Με την ορκωμοσία στις 20 Ιανουαρίου του Τζο Μπάιντεν ως 46ου προέδρου της, η Αμερική μπήκε σε μια νέα περίοδο της ιστορίας της. Η εσωτερική και εξωτερική πολιτική της προηγούμενης διοίκησης του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς και ο περιπετειώδης τρόπος αποχώρησής του από τον Λευκό Οίκο, εξηγούν γιατί ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι αυτή τη φορά δεν έχουμε να κάνουμε με μια συνηθισμένη «αλλαγή φρουράς». Ορισμένοι μάλιστα εξ αυτών, κρίνοντας από σύνθεση της νέας διοίκησης αλλά και από το πρόγραμμα που ανήγγειλε ο Μπάιντεν, προεξοφλούν πολύ μεγάλες αλλαγές στην εσωτερική και την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών. Η έκταση και το πρόσημο αυτών των αλλαγών μένουν να αποδειχθούν, αλλά ανεξάρτητα από αυτό ουδείς μπορεί να αγνοήσει τον εξαιρετικά μεγάλο αριθμό ψήφων που συγκέντρωσε ο Τραμπ, γεγονός το οποίο πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού, ιδιαίτερα χρήσιμου για την Αριστερά όχι μόνο στην Αμερική, αλλά και σε όλο τον κόσμο.

Με τη μεσολάβηση του πάντα πολύτιμου για το δισέλιδο των «Ιδεών» Δημήτρη Γκιβίση, μιλήσαμε για όλα αυτά με τον Βίβεκ Τσίμπερ, καθηγητή κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και εκδότη του αμερικανικού περιοδικού της ριζοσπαστικής Αριστεράς, Catalyst. Η συζήτηση στρέφεται και στη σχέση του Δημοκρατικού Κόμματος με τη μεσαία και την εργατική τάξη, καθώς και στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική, που αναμένεται να εφαρμόσει ο νεοεκλεγείς πρόεδρος Μπάιντεν. Ενώ συζητάμε μεταξύ άλλων και για τις απόψεις του Τσίμπερ για τους Δημοκράτες Σοσιαλιστές της Αμερικής, το μικρό, αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον κόμμα της αμερικανικής ριζοσπαστικής Αριστεράς.

 

Χ.Γο.

 

 

 

Αγαπητέ Βίβεκ, σε ευχαριστούμε που δέχτηκες να μιλήσεις στην Εποχή για τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στην Αμερική. Θα ήθελα να αρχίσουμε αυτή τη συζήτηση με την αναφορά στον ισχυρισμό του αξέχαστου κοινού μας φίλου και συντρόφου Λίο Πάνιτς, σε συνέντευξη που έδωσε στην εφημερίδα μας λίγο πριν από τον θάνατό του, ότι ο Τραμπ είναι ένας νεοφασίστας. Συμφωνείς με αυτή τη θέση, που υποστηρίζουν και άλλοι διανοούμενοι της Αριστεράς, όπως π.χ. ο εκδότης του Monthly Review, Τζον-Μπέλαμι Φόστερ;

Εγώ σας ευχαριστώ για την πρόσκλησή σας. Σε σχέση με το πρώτο ερώτημά σου, θεωρώ ότι κατ’ αρχάς πρέπει να κάνουμε μια διάκριση μεταξύ του Τραμπ και της φύσης του πολιτικού καθεστώτος που εκπροσώπησε για ένα διάστημα. Ας αρχίσουμε από το πρώτο. Είναι φασίστας ο Τραμπ; Πιστεύω, ειλικρινά, ότι ο Τραμπ δεν έχει κάποιο πρόβλημα με τον φασισμό-το βασικό του χαρακτηριστικό είναι ότι δεν έχει την παραμικρή «ισχυρή» ιδεολογία. Με αυτή την έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι πιο κοντά στον Μπερλουσκόνι, παρά σε κάποιους σύγχρονους ακροδεξιούς πολιτικούς με φασιστική ιδεολογική ατζέντα. Κατά την άποψή μου, ο Τραμπ δεν έχει μια σαφή ιδεολογική ατζέντα. Θεωρώ, επίσης, ότι αν μπορούσε να παραμείνει στην εξουσία χωρίς να καταφύγει σε φασιστικές πρακτικές θα το έκανε ευχαρίστως, αλλά αν αυτό δεν ήταν δυνατόν δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να αξιοποιήσει δυνάμεις με φασιστικό προσανατολισμό.

Τώρα, προκειμένου να διαμορφώσουμε μια συγκεκριμένη άποψη για τη φύση του πολιτικού καθεστώτος που διαμορφώθηκε ή έτεινε να διαμορφωθεί στη Αμερική επί Τραμπ, πρέπει να εξετάσουμε τη σύνδεσή του πρώην προέδρου με την άρχουσα τάξη και τις ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εδώ το πρώτο πράγμα που πρέπει να μας απασχολήσει είναι αν ο Τραμπ και οι υποστηρικτές του στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα είχαν τη δυνατότητα να επιβάλουν ένα φασιστικό καθεστώς στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα πρέπει πρώτα να αποσαφηνίσουμε την έννοια του φασισμού.

Ο φασισμός δεν είναι απλώς ένας αυταρχικός τρόπος άσκησης πολιτικής-ιστορικά, πολλά κράτη υπήρξαν αυταρχικά, χωρίς όμως να είναι φασιστικά, και αυτό συμβαίνει και σήμερα. Πολύ συνοπτικά, τα βασικά χαρακτηριστικά του φασισμού είναι το μονοκομματικό κράτος, η απουσία δημοκρατικών δικαιωμάτων, μερικές φορές η δαιμονοποίηση των μειονοτήτων και, τέλος, ο κρατικός έλεγχος ενός μεγάλου μέρους της οικονομίας. Είχε το «καθεστώς Τραμπ» όλα ή τα περισσότερα από αυτά τα χαρακτηριστικά; Κατά την γνώμη μου, όχι.

Είμαι πεισμένος ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν υπήρχε, ούτε υπάρχει κίνδυνος επιβολής ενός φασιστικού καθεστώτος για έναν πολύ σαφή λόγο: η αμερικανική άρχουσα τάξη, δηλαδή οι μεγάλες επιχειρήσεις και το τραπεζικό σύστημα, ουδέποτε ενδιαφέρθηκε γι’ αυτό το ενδεχόμενο. Στην πραγματικότητα, επιδιώκει εδώ και χρόνια να συντρίψει τις ημιφασιστικές δυνάμεις που υπάρχουν μέσα στον Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ή στον περίγυρό του. Να σου θυμίσω την περίπτωση του Tea Party (Κόμμα του Τσαγιού), αν και αυτό δεν ήταν ένα φασιστικό κόμμα, αλλά ένα ακροδεξιό κίνημα με σημαντική επιρροή στα μέλη και τους οπαδούς του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Το 2014, η αμερικανική αστική τάξη στράφηκε εναντίον του και σχεδόν το περιθωριοποίησε. Στη συνέχεια, κάθε φορά που ο Τραμπ εξαπέλυε στην κοινωνία των πολιτών κάποιες ομάδες είτε φασιστικές είτε υπέρ της λευκής υπεροχής, όπως συνέβη στα επεισόδια στην πόλη Σάρλοτσβιλ, τον Δεκέμβριο του 2018, και στην επίθεση κατά του Καπιτωλίου στις 6 Ιανουαρίου του 2021, το αμερικανικό κεφάλαιο στρεφόταν εναντίον του-αμέσως.

Στην Αμερική δεν υπήρχε ενδιαφέρον για την υιοθέτηση κάποιου φασιστικού σχεδίου. Η αιτία είναι ξεκάθαρη. Τα τελευταία 20-25 χρόνια του νεοφιλελευθερισμού ήταν μια ιδανική περίοδος για τον αμερικανικό καπιταλισμό: είχε υπό τον έλεγχό του και τα δύο κόμματα, στις εκλογές έπαιρνε μέρος μόνο ο μισός πληθυσμός από αυτόν που είχε δικαίωμα ψήφου, δεν υπήρχε απειλή εσωτερικής κοινωνικής αναταραχής, η ΕΕ ήταν σε υποχώρηση, το ευρώ έπεφτε, η Κίνα δεν συνιστούσε κάποια σοβαρή γεωπολιτική απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες-ήταν μια περίοδος σταθερής και ομαλής κεφαλαιακής συσσώρευσης.

Η αμερικανική αστική τάξη είχε βρει την τέλεια συνταγή να διατηρεί με δημοκρατικό τρόπο την εξουσία, χωρίς να υπάρχει ανάγκη καταφυγής σε φασιστικές λύσεις. Είχε κατανοήσει ότι προκειμένου να πείσει τους ανθρώπους να υποταγούν και να αποδεχθούν τη μοίρα τους δεν χρειαζόταν να τους αφαιρέσει τα δημοκρατικά τους δικαιώματα. Ήταν προτιμότερο να τα έχουν αυτά τα δικαιώματα, αλλά να μην τα ασκούν. Ένα αστικό δημοκρατικό καθεστώς προσφέρει μεγαλύτερη σταθερότητα για τη συσσώρευση κεφαλαίου από ένα φασιστικό κράτος, που μπορεί να δημιουργήσει διάφορα προβλήματα στο κεφάλαιο.

Το πρόβλημα είναι ότι, εδώ και κάποιο καιρό, ο Τραμπ και η πτέρυγα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος που τον στηρίζει, είναι μια ισχυρή δύναμη που το αμερικανικό κεφάλαιο δεν μπορεί πια να ελέγξει, αλλά ούτε να αγνοήσει την ύπαρξή της. Αυτός είναι ένας βασικός λόγος για τον οποίο εγκαταλείπει τους Ρεπουμπλικάνους και στρέφεται στους Δημοκρατικούς.

 

Κατανοώ γιατί δεν θεωρείς σημαντικό το ερώτημα αν ο Τραμπ είναι ένας νεοφασίστας ή όχι. Παρά ταύτα, θα ήθελα να σε ρωτήσω αν τον θεωρείς έναν δεξιό λαϊκιστή, όπως τον αποκαλούν ορισμένοι πολιτικοί επιστήμονες και οι περισσότεροι ευρωπαίοι πολιτικοί της παραδοσιακής Δεξιάς και της σοσιαλδημοκρατίας, στο πλαίσιο της «θεωρίας των δύο άκρων», σύμφωνα με την οποία υπάρχουν ένας αριστερός και ένας δεξιός λαϊκισμός, με κοινά χαρακτηριστικά.

Νομίζω ότι ο Τραμπ που επιδίωκε την εξουσία ήταν διαφορετικός από τον Τραμπ που τελικά την κατέκτησε. Αν δεχθούμε την έννοια του «δεξιού λαϊκισμού», μπορούμε να πούμε ότι το 2016 ο Τραμπ εντασσόταν σ’ αυτήν την κατηγορία. Στο προεκλογικό πρόγραμμά του πρότεινε την αναδιανομή των εισοδημάτων και του πλούτου, την αύξηση των μισθών, τον προστατευτισμό έναντι των εισαγωγών και διάφορες άλλες φιλολαϊκές πολιτικές. Όμως από την στιγμή που κατέλαβε την εξουσία μετατράπηκε σε έναν πολύ συνηθισμένο νεοφιλελεύθερο, υπέρμαχο της ελεύθερης αγοράς. Η μόνη προεκλογική του δέσμευση που τήρησε ήταν η αύξηση κάποιων δασμών στις εισαγωγές προϊόντων από την Κίνα, ενώ δεν πήρε οποιοδήποτε μέτρο για την αύξηση των μισθών και την αναδιανομή του πλούτου υπέρ των φτωχών, με τη γενικότερη πολιτική του να είναι εχθρική απέναντι στα συνδικάτα και αντίθετη στα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Στο τέλος της θητείας του ήταν ολοφάνερο ότι είχε πάψει να είναι ένας «δεξιός λαϊκιστής».

 

Όλα αυτά με οδηγούν αυτόματα στην επόμενη ερώτηση: Προηγουμένως είπες ότι ο Τραμπ είχε αρχικά τη στήριξη της αστικής τάξης, δηλαδή της επιχειρηματικής κοινότητας και των τραπεζών. Μήπως, όμως ταυτόχρονα κατάφερε να δημιουργήσει έναν κυρίαρχο συνασπισμό δυνάμεων με άλλες τάξεις και μερίδες τάξεων, ένα ηγεμονικό μπλοκ που για κάποιο διάστημα διατηρούσε μια εσωτερική συνοχή;

Όχι, δεν θεωρώ ότι συνέβη αυτό που λες. Υπάρχει διαφορά μεταξύ ενός βιώσιμου ιστορικού συνασπισμού δυνάμεων που αναδεικνύει τον εκπρόσωπό του, όπως, για παράδειγμα, συνέβη στην περίπτωση του Ρίγκαν ο οποίος στη δεκαετία του 1980 επιλέχθηκε να εκπροσωπήσει ένα συνασπισμό διαφόρων τάξεων, και αυτού που συνέβη με τον Τραμπ. Εδώ έγινε κάτι διαφορετικό. Το αμερικανικό κεφάλαιο, έχοντας αποτύχει να ελέγξει μια εξέγερση στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος που οδήγησε στη ανάληψη από τον Τραμπ του χρίσματος για την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, ήταν γενικά (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) πολύ δύσπιστο απέναντι του.

Όταν ανέλαβε την εξουσία θα θυμάσαι ίσως ότι αντιμετώπισε μεγάλη δυσκολία να συγκροτήσει το υπουργικό του συμβούλιο, μεγαλύτερη από εκείνη κάθε προηγούμενου προέδρου εδώ και δύο γενιές. Ο λόγος ήταν ότι κανένας εκπρόσωπος του κεφαλαίου δεν ήθελε να τον υπηρετήσει. Προσπάθησε να δημιουργήσει μια οικονομική επιτροπή με κορυφαία διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων, αλλά ουδείς ήθελε να συμμετάσχει σ’ αυτήν, ουδείς έδειξε ενδιαφέρον. Έτσι, η επιτροπή συγκροτήθηκε από πρόσωπα δεύτερης και τρίτης διαλογής. Ο τρόπος με τον οποίο κατάφερε να πάρει τελικά με το μέρος του το κεφάλαιο ήταν με την ουσιαστική δωροδοκία του. Αυτή έγινε με την αύξηση των δασμών που βοήθησε κυρίως το μικρό και μεσαίο κεφάλαιο αλλά και κάποιες μεγάλες επιχειρήσεις που αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, και κυρίως με την ψήφιση ενός νέου φορολογικού νόμου που ήταν ένα μεγάλο δώρο στον εταιρικό τομέα. Η συνέπεια αυτής της δωροδοκίας ήταν ότι, για περίπου δύο χρόνια, το κεφάλαιο δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα με τον Τραμπ. Όταν όμως, τον τρίτο χρόνο της θητείας του, τα οφέλη του κεφαλαίου άρχισαν να εξαντλούνται, επανήλθε η παλιά δυσφορία. Το αποτέλεσμα ήταν ότι αυτός ο συνασπισμός δυνάμεων που ανέχθηκε την άνοδο του Τραμπ στην εξουσία δυσκολευόταν να διατηρήσει στους κόλπους του το σύνολο της αστικής τάξης, η οποία τον είχε εν τέλει αποδεχθεί στη βάση των πολύ βραχυχρόνιων συμφερόντων της.

Ο πρώην αμερικανός πρόεδρος δεν είχε κάποιο οικονομικό όραμα που θα συνέβαλε στη δημιουργία ενός νέου μοντέλου συσσώρευσης, κάτι που θα μπορούσε να του εξασφαλίσει τη στήριξη της άρχουσας τάξης για μεγάλο διάστημα. Έτσι, από ένα σημείο και μετά, αυτή έκρινε ότι ο χρόνος του Τραμπ έληξε και ότι είχε έρθει η ώρα να στραφεί προς άλλη κατεύθυνση. Σήμερα το αμερικανικό κεφάλαιο δεν θεωρεί ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα μπορεί να είναι ένας αξιόπιστος εκπρόσωπος των συμφερόντων του, και αυτό που προσπαθεί να κάνει είναι να έρθει σε συμφωνία με το Δημοκρατικό Κόμμα.

 

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, ήταν πολλοί οι αναλυτές που ισχυρίζονταν ότι η Αμερική ήταν διχασμένη. Το εκλογικό αποτέλεσμα έδειξε ότι είχαν δίκιο, παρά το γεγονός ότι ως συνήθως ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού επέλεξε την αποχή. Συμφωνείς ότι υπάρχει πράγματι μια διαίρεση, ένας διχασμός της Αμερικής και αν ναι, θεωρείς ότι αυτός πυροδοτήθηκε από τον Τραμπ, ή ότι ο πρώην πρόεδρος ήταν απλώς ο εκφραστής του;

Ο διχασμός είναι πραγματικός, στο βαθμό που οι επιλογές των ψηφοφόρων εκφράζουν πραγματικές διαιρετικές τομές. Και πράγματι υπάρχουν βαθιές διαιρετικές τομές, αλλά όχι σαν εκείνες που υπήρχαν στην Ευρώπη στις δεκαετίες του 1930, του 1940 και του 1950, όταν από την μια πλευρά υπήρχε η σοσιαλδημοκρατία που εκπροσωπούσε την εργατική τάξη, και από την άλλη τα συντηρητικά κόμματα που εκπροσωπούσαν την αστική τάξη και ορισμένες φορές τα μεσαία στρώματα. Δεν πρόκειται για διαίρεση αυτής της μορφής.

Ο τωρινός διχασμός της Αμερικής δεν γίνεται στη βάση ταξικών αντιθέσεων. Οι διαιρετικές τομές είναι περισσότερο συμβολικές και πολιτισμικές. Σαφώς υποδαυλίζονται από το ταξικό μίσος, αλλά λόγω του άνυδρου τοπίου του αμερικανικού πολιτικού συστήματος αυτό εκφράζεται με ένα διαστρεβλωμένο τρόπο. Αλλά, η διαιρετική τομή είναι υπαρκτή. Δεν θα έλεγα όμως ότι ο Τραμπ ήταν αυτός που πυροδότησε τον διχασμό-αυτό που έκανε ήταν να τον επιταχύνει. Αυτός ο διχασμός, αυτή η διαιρετική τομή, έχει αρχίσει να δημιουργείται, όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και στην Ευρώπη, εδώ και πολύ καιρό.

Στον πυρήνα του προβλήματος είναι το γεγονός ότι τα παραδοσιακά αριστερά κόμματα δεν έχουν πλέον μια εργατική ταξική βάση. Σήμερα αναφέρονται στις μορφωμένες τάξεις, στα διευθυντικά στελέχη των επιχειρήσεων και στην τάξη των ελεύθερων επαγγελματιών. Το αποτέλεσμα είναι ότι η εργατική τάξη αισθάνεται ότι βρίσκεται σε αδιέξοδο και, από την στιγμή που δεν υπάρχει κάποιο αριστερό κόμμα που να την εκπροσωπεί, στρέφεται στη Δεξιά.

Η Δεξιά έχει ενσωματώσει στο λόγο της την οργή και το μίσος κατά των μορφωμένων, κατά του «κατεστημένου», συσπειρώνοντας εκείνον τον κόσμο που κάποτε αποτελούσε τη βάση των αριστερών κομμάτων. Έτσι, έχει καταφέρει να αποκτήσει μια νέα κοινωνική βάση, που δεν είχε στο παρελθόν. Όσοι ανήκουν σ’ αυτή τη βάση δεν ενδιαφέρονται για κάποιο οικονομικό πρόγραμμα, που άλλωστε δεν διαθέτει η Δεξιά. Απλώς είναι πολύ θυμωμένοι, βλέποντας και την περιφρόνηση με την οποία τους αντιμετωπίζουν οι τάξεις των ελεύθερων επαγγελματιών. Την βλέπουν αυτήν την περιφρόνηση γιατί είναι υπαρκτή. Ο διχασμός, λοιπόν, της αμερικανικής κοινωνία πραγματοποιούνταν σιγά-σιγά τα τελευταία 20-25 χρόνια, και με τον Τραμπ έφτασε στο απόγειό του. Η δική του σημαντική συνεισφορά ήταν να δώσει στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα τη συνταγή της επιτυχίας, να του δείξει τι έπρεπε να κάνει.

Στο παρελθόν, η Αριστερά κατάφερνε πολλές φορές να αντλεί οφέλη από τις διαιρετικές τομές. Ο λόγος ήταν ότι επί εκατό και πλέον χρόνια συνέβαλλε στην δημιουργία τους, οικοδομώντας την ταξική ταυτότητα των εργατών και ενισχύοντας τη δύναμή τους. Σήμερα, αυτή η διαιρετική τομή, αυτός ο διχασμός ενέχει πολλούς κινδύνους, όχι μόνο λόγω της Ακροδεξιάς αλλά και εξ αιτίας εκείνης της Αριστεράς που ανήκει στην κεντρική πολιτική σκηνή. Η συγκεκριμένη Αριστερά είναι επικίνδυνη για δύο λόγους. Αφ’ ενός μεν, και κατά κύριο λόγο, επειδή μοιράζεται με τη Δεξιά την περιφρόνηση για τους φτωχούς και την αδιαφορία για την κατάστασή τους. Αφ’ ετέρου δε, γιατί είναι μια αυταρχική Αριστερά. Στην Αμερική, αυτούς που ανήκουν στην Αριστερά των καθιερωμένων αστικών κομμάτων τους αποκαλούμε «φιλελεύθερους». Στις μέρες μας, όμως, σ’ αυτά τα κόμματα δεν υπάρχουν σημαντικά τμήματά τους που να υιοθετούν εκείνες τις πλευρές της φιλελεύθερης κουλτούρας που θα θεωρούσαμε θετικές και άξιες προστασίας. Τα προοδευτικά στοιχεία στο Δημοκρατικό Κόμμα δεν φαίνεται να δίνουν κάποια ιδιαίτερη σημασία ούτε καν στην ελευθερία του λόγου και της έκφρασης. Οι τάξεις των ελεύθερων επαγγελματιών που εκπροσωπεί το Δημοκρατικό Κόμμα ευχαρίστως θα επέβαλαν το κλείσιμο κάποιων μέσων ενημέρωσης ή/και την απόλυση όσων θεωρούν ανεπιθύμητους ή ενοχλητικούς.

Σήμερα, λόγω του θυμού τους, τα λαϊκά στρώματα στρέφονται προς τον Τραμπ και τους υποστηρικτές του, ακριβώς όπως πριν από τέσσερα χρόνια θα μπορούσαν να είχαν στραφεί προς τον Μπέρνι Σάντερς και τους δικούς του υποστηρικτές. Αυτοί που διοικούν σήμερα το Δημοκρατικό Κόμμα χρησιμοποιούν την πολιτική των ταυτοτήτων σαν όπλο εναντίον των εργαζόμενων. Κατά την γνώμη μου, η συγκεκριμένη «Αριστερά» εκφράζει τις φιλοδοξίες της τάξης των στελεχών των επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών. Δεν έχει καμία σχέση με την Αριστερά που ξέραμε παλιά.

 

Η κατάσταση έχει πια αλλάξει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η νέα διοίκηση περιλαμβάνει πολλές γυναίκες, πολλά πρόσωπα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας και πολλά πρόσωπα που δεν είναι λευκοί, μεταξύ των οποίων και μία αυτόχθονα Αμερικανίδα. Ο Μπάιντεν ισχυρίζεται ότι αυτή είναι η εικόνα της Αμερικής, ότι αυτή είναι η Αμερική. Θεωρώ ότι πρέπει να χαιρετίσουμε αυτή τη συμβολική κίνηση, που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το μισογυνισμό, το ρατσισμό, την ομοφοβία, τη λευκή υπεροχή κλπ του Τραμπ. Όμως, πρέπει να παραδεχθώ ότι, ταυτόχρονα, μου φαίνεται και σαν μια νίκη της «πολιτικής των ταυτοτήτων», όπου η κοινωνική τάξη δεν παίζει κάποιον ιδιαίτερο ρόλο. Θα ήθελα, πραγματικά, να μου πεις ότι κάνω λάθος.

Ξέρω ότι δεν θα σε εκπλήξει αν σου πω ότι, προφανώς, έχουμε να κάνουμε με την υπερίσχυση της «ταυτότητας» έναντι της ουσίας. Αυτή ήταν η πρόθεση του Μπάιντεν. Αλλά ας εξετάσουμε το θέμα σε κάποιο μεγαλύτερο βάθος. Ο νέος πρόεδρος ισχυρίζεται ότι η ομάδα του είναι η εικόνα της σημερινής Αμερικής, και έχει εν μέρει δίκιο. Για να είμαστε ακριβείς, όμως, αυτή η εικόνα δείχνει την πολιτική εκπροσώπηση ενός τμήματος μόνο της αμερικανικής κοινωνίας. Όπως έχω ήδη πει, στην Αμερική ψηφίζουν μόνο οι μισοί απ’ όσους έχουν δικαίωμα ψήφου. Από αυτούς, εκείνοι που ψήφισαν το Δημοκρατικό Κόμμα είναι κάτοικοι των προαστίων και των πλουσιότερων περιοχών της χώρας. Ανήκουν στη μεσαία τάξη και στην ανώτερη μεσαία τάξη. Η μεσαία τάξη στις Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάζει σήμερα έναν υψηλό βαθμό διαφοροποίησης. Η κατάσταση είναι διαφορετική από εκείνη της δεκαετίας του 1960, όταν οι λευκοί αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία της. Σήμερα, υπάρχει μια πολύ μεγάλη μαύρη μεσαία τάξη, μια αρκετά μεγάλη ασιατική μεσαία τάξη, ενώ στα προάστια ο αριθμός των Λατίνων και των Ισπανόφωνων είναι πολύ μεγάλος. Τα προάστια στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι πολυπολιτισμικά. Και δεν αποτελεί έκπληξη ότι οι ψηφοφόροι που ζουν εκεί, θέλουν να εκπροσωπούνται πολιτικά ο ίδιοι. Όταν λέω οι ίδιοι, εννοώ ότι δεν θέλουν να εκπροσωπούνται γενικώς οι μαύροι ή οι σκουρόχρωμοι άνθρωποι, θέλουν να εκπροσωπούνται οι μαύροι και οι σκουρόχρωμοι άνθρωποι που είναι σαν αυτούς. Όχι εκείνοι που δουλεύουν στα εργοστάσια, όχι εκείνοι που δουλεύουν στα πολυκαταστήματα της Walmart, όχι εκείνοι που πλένουν τα αυτοκίνητα των πλουσίων, αλλά εκείνοι που είναι στα γραφεία, οι μάνατζερ, οι καθηγητές, οι μηχανικοί. Ο Μπάιντεν δεν νοιάζεται για τους έγχρωμους, όπως ισχυρίζονται κάποιοι στην Αριστερά. Δεν δίνει δεκάρα γι’ αυτούς. Αυτοί που τον ενδιαφέρουν, είναι όσοι ανήκουν στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα του πληθυσμού, τα οποία συνιστούν ένα μεγάλο μέρος της εκλογικής του βάσης.

Το Δημοκρατικό Κόμμα εκπροσωπεί και τα ανώτερα κλιμάκια των φυλετικών μειονοτήτων. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η σύνθεση της διοίκησης Μπάιντεν δεν είναι απλώς μια κυνική κίνηση εντυπωσιασμού. Αντανακλά στην πραγματικότητα μια αναδυόμενη κοινωνική δύναμη, τις μη-λευκές επαγγελματικές τάξεις των ελεύθερων επαγγελματιών. Στη διοίκηση Μπάιντεν εκπροσωπούνται οι τάξεις των ελεύθερων επαγγελματιών που ανήκουν σε διάφορες φυλετικές ομάδες, με την Καμάλα Χάρις να είναι η επιτομή της τάξης των ινδών ελεύθερων επαγγελματιών. Στις τάξεις των ελευθέρων επαγγελματιών υπάρχουν σήμερα πάρα πολλοί μη-Αμερικανοί, που είναι πολύ ευτυχείς με την εκλογή του Μπάιντεν.

Εδώ θέλω να σημειώσω ότι πρέπει να σταματήσουμε να βλέπουμε τις φυλές σαν ομοιογενείς φυλετικές ομάδες. Μέσα στις φυλές υπάρχουν τάξεις. Η ταξική πάλη δεν γίνεται μόνο μέσα στο λευκό πληθυσμό, γίνεται και μέσα στις φυλετικές μειονότητες. Γι’ αυτό, η Αριστερά δεν πρέπει να ενδιαφέρεται για την πολιτική εκπροσώπηση γενικώς των μειονοτικών φυλετικών ομάδων, αλλά των μαύρων εργατών, των λατίνων εργατών κ.λπ.

 

Ποια προβλέπεις ότι θα είναι η πολιτική του Μπάιντεν απέναντι στην εργατική τάξη;

Κατ’ αρχάς, δεν πρέπει να αγνοήσουμε το γεγονός ότι το 2020 είναι πολύ διαφορετικό από το 2015. Έτσι, ακόμα και αν ο Μπάιντεν ήθελε να μας ξαναγυρίσει στην εποχή Ομπάμα, δεν μπορεί να το κάνει. Γιατί σήμερα η πίεση που ασκείται στο Δημοκρατικό Κόμμα από τις δυνάμεις του κεφαλαίου να μετακινηθεί προς το κέντρο, και όχι προς τα αριστερά, είναι πολύ μεγαλύτερη από την αντίστοιχη του 2016. Παρά ταύτα, ο Μπάιντεν έχει ήδη κάνει περισσότερα για τους φτωχούς από όσα έκανε στις θητείες του ο Ομπάμα, και τα έχει κάνει αυτά γιατί υπάρχει μια πραγματική πίεση από το ίδιο το Δημοκρατικό Κόμμα. Ο Μπάιντεν ανακοίνωσε ήδη ότι θα αυξήσει τον κατώτατο μισθό, ο Ομπάμα ούτε το είπε ποτέ, ούτε το έκανε. Ο Μπάιντεν είπε ότι σκοπεύει να επεκτείνει το Obama Care, το γνωστό πρόγραμμα υγειονομικής περίθαλψης, ο Ομπάμα έκανε πολύ λίγα πράγματα για την επέκτασή του. Ο Μπάιντεν λέει ότι σκοπεύει να διαγράψει τα φοιτητικά δάνεια, ο Ομπάμα πανηγύριζε γι’ αυτά. Ας μην τα παραβλέπουμε όλα αυτά. Υπάρχει ο πειρασμός να προβλέψουμε ότι ο Μπάιντεν δεν θα κάνει κάτι για την εργατική τάξη, αλλά αυτή η πρόβλεψη δεν στηρίζεται σε μια υλιστική ανάλυση της πραγματικότητας. Θα γίνουν κάποια πράγματα για την εργατική τάξη, κυρίως εξαιτίας όσων κατάφεραν οι εργαζόμενοι τα τελευταία πέντε χρόνια. Δεν είναι πολλά αυτά που κατάφεραν, δεν υπήρξε ένα ισχυρό εργατικό κίνημα, αλλά μπόρεσαν να αποκρούσουν τις συνεχείς επιθέσεις εναντίον τους. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, ο Μπάιντεν εξακολουθεί να είναι ένας νεοφιλελεύθερος, αστός πολιτικός. Θα κάνει κάποιες παραχωρήσεις στους εργάτες, αλλά αυτές θα είναι μικρές σε έκταση, και όσο το δυνατόν λιγότερες.

 

Θα έλεγες ότι ο Σάντερς επέδρασε κατά κάποιο τρόπο στο πρόγραμμα του Μπάιντεν;

Ναι, αλλά όχι άμεσα. Μετά τη νίκη του στις προκριματικές εκλογές για το χρίσμα των Δημοκρατικών, η καμπάνια του Μπάιντεν για την προεδρία έδινε την εντύπωση ότι υπηρετούσε περισσότερο την ανάγκη του να καθυποτάξει και να υποβιβάσει τον Σάντερς, παρά να νικήσει τον Τραμπ. Το βασικό του ενδιαφέρον ήταν να κερδίσει τις ψήφους των κατοίκων των προαστίων, οι οποίοι πανικοβάλλονταν στην ιδέα ενός προέδρου με ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα τύπου Σάντερς. Ο Τραμπ το γνώριζε αυτό και έτσι εμφάνιζε το Δημοκρατικό Κόμμα σαν σοσιαλιστικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι, μετά από μια τέτοια αναφορά του Τραμπ, ο Μπάιντεν σε μια δημόσια εμφάνισή του έδειξε με δάκτυλό του τον εαυτό του και είπε: «Εγώ είμαι το κόμμα. Εγώ είμαι το Δημοκρατικό Κόμμα. Ξεχάστε τον Σάντερς. Εγώ κανονίζω τώρα τα θέματα της ατζέντας». Έτσι, σε όλη την καμπάνια του και μετά από αυτήν, ο νέος πρόεδρος ήθελε να κρατά αποστάσεις από τον Σάντερς. Παρ’ όλα αυτά, υποχρεώθηκε να υιοθετήσει κάποια σημεία του προγράμματός του, γιατί αυτό συγκέντρωνε μια μεγάλη λαϊκή αποδοχή. Κατά τη γνώμη, αν ο Μπάιντεν υιοθετούσε περισσότερα τμήματα του προγράμματος Σάντερς, θα μπορούσε να είχε επικρατήσει του Τραμπ με μεγαλύτερη διαφορά.

 

Όμως, ο ίδιος ο Σάντερς δεν θα μπορούσε να είχε νικήσει τον Τραμπ, έτσι δεν είναι; Τουλάχιστον αυτό είχε υποστηρίξει ρητά ο Λίο Πάνιτς στην προαναφερθείσα συνέντευξή του στην «Εποχή».

Πιθανόν ο Λίο να είχε δίκιο, αλλά νομίζω ότι ήταν υπερβολικά σίγουρος για την ορθότητα της άποψής του, και θα εξηγήσω γιατί. Είναι αλήθεια ότι οι ψηφοφόροι των προαστίων δεν θα υποστήριζαν τον Σάντερς με τον ίδιο ενθουσιασμό που υποστήριξαν τον Μπάιντεν. Όμως, ο μέσος ψηφοφόρος των προαστίων απεχθάνεται τον Τραμπ πολύ περισσότερο από τον Μπάιντεν. Έτσι, δεν είναι βέβαιο ότι θα είχαν προτιμήσει τον Τραμπ και όχι τον Σάντερς. Από την άλλη, ο Σάντερς θα είχε την υποστήριξη πολύ περισσότερων ψηφοφόρων της εργατικής τάξης, ακόμα και πολλών από εκείνους που ψήφισαν τον Τραμπ, από εκείνη που είχε τελικά ο Μπάιντεν. Συνεπώς, σε σχέση με το επιχείρημα του Λίο, νομίζω ότι δεν μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα, αν υποψήφιος των Δημοκρατικών ήταν ο Σάντερς. Κατά τη γνώμη μου, υπήρχε μια όχι ασήμαντη, αλλά μάλλον σοβαρή πιθανότητα, νικητής των εκλογών να ήταν ο Σάντερς.

 

Η εφημερίδα μας, αλληλέγγυα με τα αμερικανικά κοινωνικά κινήματα, χαιρέτησε την εκλογική ήττα του Τραμπ, εκφράζοντας ταυτόχρονα πολλές επιφυλάξεις για την εξωτερική πολιτική του Μπάιντεν, εξαιτίας του ιμπεριαλιστικού παρελθόντος του Δημοκρατικού Κόμματος. Ποιες είναι οι δικές σου προβλέψεις για τη μελλοντική αμερικανική εξωτερική πολιτική;

Το βασικό πρόβλημα των Ηνωμένων Πολιτειών, κατά τα τελευταία 25 χρόνια, είναι ότι έχουν υποστεί μια δραματική μείωση της ισχύος τους στην παγκόσμια σκηνή, έχουν πάψει να είναι μια ηγεμονική, αυτοκρατορική δύναμη. Στη δεκαετία του 1990 ήταν η μόνη υπερδύναμη, αλλά ήδη από την εποχή του Ομπάμα είχε μετατραπεί σε μια κατά βάση περιφερειακή δύναμη, με περισσότερες βέβαια παγκόσμιες φιλοδοξίες από άλλες αντίστοιχες δυνάμεις. Ένα σημάδι της μείωσης της ισχύος της είναι ότι, εδώ και καιρό, η Αμερική είναι υποχρεωμένη να προσαρμόζεται στις επιτόπιες αλλαγές, αντί να θέτει περιορισμούς στους άλλους παίκτες όπως συνέβαινε παλιότερα. Οι εξελίξεις τα τελευταία 25 χρόνια δείχνουν ότι η αμερικανική άρχουσα τάξη βρίσκεται σε σύγχυση και έχει χάσει τον προσανατολισμό της στην εξωτερική πολιτική. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να κάνω μια μικρή αναφορά στην πολιτική του Ομπάμα, σε σχέση με αυτήν του Τραμπ. Όπως αναφέρεται σε άρθρο που θα δημοσιευτεί στο επόμενο τεύχος του Catalyst, ο Τραμπ ήταν λιγότερο καταστροφικός για τον υπόλοιπο κόσμο στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής σε σχέση με τον Ομπάμα, ο οποίος ήταν ένας παθιασμένος μιλιταριστής. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο Τραμπ δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις διεθνείς υποθέσεις. Τα βράδια προτιμούσε να βλέπει το κανάλι Fox News και να τρώει ποπ-κορν, αντί να διαβάζει υπηρεσιακά ενημερωτικά σημειώματα για τις διεθνείς εξελίξεις.

Ως προς τον Μπάιντεν, αυτός ήταν απολύτως σαφής από τις πρώτες εβδομάδες του στον Λευκό Οίκο. Το όραμά του για την εξωτερική πολιτική είναι ανύπαρκτο, το ίδιο κατά βάση με αυτό που (δεν) έχει για την εσωτερική πολιτική: «Μήπως θα μπορούσαμε, σας παρακαλώ, να κάνουμε σαν ο Τραμπ να μην ήταν ποτέ εδώ τριγύρω και μήπως θα μπορούσαμε, σας παρακαλώ, να επιστρέψουμε στα χρόνια του Ομπάμα και στη γραμμή που χαράχτηκε στα χρόνια της προεδρίας του;». Έτσι, ενώ ο νέος πρόεδρος βρίσκεται πολύ λίγο καιρό στην εξουσία, αν δούμε τα πρόσωπα που τοποθέτησε σε διάφορες θέσεις, τα προεδρικά διατάγματα που έχει υπογράψει και αυτά που λέει, διαπιστώνουμε ότι θα ήθελε να γυρίσει τους δείκτες του ρολογιού στο 2016. Μεταξύ άλλων, θα ήθελε να επαναφέρει την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, κάτι που οφείλει να κάνει, δεδομένου ότι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θελήσουν να υπερισχύσουν του Ιράν στη Μέση Ανατολή θα χάσουν, γιατί αυτή είναι πια η χώρα που κάνει κουμάντο σ’ αυτή την περιοχή.

 

Ποια προβλέπεις να είναι η στάση της Αμερικής απέναντι στη Ρωσία; Θα έχουμε πάλι έναν Ψυχρό Πόλεμο;

Κατά την γνώμη μου, αυτός ο Ψυχρός Πόλεμος υπάρχει ήδη εδώ και 25 χρόνια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες καταπάτησαν όλες τις υποσχέσεις που είχαν δώσει στον Γκορμπατσόφ. Περικύκλωσαν τη Ρωσία με στρατιωτικές βάσεις, ακολούθησαν μια πολύ επιθετική εξωτερική πολιτική εναντίον της. Θεωρώ βέβαιο ότι ο Μπάιντεν θα την συνεχίσει αυτήν την πολιτική. Τα αμερικανικά μίντια -με τα εξ αυτών «φιλελεύθερα» να βρίσκονται σε πτώση- έχουν μια πολιτική που όμοιά της είχαμε να δούμε από τη δεκαετία του 1950. Πιστεύουν ότι η Ρωσία είναι πίσω από κάθε κακό που συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις μορφωμένες τάξεις υπάρχει μια τρομερή επιθετικότητα, μια τρομερή εχθρότητα κατά της Ρωσίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία, νομίζω, ότι ο Μπάιντεν θα προσπαθήσει να τη διατηρήσει αυτήν την εχθρότητα.

 

Και ποια είναι η πρόβλεψή σου για τις σχέσεις με την Κίνα και τον υπόλοιπο κόσμο;

Η Κίνα είναι ένα διαφορετικό ζήτημα και ο λόγος είναι ότι είναι στενά συνδεδεμένη με την αμερικανική οικονομία -κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση της Ρωσίας- μέσω των εφοδιαστικών αλυσίδων, αλλά κυρίως λόγω της κατοχής ενός τεράστιου αριθμού αμερικανικών κρατικών ομολόγων. Η Κίνα έχει πάρει τη θέση που είχε η Ιαπωνία στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, χρηματοδοτώντας, όπως εκείνη τότε, ένα μεγάλο μέρος του αμερικανικού δημόσιου ελλείμματος. Γι’ αυτό το λόγο, ο Μπάιντεν δεν μπορεί να αρχίσει ένα Ψυχρό Πόλεμο μαζί της. Ακόμα και ο Τραμπ, αν και αύξησε τους δασμούς στις εισαγωγές κάποιων κινεζικών προϊόντων, ήταν γενικά εξαιρετικά προσεκτικός με την Κίνα. Η Ρωσία και η Κίνα είναι δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι υποχρεωμένες να διαπραγματευθούν με την Κίνα, ενώ απέναντι στη Ρωσία θα είναι πολύ περισσότερο επιθετικές. Ως προς τον υπόλοιπο κόσμο, τη Μέση Ανατολή, τη Λατινική Αμερική κ.λπ., είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς τι θα γίνει, γιατί είμαστε μάρτυρες του φαινομένου μια παραδοσιακά μεγάλη δύναμη να χάνει την επιρροή της και να μην ξέρει πώς να αντιδράσει. Έτσι, μπορεί να κάνει πράγματα που θα είναι επικίνδυνα, πράγματα που θα είναι απρόβλεπτα, γιατί τα παραδοσιακά κανάλια εξουσίας και τα κανάλια επιρροής που είχε η Αμερική στο παρελθόν έχουν χάσει την αξιοπιστία τους.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet