όπως μου άρεσε το πινγκ-πονγκ, σκέφτηκα, γιατί να μην εφεύρω επιτραπέζιο ποδόσφαιρο;" Βρήκε έναν ξυλουργό για να κατασκευάσει το τραπέζι και να χαράξει τις φιγούρες. Ένας Γερμανός, ο Broto Wachter, είχε εφεύρει μια έκδοση του παιχνιδιού το 1930, αλλά ο Αλεχάντρο χρησιμοποίησε τις ρεαλιστικές φιγούρες που είναι γνωστές παγκοσμίως μέχρι σήμερα. Έτσι «γεννήθηκε» το ξύλινο ποδοσφαιράκι που ξέρουμε (και παίζουμε…) μέχρι σήμερα. Μάλιστα, με τη συμβουλή ενός τοπικού αναρχικού, ο Αλεχάντρο Φινιστέρε κατοχύρωσε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας την εφεύρεσή του στη Βαρκελώνη το 1937.

Με την ήττα των δημοκρατικών από τον Φράνκο, ο Φινιστέρε διάφυγε από τα Πυρηναία στη Γαλλία, όπου έμεινε μέχρι το 1947, ενώ στη συνέχεια βρέθηκε στο Εκουαδόρ, όπου ίδρυσε ένα περιοδικό ποίησης, το οποίο έγινε σημείο αναφοράς για τους ισπανούς πολιτικούς εξόριστους. Ο Φινιστέρε μετά το Κίτο του Ισημερινού πήγε στην Γουατεμάλα. Μάλιστα, στην πόλη της Γουατεμάλας το 1952, έβγαλε κάποια χρήματα από το επιτραπέζιο ποδόσφαιρο, με φιγούρες σχεδιασμένες στο μαόνι. Εκεί έπαιξε και ένα παιχνίδι με τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. "Είχαμε παρόμοιο στυλ", θα πει ο Φινιστέρε αργότερα. Ο ισπανός πρεσβευτής της Δημοκρατίας στη Γουατεμάλα (μία από τις λίγες χώρες που ακόμα αναγνώριζε τη δημοκρατία στην Ισπανία), φοβούμενος το πραξικόπημα εκεί, ζήτησε από τον Φινιστέρε να μεταφέρει εμπιστευτικά έγγραφα στο Μεξικό. Όμως μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα που προώθησε η CIA το 1954 στη Γουατεμάλα, ο Φινιστέρε απήχθη από πράκτορες του Φράνκο. Στο αεροπλάνο κατά την πτήση προς την Μαδρίτη, πήγε στην τουαλέτα και έφτιαξε πιστόλι από σαπούνι, τυλιγμένο σε ασημένιο χαρτί και φωνάζοντας «Είμαι ισπανός πρόσφυγας», απείλησε να ανατινάξει το αεροπλάνο. Αυτή η πρώιμη πράξη αεροπορικής πειρατείας κέρδισε την υποστήριξη του πληρώματος και των επιβατών, με αποτέλεσμα ο Φινιστέρε να αφεθεί ελεύθερος στον Παναμά.

Για τα επόμενα 20 χρόνια, ο Φινιστέρε δημοσίευσε στην Πόλη του Μεξικού περισσότερα από 200 βιβλία μυθοπλασίας και ποίησης της Λατινικής Αμερικής και το έργο των ισπανών εξόριστων, ειδικά αυτών από τη Γαλικία. Στην Πόλη του Μεξικού συνδέθηκε με στενή φιλία με τον ισπανό αντιφασίστα ποιητή Λέον Φελίπε. Το 1973, πέντε χρόνια μετά το θάνατο του Φελίπε, συγκέντρωσε λογοτέχνες τόσο από την Ισπανία, όσο και από την ισπανική διασπορά σε μια εκδήλωση φόρο τιμής στον Φελίπε στο δάσος Chapultepec, όπου μια χάλκινη προτομή του ποιητή εξακολουθεί να βρίσκεται ανάμεσα στα δέντρα.

Επιστρέφοντας για να ζήσει στην Ισπανία μετά το θάνατο του Φράνκο, οργάνωσε την ανατύπωση του έργου του Φελίπε και έγραψε διάφορα δοκίμια γι’ αυτόν το μεγάλο ποιητή. Το 2003 έδωσε προσωπικά έγγραφα του Φελίπε στην πόλη Ζαμόρα, όπου γεννήθηκε ο ποιητής. Το δημοτικό συμβούλιο υποσχέθηκε να ανοίξει ένα μουσείο αφιερωμένο στον Λέον Φελίπε. Ο Φινιστέρε μετακόμισε στη Ζαμόρα, προκειμένου να δουλέψει για τη δημιουργία του μουσείου, γράφοντας άρθρα ότι η μεγάλη κληρονομιά του ποιητή ήταν παραμελημένη σε υγρά κουτιά. Η κατάσταση ήταν ενδεικτική για το πώς η «επίσημη» Ισπανία αγνόησε τον πολιτισμό της εξορίας.

Αν και ο ίδιος ο Αλεχάντρο Φινιστέρε έγραψε ποίηση, πίστευε ότι ήταν «απλά στίχοι». Ένας ανήσυχος και μαχητικός πολιτιστικός ταραχοποιός, αφιέρωσε τη ζωή του στην προώθηση του έργου των άλλων. Τη δεκαετία του 1970 παντρεύτηκε την τραγουδίστρια Μαρία Ερέρο. Ο Αλεχάντρο Φινιστέρε έφυγε από τη ζωή στις 9 Φεβρουαρίου του 2007, σε ηλικία 87 ετών, στη Ζαμόρα, διατηρώντας τις ιδέες του μέχρι το τέλος: «Πιστεύω στην πρόοδο: υπάρχει μια ανθρώπινη ώθηση προς την ευτυχία, την ειρήνη, τη δικαιοσύνη και την αγάπη και ότι ένας κόσμος θα φτάσει εκεί κάποια μέρα!».

Πρόσφατα άρθρα ( Ιστορίες από τα γήπεδα )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet