Δεν μπορεί να εμφανίζεσαι ως προστάτης της δημόσιας υγείας και ταυτόχρονα να κινείσαι με την πιο ακραία νεοφιλελεύθερη λογική της αγοράς. Αυτή είναι η ουσία πίσω από το «εμβόλιο-χάος» στην Ευρώπη, την οποία οι αρμόδιοι προσπαθούν τώρα να καλύψουν πίσω από σαθρές δικαιολογίες, στοχοποίηση προσώπων και ανέξοδες συγγνώμες.

 

Οι «διαρροές» στις Βρυξέλλες λένε ότι υπάρχει μεγάλη δυσαρέσκεια με το πρόσωπο της προέδρου της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Κάποιοι αφήνουν να εννοηθεί ότι υπάρχουν σκέψεις ακόμα και για αποκαθήλωσή της. Πολλά από τα πυρά μάλιστα φαίνεται να έρχονται από την ιδιαίτερη πατρίδα της, την Γερμανία. Εδώ προβάλει ένα δικαιολογημένο ερώτημα. Είναι θέμα προσωπικών ικανοτήτων μιας πρώην γερμανίδας υπουργού, που πράγματι κάθε άλλο παρά είχε λάμψει σε διάφορες θέσεις της κυβέρνησης Μέρκελ; Θα είχαν πάει καλύτερα τα πράγματα αν στη θέση της υπήρχε κάποιος άλλος ή κάποια άλλη; Φταίει ίσως και το επιτελείο της, με πρώτη στον κατάλογο της αμφισβήτησης την επίτροπο για θέματα υγείας Στέλλα Κυριακίδου, την οποία κάποια γερμανικά κυρίως ΜΜΕ παρουσίασαν όχι εντελώς αβάσιμα ως πολύ «λίγη» για το βάρος των ευθυνών, που της προέκυψαν απροσδόκητα;

Η προσπάθεια να αποδοθούν προσωπικές ευθύνες ουσιαστικά έχει στόχο να αποφύγει την κριτική για τον τρόπο που συνολικά λειτούργησε η Κομισιόν. Ή ακόμα καλύτερα για τον τρόπο, που είναι δομημένος ένας τεράστιος και πολυδαίδαλος οργανισμός, ο οποίος έχει αποδείξει και άλλες φορές ότι μετρήθηκε και βρέθηκε κατώτερος των απαιτήσεων. Η ιστορία θυμίζει λίγο από την ανάποδη τα όσα έγιναν το κρίσιμο διάστημα 2015-16 με την Ελλάδα. Τότε ήταν «προσωπικά» ο καλός «θείος» Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, που καταλάβαινε τις αντιδράσεις της ελληνικής κοινής γνώμης και έκανε ό,τι μπορούσε για να μας κρατήσει στην Ευρωζώνη, όταν κάποιοι «κακοί» ήθελαν να μας πετάξουν έξω.

 

Δεν είναι θέμα διαδικασίας

 

Αυτή την εβδομάδα, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν «απολογήθηκε» στο Ευρωκοινοβούλιο για το «εμβολιο-χάος». Τούτη τη φορά φρόντισε να χρησιμοποιήσει πρώτο πληθυντικό, για να δικαιολογήσει τις ανεπάρκειες και αστοχίες του θεσμού του οποίου προΐσταται. «Υπολογίσαμε λάθος», «ήμαστε υπερβολικά αισιόδοξοι», «αργήσαμε με τις συμφωνίες». Δεν έχει άδικο να χρησιμοποιεί το «εμείς». Αλλά το πρόβλημα δεν είναι να παραδεχτεί απλώς κάποια λάθη επί της διαδικασίας. Αυτό για το οποίο απέφυγε να μιλήσει η πρώτη τη τάξει Κομισάριος ήταν το σκεπτικό και η φιλοσοφία των αποφάσεων και κινήσεων της Επιτροπής. Και εδώ ο απολογισμός είναι συντριπτικός. Η Επιτροπή ενώ μιλούσε για τη δημόσια υγεία και πόνταρε στη δημιουργία εμβολίων για την επιστροφή στην κανονικότητα, ποτέ δεν σταμάτησε να κινείται με «λογική αγοράς». Ουσιαστικά έβαλε υπεράνω όλων τα συμφέροντα συγκεκριμένων εταιριών. Δέχτηκε αυθαίρετες τιμές, ασαφή χρονοδιαγράμματα, αμφίβολης «ηθικής» όρους και τα σκέπασε όλα αυτά με ένα πλαίσιο εμπιστευτικότητας, όπως ακριβώς απαίτησαν οι πολυεθνικές. Δεν σκέφτηκαν καν οι αξιωματούχοι της Κομισιόν να δεσμεύσουν εταιρίες, τις οποίες είχαν χρηματοδοτήσει σε σημαντικό βαθμό στις έρευνές τους, να διεκδικήσουν έστω κάποιου είδους «συνδικαιώματα» για τις πατέντες των εμβολίων.

 

Ό,τι πουν οι εταιρίες

 

Η υπόθεση με τις πατέντες ουσιαστικά αποκάλυψε τον τρόπο, με τον οποίο λειτουργεί η ΕΕ. Μπορεί να ακούγεται σκληρό, αλλά η στάση της θύμισε «πλασιέ» πολυεθνικών, κάτι που πάντως ισχύει και για αρκετές κυβερνήσεις αλλά και πολλούς «ειδικούς», που προσπαθούν καθημερινά να μας εξηγήσουν τα βάσανα των δύστυχων φαρμακευτικών που δουλεύουν για το καλό μας. Σε καμιά φάση της όλης συζήτησης η Επιτροπή δεν φάνηκε να παίρνει στα σοβαρά το αίτημα για την αποδέσμευση των πατέντων. Ούτε όταν ανακάλυψε ότι κάποιες εταιρίες προτίμησαν να προμηθεύσουν πρώτους εκείνους εκτός ΕΕ, που πλήρωσαν καλύτερα και χρησιμοποίησαν τις καθυστερήσεις στην παραγωγή ως μέσο πίεσης για να εξασφαλίσουν πιθανώς και πρόσθετες χρηματοδοτήσεις, τόσο από κοινοτικά όσο και από εθνικά κονδύλια.

Ενώ, για παράδειγμα, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ άφησε ανοικτό έστω το ενδεχόμενο της χρήσης του περιβόητου «Άρθρου 122» για τις «υποχρεωτικές αδειοδοτήσεις», που θα έδινε και σε άλλες εταιρίες τη δυνατότητα παραγωγής έναντι κάποιου συμβολικού αντιτίμου, η κυρία φον ντερ Λάιεν δεν φάνηκε να συγκινείται και τόσο από την ιδέα. Στην αρχή έκανε σαν να μην την γνωρίζει. Στην πορεία, επιστρατεύτηκαν διάφορες δικαιολογίες του τύπου «είναι περίπλοκη η διαδικασία» ή «δεν φτιάχνονται τόσο γρήγορα νέες μονάδες» για να απαξιωθεί η σχετική ιδέα. Λίγο αργότερα ο ευρωπαίος επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς, Τιερί Μπρετόν, πάσχιζε θορυβημένος από τις εξελίξεις να τονίζει ότι δεν υπάρχει ζήτημα σπασίματος πατέντων. Αντίθετα, υποσχέθηκε να «βοηθηθούν» οι φαρμακευτικές για να επεκτείνουν τα σημεία παραγωγής τους.

Όμως, στην πορεία οι εταιρίες, που υποτίθεται φοβόντουσαν για την ποιότητα και την αξιοπιστία της παραγωγής των δικών τους σκευασμάτων από τρίτους, άρχισαν να ανακοινώνουν συνεργασίες με άλλες φαρμακευτικές, που είτε δεν είχαν εμπλακεί καθόλου στη διαδικασία ερευνών για το εμβόλιο, είτε είχαν σταματήσει λόγω αποτυχίας. Ξαφνικά, η «περίπλοκη διαδικασία» μπορούσε να πραγματοποιηθεί και σε άλλα εργοστάσια.

Εδώ γεννιέται πλέον η σοβαρή υποψία ότι οι «αρμόδιοι» καθυστέρησαν προκειμένου να δώσουν την ευκαιρία στους «πατεντάρχες» να κλείσουν συμβόλαια με πρώην ανταγωνιστές, υποσχόμενοι ότι θα υπάρξει επάρκεια εμβολίων χωρίς να χρειαστεί να ακουμπήσει κανείς το «θέσφατο της πατέντας». Ήταν μια απόδειξη ότι τελικά υπάρχει και «αλληλεγγύη» στην ΕΕ. Μεταξύ των φαρμακευτικών.

 

Στο τέλος κερδίζει η Γερμανία

 

Μια άλλη υποψία έχει να κάνει με την καταγωγή της κυρίας φον ντερ Λάιεν. Αν δει κανείς το χάρτη των μονάδων παραγωγής στην ΕΕ θα διαπιστώσει ότι οι μισές περίπου και σχεδόν όλες της γερμανικής Biontech βρίσκονται επί γερμανικού εδάφους. Μάλιστα, με συνοπτικές διαδικασίες και κρατική επιδότηση κάποια παρατημένα εργοστάσια στο Μάρμπουργκ και στο Ντέσαου πήραν πιστοποιητικά καταλληλότητας και «αναβαθμίστηκαν», για να ξεκινήσουν το ταχύτερο δυνατό με την παραγωγή.

Ακόμα και κάποιοι πρωθυπουργοί κρατιδίων δήλωσαν σοκαρισμένοι από το υπεροπτικό ύφος των εκπροσώπων των φαρμακευτικών στη συνάντηση μαζί τους, παρουσία της καγκελαρίου Μέρκελ, όπου το συμπέρασμα ήταν πως την ορχήστρα την διευθύνουν οι εταιρίες και η πολιτική απλώς χορεύει στο ρυθμό τους. Με τη μέθοδο διασφάλισης των πατέντων και της διαπραγμάτευσής τους μεταξύ των μεγάλων φαρμακευτικών είναι εύκολο να προβλέψει κανείς ποιος θα είναι ο μεγάλος κερδισμένος στο τέλος. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και οι άλλοτε «εναλλακτικοί και ριζοσπάστες» Πράσινοι, που ετοιμάζονται για τα κυβερνητικά έδρανα στις επόμενες εκλογές έστειλαν ένα σαφές μήνυμα στη σωστή διεύθυνση, όταν από την πρώτη στιγμή απαξίωσαν με χυδαία λαϊκιστικό τρόπο την πρόταση της Αριστεράς για κατάργηση των πατέντων στα εμβόλια δηλώνοντας ότι «τα εμβόλια δεν είναι παρακεταμόλες». Μια στάση που δεν αντιπροσωπεύει σε καμιά περίπτωση πάγιες θέσεις του πράσινου κινήματος στην Ευρώπη.

Εδώ οφείλει να συνυπολογίσει κανείς πως όταν μιλάμε για άρση των πατέντων θα πρέπει να σκεφτόμαστε πάντα και τον υπόλοιπο πλανήτη, που χρειάζεται ακριβώς κάτι τέτοιο για να ελπίζει ότι δεν θα πρέπει να περιμένει τουλάχιστον μια πενταετία για να έχει πρόσβαση στο εμβόλιο. Η Κομισιόν και η Γερμανία όμως βρίσκονται πολύ πιο κοντά στη λογική του «πολυπαινεμένου» κυρίου Μπουρλά, που χαρακτήρισε «επικίνδυνη» μια τέτοια απόφαση, ειρωνευόμενος το σχετικό αίτημα, που έχουν θέσει στον Παγκόσμιο Οργανισμού Εμπορίου χώρες όπως η Ινδία και η Νότιος Αφρική και υποστηρίζει και ο ΠΟΥ.

Είναι πολύ πιο απλό από όσο νομίζετε. Όταν το επιχείρημα των πολυεθνικών, αλλά και κάποιων κυβερνήσεων είναι ότι «οι πατέντες είναι που διασφαλίζουν ότι θα συνεχιστεί η έρευνα», τότε έχουμε να κάνουμε με μια απροκάλυπτα νεοφιλελεύθερη ρητορική, που κινείται πάνω στη γραμμική εξίσωση «έρευνα ίσον προϊόν ίσον κέρδος». Τουλάχιστον αυτό το «αξίωμα» θα έπρεπε να είχε καταπέσει μετά τα εκατομμύρια των νεκρών σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αποδεικνύεται όμως ότι ο νεοφιλελευθερισμός έχει ισχυρά αντισώματα.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet