Η αύξηση των κρουσμάτων συνεχίζεται, φτάνοντας στα επίπεδα προ του λοκντάουν του Νοεμβρίου. Γιατί συνέβη αυτό και τι μας δείχνει για την πορεία της πανδημίας;

Η αύξηση των κρουσμάτων ήταν λίγο – πολύ αναμενόμενη, γιατί για να μπορέσεις να ελέγξεις μια επιδημία, σύμφωνα με τις αρχές της δημόσιας υγείας, δεν αρκεί να κάνεις ανά διαστήματα λοκντάουν, αλλά πρέπει να λαμβάνονται και άλλα μέτρα. Κάτι που δυστυχώς στην Ελλάδα δεν συμβαίνει. Καταρχάς, θα πρέπει να γίνεται επιδημιολογική επιτήρηση, δηλαδή σε σταθερή και καθημερινή βάση να υπάρχουν σημεία ελέγχου σε όλες τις περιφέρειες, όπου θα μπορούν να διενεργούνται τεστ τυχαίου δείγματος, ώστε να δίνεται εγκαίρως το σήμα τυχόν αύξησης των κρουσμάτων. Δεύτερον, αποτελεσματική ιχνηλάτηση των κρουσμάτων, που δεν συμβαίνει τώρα. Όταν έχεις, δηλαδή, θετικό κρούσμα, θα πρέπει να βρεις όλους όσους έχουν έρθει σε επαφή μαζί του, να τους ενημερώνεις και να τους κάνεις τεστ, αφού θα έχουν περάσει περίπου 4 μέρες από την επαφή, για να είναι ανιχνεύσιμο το ιικό φορτίο. Τρίτον, συνταγογράφηση των διαγνωστικών τεστ, ώστε να μπορεί να ελέγχεται όποιος νιώθει ότι είναι πιθανό να είναι κρούσμα. Τέταρτον, η ιχνηλάτηση είναι απολύτως σημαντική σε κλειστούς χώρους. Σε κάποια εργοστάσια, για παράδειγμα, βρίσκουν θετικά κρούσματα και δεν διενεργούνται ούτε καν rapid τεστ στους εργαζόμενους, με αποτέλεσμα να συνεχίζεται η μετάδοση του ιού. Το ίδιο συμβαίνει και στις κλειστές δομές προσφύγων, που δεν έχουμε εικόνα για την κατάσταση εκεί. Πέμπτον, διαφάνεια στη διαχείριση των δεδομένων των κρουσμάτων. Ανωνυμοποιημένα σαφώς, θα πρέπει να είναι διαθέσιμα σε όλη την κοινωνία και βέβαια στην ακαδημαϊκή κοινότητα, ώστε να μπορούν να μελετούν την εξέλιξη της επιδημίας, συνολικά και τοπικά, και να εφαρμόζουν, όπως και σε άλλες χώρες, μοντέλα για να διερευνηθούν οι επιπτώσεις διαφορετικών πολιτικών στον έλεγχο της επιδημίας. Επίσης, η ενημέρωση του κόσμου θα πρέπει να είναι έγκυρη και συνεπής, βασισμένη σε επιστημονικά δεδομένα. Βλέπουμε, δυστυχώς, να βγαίνουν κάθε μέρα διάφοροι στην τηλεόραση και να μεταφέρουν αντιφατικά μηνύματα. Ακόμα και η επίσημη ενημέρωση είναι πολλές φορές αντιφατική, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο φόβος του κόσμου. Τέλος, απαραίτητη είναι και η ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας. Δεν γίνεται οι μόνες προσλήψεις αυτό το διάστημα να αφορούν αστυνομικούς.

 

Το ζήτημα της ιχνηλάτησης, όπως είπατε, είναι πολύ σημαντικό. Αν κάποιος, όμως, απευθυνθεί στον ΕΟΔΥ και πει ότι έχει έρθει σε επαφή με κρούσμα, του απαντάνε απλά να κάνει καραντίνα 2 εβδομάδων, χωρίς τεστ. Γενικά διενεργούνται πολύ λίγα τεστ. Για ποιο λόγο και τι συνέπειες έχει αυτό;

Καταρχάς, αυτοί που απαντάνε στον ΕΟΔΥ δεν είναι απαραίτητα οι κατάλληλοι άνθρωποι. Κανονικά θα έπρεπε όποιος έχει έρθει σε επαφή με κρούσμα, να επικοινωνεί με γιατρό της πρωτοβάθμιας περίθαλψης της περιοχής του και αυτός να τους ενημερώνει πότε να κάνουν το τεστ, το οποίο θα έπρεπε να διενεργείται ακριβώς στα κέντρα της πρωτοβάθμιας, και όχι να επιβαρύνονται τα νοσοκομεία και με αυτό το θέμα. Έπειτα αν κάποιος βρεθεί θετικός, θα έπρεπε να συνεχίζεται η παρακολούθησή του από τους πρωτοβάθμιους γιατρούς, ώστε να μην φθάνουμε στο σημείο να πηγαίνουν οι ασθενείς καθυστερημένα στα νοσοκομεία, όταν πια η εξέλιξη της νόσου είναι σοβαρή. Όλα αυτά δεν γίνονται και αυτό έχει πολλαπλές συνέπειες στην πανδημία. Το είδαμε, άλλωστε, στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης όταν σημειώθηκε η μεγάλη έξαρση, που οι άνθρωποι έφταναν στα νοσοκομεία όταν ήταν αργά.

 

Η κυβέρνηση, όμως, φαίνεται να επιμένει στη λήψη περιοριστικών μέτρων μόνο. Για την Αττική αποφασίστηκε και πάλι το κλείσιμο των σχολείων και του λιανεμπορίου, ενώ η τηλεργασία για τον ιδιωτικό τομέα απλά συστήνεται να γίνεται όσο το δυνατόν περισσότερο. Πώς τα κρίνετε αυτά;

Η τηλεργασία αφορά συγκεκριμένη μόνο μερίδα πληθυσμού. Η συντριπτική πλειοψηφία δεν μπορεί να κάνει τηλεργασία, ενώ και για τις περιπτώσεις που είναι εφικτή, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν ότι μπορεί να αυξάνει το κόστος, οπότε και πάλι να μην είναι υλοποιήσιμη. Θα πρέπει, επίσης, να λάβουμε υπόψιν και την κούραση του κόσμου, την ψυχολογία του. Τα ποσοστά κατάθλιψης έχουν σημειώσει αύξηση, όπως βλέπουμε εμπειρικά, αλλά και από έρευνες. Τα παιδιά με το να μην πηγαίνουν στο σχολείο αντιμετωπίζουν προβλήματα στην ψυχική τους υγεία και βέβαια στη μάθηση. Όταν είναι μικρά, δεν γίνεται να είναι μπροστά από μία οθόνη πέντε ώρες. Για να μη μιλήσουμε για τα πανεπιστήμια. Υπάρχουν ειδικότητες που δεν μπορεί να αναπληρωθεί η δια ζώσης εκπαίδευση. Για παράδειγμα στην Ιατρική, αυτή τη στιγμή οι φοιτητές βλέπουν ασθενείς στο έκτο έτος. Δεν είναι δυνατόν να εκπαιδευτούν έτσι. Το ίδιο ισχύει και για τις σχολές που έχουν εργαστήρια. Σημαντικός παράγοντας επίσης που αγνοείται, είναι η φτωχοποίηση του κόσμου. Είναι γνωστό ότι η φτώχεια είναι ο σημαντικότερος προσδιοριστής της υγείας. Όταν κάποιος δεν έχει να φάει, δεν θα δώσει σημασία σε μικροσυμπτώματα της Covid, και θα αναγκαστεί να πάει κανονικά στη δουλειά του. Είναι καίριας σημασίας, λοιπόν, και για την αντιμετώπιση της πανδημίας, η ουσιαστική οικονομική ενίσχυση των ανθρώπων που πλήττονται εργασιακά αυτό το διάστημα. Η καραντίνα είναι ένα ακραίο μέτρο που πρέπει να λαμβάνεται όταν όλα τ’ άλλα μέτρα έχουν αποτύχει. Αυτή τη στιγμή μπορεί να αναγκαζόμαστε, λόγω της αύξησης των κρουσμάτων, να ξαναμπούμε σε καραντίνα, αλλά δεν πρόκειται να λήξει η ιστορία αν δεν λάβουμε και όλα τα υπόλοιπα μέτρα που αναφέραμε. Η πανδημία, όπως φαίνεται, θα μείνει για αρκετό καιρό. Δεν μπορεί να αντέξει μια χώρα, ούτε οικονομικά, ούτε ψυχολογικά, να είναι σε συνεχή λοκντάουν. Πρέπει να λάβουν κι άλλου είδους μέτρα. Προς το παρόν, ούτε τα λεωφορεία δεν έχουν αυξήσει, μετά από τόσο καιρό, και τις ώρες αιχμής είναι γεμάτα με κόσμο. Όσο κι αν φοράμε μάσκα, αν είμαστε κολλητά ο ένας με τον άλλον, ο ιός μεταδίδεται.

 

Πρόκειται να ξεκινήσουν οι εμβολιασμοί για τους 60-64 και 75-79 ετών, με τις ενδιάμεσες ηλικίες προς το παρόν να είναι μετέωρες. Γιατί συμβαίνει αυτό και πώς κρίνετε εν γένει το σχεδιασμό και υλοποίηση των εμβολιασμών;

Δυστυχώς, η Ελλάδα δεν τα έχει πάει καλά στο ζήτημα. Δεν υπάρχει αυστηρή προτεραιοποίηση, ούτε διαφάνεια και δεν ξέρουμε ποιοι ακριβώς εμβολιάζονται. Για παράδειγμα, φαίνεται να έχουν εμβολιαστεί νέοι στρατιωτικοί και αστυνομικοί, τη στιγμή που δεν έχουν εμβολιαστεί όλοι οι υγειονομικοί. Ακόμα κι αν για τον οποιονδήποτε λόγο δεν μπόρεσαν να εμβολιαστούν στην αρχή, θα πρέπει να παραμένουν σε προτεραιότητα όταν το αποφασίσουν. Γενικά η διαδικασία προχωράει πολύ αργά. Πιθανά να έχουν γίνει λάθη, συν του σχεδιασμού, και στο πότε και πόσα εμβόλια παίρνει η χώρα. Υπάρχει, άλλωστε, ένα ευρύτερο πρόβλημα με τη διάθεση των εμβολίων, γεγονός που ενισχύει τις ανισότητες τόσο μέσα στις ίδιες τις χώρες, όσο και μεταξύ τους. Νομίζω, λοιπόν, πως πρέπει να συζητήσουμε πια το θέμα της πατέντας. Καμία χώρα δεν είναι απομονωμένη από την άλλη. Αν δεν αντιμετωπίσει την πανδημία όλος ο κόσμος, θα επανέρχεται συνέχεια.

 

Είπατε πριν για την απαραίτητη ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας. Τι πρέπει να γίνει άμεσα γι’ αυτό;

Το πρώτο και κυριότερο είναι να γίνουν προσλήψεις υγειονομικών. Ώρες ώρες η όλη προσέγγιση της πανδημίας μού φαίνεται παράλογη. Μέχρι τώρα η αντιμετώπιση βασίζεται στην αστυνομοκρατία, το φόβο και τα πρόστιμα, αντί της ενίσχυσης των νοσοκομείων. Πιθανά στη συνέχεια να χρειαστεί να γίνει και επίταξη των ιδιωτικών κλινικών, που μέχρι τώρα είναι απολύτως προστατευμένες. Ακόμα και στη Θεσσαλονίκη, που υποτίθεται ότι είχε γίνει μια στιγμή, τις επιτάξαν χωρίς το προσωπικό και έπρεπε να καλυφθούν από το προσωπικό των νοσοκομείων, που ήταν ήδη σε έλλειψη. Ενίσχυση, βέβαια, χρειάζεται και η πρωτοβάθμια υγεία, για να συμβάλλει στην αντιμετώπιση της πανδημίας. Επιπλέον, πρέπει να αρχίσουμε να βλέπουμε και τα προβλήματα που υπάρχουν με άλλα νοσήματα.

 

Δυστυχώς όλο αυτό το διάστημα τακτικά ραντεβού, ακόμα και χειρουργεία, για άλλες ασθένειες έχουν μείνει πίσω. Τι θα σημαίνει αυτό για τη γενική υγεία του πληθυσμού στο μέλλον;

Τις συνέπειες που θα έχει αυτό, φοβάμαι ότι θα τις δούμε πολύ καθυστερημένα. Ήδη, όμως, υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι η θνησιμότητα είναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα αναμενόταν. Αυτή η επιπλέον θνησιμότητα δεν φαίνεται να εξηγείται μόνο από τους καταγεγραμμένους θανάτους λόγω Covid. Επομένως, αναμένουμε ότι θα έχουμε αύξηση της θνησιμότητας και από άλλες αιτίες, ακριβώς γιατί ο κόσμος δεν έχει πρόσβαση στην υγεία. Αφενός, γιατί τα νοσοκομεία δεν αντέχουν και κλείνουν κλινικές που εξυπηρετούν άλλα νοσήματα και, αφετέρου, γιατί ο κόσμος φοβάται να πάει στα νοσοκομεία, το καθυστερεί και αυτό μπορεί να λειτουργήσει επιβαρυντικά για την υγεία τους σε κάποιες περιπτώσεις.

 

Η Γιώτα Τουλούμη είναι καθηγήτρια Βιοστατιστικής και Επιδημιολογίας, στην Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet