Ο ‘Εγκον Μπαρ, που πέθανε στις 19 Αυγούστου 2015 σε ηλικία 93 ετών, ήταν γερμανός σοσιαλδημοκράτης πολιτικός και, ίσως, ο στενότερος συνεργάτης, αλλά και στενότερος φίλος του Βίλι Μπραντ. Ο Μπαρ έγινε γνωστός από τότε, που ως ειδικός απεσταλμένος του τότε καγκελαρίου Μπραντ, άρχισε συνομιλίες με την ηγεσία της Ανατολικής Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Ήταν η αρχή της περίφημης Όστπολιτικ, που άλλαξε τον πολιτικό χάρτη της Ευρωπης. Αυτή του η δραστηριότητα δεν ήρθε τυχαία: ο Μπαρ πάντα θεωρούσε την πολιτική ειρήνης και την προσέγγιση Ανατολής - Δύσης, το τέλος του ψυχρού πολέμου, πρωταρχικό μέλημα προοδευτικής πολιτικής. Το κείμενο που ακολουθεί, είναι αποσπάσματα από την τελευταία του ομιλία, στις 9 Ιουλίου 2015 στο Βερολίνο, που δόθηκε στην εκδήλωση που οργάνωσε το Pugwash για την συμπλήρωση των 60 χρόνων από το μανιφέστο Άινστάιν - Ράσσελ (1955), με το οποίο διάσημοι επιστήμονες  προειδοποιούσαν για τους κινδύνους από τα πυρηνικά όπλα. Την αναδημοσιεύουμε από το γερμανικό περιοδικό «Welttrends».



Το μανιφέστο Αϊνστάιν-Ράσσελ σηματοδότησε μια επανάσταση: οι επιστήμονες προειδοποιούν για κινδύνους, στους οποίους καλείται να απαντήσει η πολιτική. Τότε οι κίνδυνοι αυτοί ήταν οι βόμβες υδρογόνου και ο αχαλίνωτος πυρηνικός εξοπλισμός. Σε μια έξαρση του Ψυχρού Πολέμου, η πολιτική αποδέχτηκε ότι ορισμένοι επιστήμονες έστησαν ένα δίκτυο με την ονομασία Pugwash, το όνομα δηλαδή του τόπου ίδρυσης του δικτύου, του οποίου τα μέλη ανέλαβαν την προσωπική ευθύνη να αναλύσουν τους κινδύνους που απειλούσαν τον κόσμο μας και να ασκησουν επιρροή ώστε να τους μετριάσουν. Η συμβολή του Pugwash είναι αδιαμφισβήτητη, αφού η ομάδα αυτή ενέπνευσε εμπιστοσύνη και κατάφερε να φρενάρει αρνητικές εξελίξεις. Η NSA χρησιμοποίησε τις επιθέσεις στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης και στο Πεντάγωνο, για να επεκτείνει διεθνώς τη δραστηριότητά της, σε βαθμό που κανείς δεν φανταζόταν, προβάλλοντας ως δικαιολογία την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.
Ενόψει του πρώτου διεθνούς συνεδρίου που οργάνωσε ο ΟΗΕ, στο οποίο συμμετείχε και η Μόσχα, ο τότε επικεφαλής του, Ούλοφ Πάλμε, με είχε παρακαλέσει να διατυπώσω σκέψεις για το θέμα της ασφάλειας στην εποχή των πυρηνικών όπλων. Άρχισα, λοιπόν, να σκέφτομαι και κατέληξα σε ένα πολύ ανησυχητικό συμπέρασμα, που ήταν ενάντιο σε όλους τους ισχύοντες κανόνες. Εάν ίσχυε ότι τόσο η Δύση όσο και η Ανατολή είχαν τη δυνατότητα να απαντήσουν σε ένα χτύπημα με πυρηνικά όπλα, αν ,δηλαδή, και οι δύο πλευρές ήταν εκτεθειμένες στον κίνδυνο εντελώς απρόβλεπτων και απαράδεκτων χτυπημάτων, τότε η κλασική ελπίδα για νίκη στον πόλεμο δεν θα είχε κανένα νόημα πια. Όποιος χτυπάει πρώτος πεθαίνει δεύτερος, πληροί την τρελή προϋπόθεση του ίδιου του του τέλους. Με άλλα λόγια: η θεωρία του εκφοβισμού είχε καταστεί μη εφαρμόσιμη. Στην πράξη, αυτό σήμαινε ότι η ασφάλεια απέναντι στην άλλη πλευρά ίσχυε μόνο έως ότου δοκιμαστεί. Η συνέπεια στο επίπεδο των αφηρημένων εννοιών ήταν η εξής: η ασφάλεια απέναντι στον άλλον πρέπει να αντικατασταθεί από την ασφάλεια μαζί με τον άλλον. Το θεώρησα τόσο επαναστατικό αυτό, ώστε αποφάσισα να το παρουσιάσω στο αδιάφθορο μυαλό του Καρλ Φρήντριχ φον Βαϊτσέκερ. Θα λειτουργούσε ως λυδία λίθος. Η απάντηση ήρθε πολύ γρήγορα. Το μόνο λάθος στις σκέψεις μου ήταν ότι δεν προέρχονταν από εκείνον. Έστειλα λοιπόν στον Ούλοφ Πάλμε την απάντησή μου, με τίτλο: Η κοινή μας ασφάλεια. Αυτόν τον τίτλο έδωσε και ο Πάλμε στην αναφορά του προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ.

Ο υπεύθυνος για τη γεωργία

Θέλω να προσθέσω εδώ μια μικρή ιστορία. Έπειτα από κάθε συνεδρίαση συναντούσα το μέλος εκ Ρωσίας, τον Γιούρι Αρμπάτοφ, για να συζητήσουμε για τα εσωτερικά των χωρών μας. Θυμάμαι ότι ήμασταν στο Λονδίνο, όταν ο Αρμπάτοφ ανέφερε έναν άνθρωπο στη Μόσχα, τον οποίο στη Δυτική Ευρώπη θα τον χαρακτηρίζαμε «φορέα ελπίδας», ονόματι Μιχαήλ Σεργκέγιεβιτς Γκορμπατσόφ. Όταν τον ρώτησα τι έκανε αυτός ο άνθρωπος, ο Αρμπάτοφ απάντησε ότι ήταν υπεύθυνος για τη γεωργία. Στη στιγμή αποφάσισα να διαγράψω το όνομα από τη μνήμη μου, καθώς στη Γερμανία δεν υπήρχε περίπτωση να αποτελεί φορέα ελπίδας, κάποιος που ήταν υπεύθυνος για τη γεωργία. Όταν συνάντησα για πρώτη φορά το Γκορμπατσόφ, αφότου είχε γίνει ο πρώτος κύριος στο Κρεμλίνο, με εξέπληξε η σιγουριά με την οποία ανέπτυσσε τις θέσεις της επιτροπής Πάλμε. Ο διάλογος σε ρυθμό πινγκ-πονγκ ήταν σκέτη απόλαυση, αντί για τους συνήθεις ατελείωτους μονολόγους στο Κρεμλίνο. Μέσα σε 20 λεπτά είχαμε ξεσκονίσει όλο το σύνθετο οικοδόμημα της εξωτερικής πολιτικής, της πολιτικής για την ασφάλεια και τον περιορισμό των εξοπλισμών. Στις ερωτήσεις μου για την εσωτερική πολιτική, μου έδωσε την εντύπωση ότι δεν είχε πρόγραμμα, αλλά δύο κατευθυντήριες γραμμές: την περεστρόικα και τη γκλασνόστ. Όταν εξέφρασα την έκπληξή μου στον Αμπράτοφ, εκείνος απάντησε ότι με είχε ενημερώσει τότε στο Λονδίνο και ότι συζητούσαν με τον φίλο του τον Γκορμπατσόφ τα αποτελέσματα κάθε συνεδρίασης της επιτροπής. Στο μεταξύ, τα αποτελέσματα αυτά είχαν γίνει πνευματική ιδιοκτησία του Γενικού Γραμματέα και τον είχαν οδηγήσει σε μια αδιαφιλονίκητη θέση: να έχει συμβάλει στη σημαντικότερη συμφωνία του 20ού αιώνα, για την κατάργηση των πυραύλων μεσαίου βεληνεκούς, και στο μεγαλύτερο συμβατικό περιορισμό των εξοπλισμών της ιστορίας.

Ο εκφοβισμός είναι ακόμη παρών

Κάνω ένα μεγάλο χρονικό άλμα και φτάνω στην άνοιξη του 2008. Μια υπερκομματική ελίτ στον τομέα της πολιτικής ασφαλείας, αποτελούμενη από τους Κίσσινγκερ, Σουλτς, Πέρρυ και Ναν, πρότεινε στον επόμενο Πρόεδρο των ΗΠΑ μια νέα πολιτική, στην κατεύθυνση ενός κόσμου χωρίς πυρηνικά όπλα. Στη Γερμανία τέσσερις άνθρωποι υποστήριζαν τη γραμμή αυτή, ο φον Βαϊτσέκερ, ο Σμιτ, ο Γκένσερ κι εγώ, και είχαμε σημειώσει ότι θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη και τα σχέδια της Αμερικής για αμυντικούς πυραύλους στην Πολωνία, όπως και ότι έπρεπε να αφοπλιστούν οι 20 ατομικές βόμβες των ΗΠΑ, που βρίσκονταν ακόμη στη Γερμανία.
Το 2009, ο νέος πρόεδρος Ομπάμα το ξεκαθάρισε: από τη μια πλευρά υποστήριζε τη διάθεση της Αμερικής για έναν κόσμο χωρίς πυρηνικά, από την άλλη, όμως παραδεχόταν ότι η πραγματικότητα είχε ξεπεράσει την πολιτική και ότι ο κίνδυνος μιας πυρηνικής επίθεσης είχε αυξηθεί. «Εάν πιστεύουμε ότι η εξάπλωση των πυρηνικών όπλων είναι αναπόφευκτη, τότε ομολογούμε στους εαυτούς μας ότι είναι αναπόφευκτη και η χρήση τους». Με αυτή την ακαταμάχητη λογική οι ΗΠΑ ανέπτυξαν τις δυνατότητές τους στα πυρηνικά. Εν έτει 2015, αυτό ισχύει ακόμη, έχει μάλιστα περιπλακεί ακόμη περισσότερο με τις νέες πυρηνικές δυνάμεις.
Πολύ ψύχραιμα αυτό σημαίνει: στα 45 χρόνια, που έχουν περάσει από τη δημοσίευση της «κοινής ασφάλειας» η θεωρία του εκφοβισμού έχει μείνει ζωντανή, παρότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Πέραν αυτού, έχουμε να κάνουμε και με τις διαφορές ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία. Στην Ευρώπη οι μηχανισμοί ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και τη Μόσχα είναι δοκιμασμένοι. Στην Ασία οι δύο δυνάμεις έρχονται αντιμέτωπες με παράγοντες τέτοιου ειδικού βάρους, ώστε τους επιτρέπεται να εξοπλιστούν όσο αντέχει η τσέπη τους, χωρίς η Ουάσινγκτον και η Μόσχα να ασκούν επιρροή, που να μπορεί να συγκριθεί με την επιρροή τους στην Ευρώπη. Στη γηραιά μας ήπειρο έχουμε, ήδη, φτάσει μια φορά πολύ κοντά στην απόφαση για κοινή ασφάλεια: το 1997, με το κοινό Συμβούλιο ΝΑΤΟ - Ρωσίας. Σήμερα θα χαιρόμαστε, αν θα μπορούσε να ανασυσταθεί έστω και ένα κομματάκι αλληλοπληροφόρησης από τότε, στην κατεύθυνση της εξασφάλισης της ειρήνης.

Πόλεμο ούτε θέλουν ούτε θα κάνουν

Όπως δείχνει η ανάλυση, είναι εντυπωσιακή η ομοιότητα ανάμεσα στον Κένεντι και τον Χρουστσόφ από τη μια πλευρά και τον Ομπάμα και τον Πούτιν από την άλλη. Πόλεμος ανάμεσά τους δεν χρειάστηκε: δεν θα άξιζε ούτε το Βερολίνο, η Γερμανία, ούτε η Ευρώπη έναν πόλεμο, γιατί είχαν κοινά γεωστρατηγικά προβλήματα. Αυτό αποτέλεσε και το έδαφος ενός σταθερού status quo, ειρήνη παρά την κρίση της Κούβας, ενώ οι Γερμανοί, αναπτύσσοντας τα συμφέροντά τους, κινήθηκαν σε επίπεδο κατώτερο από τις μόνιμες αξιώσεις των νικητών, πράγμα που οδήγησε στην επανένωση των δύο Γερμανιών. Ανάλογη κατανόηση υπάρχει μεταξύ του Ομπάμα και του Πούτιν: πόλεμο δεν θα κάνουμε. Ούτε η Ουκρανία, ούτε ακόμη και η Κριμαία δεν θα άξιζαν έναν πόλεμο, γιατί υπάρχουν κοινά γεωστρατηγικά προβλήματα, που μπορούν να λυθούν μόνο με κοινή συμμετοχή. Είναι εντυπωσιακό ότι οι περιοχές γεωστρατηγικής σημασίας έχουν μείνει οι ίδιες: η Συρία, το Ισραήλ, το Ιράκ, το Ιράν, το Αφγανιστάν και το διάστημα. Όταν πρόκειται για την έρευνα του διαστήματος, η Μόσχα παρέχει άμεση βοήθεια.
Όσον αφορά τη γηραιά μας ήπειρο, τα τελευταία χρόνια φάνηκε ότι δεν νοείται ρύθμιση χωρίς την πολιτική ανάμειξη τουλάχιστον της Γερμανίας και της Γαλλίας και ότι μια τέτοια ρύθμιση δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί χωρίς τη συμβολή του ΟΑΣΑ. Εάν, βεβαίως, οι δυο τους παραμείνουν ισχυροί. Με τις επαφές ανάμεσα στον Ομπάμα, τον Πούτιν και τους υπουργούς τους των εξωτερικών, έκαναν σαφές ότι γνωρίζουν την ευθύνη τους, ανταποκρινόμενοι στην πραγματικότητα. Με τη στρατιωτική και την πολιτική ισχύ τους παραμένουν καθοριστικοί παράγοντες και για την Ευρώπη.
Παράλληλα, έχουμε μια σχέση με προσωπικές εντάσεις. Ο Ομπάμα χαρακτήρισε τη Ρωσία περιφερειακή δύναμη, πράγμα που δεν μπορούσε να δεχτεί ο Πούτιν και τον αναγκάζει να αποδείξει ότι μια ρύθμιση του ζητήματος της Ουκρανίας δεν είναι εφικτή ούτε χωρίς αυτόν, ούτε εναντίον του. Σύμφωνα με τη θεωρία μου, έχουμε να κάνουμε με ένα φροϋδικό λάθος του Ομπάμα, ο οποίος προφανώς είχε στο μυαλό του την ανάλυση του Μπρζεζίνσκι, που λέει ότι χωρίς την Ουκρανία η Ρωσία θα ήταν περιφερειακή δύναμη. Πιο σημαντικό είναι, όμως, ότι πόλεμο ούτε θέλουν ούτε θα κάνουν. Περιορίζεται, λοιπόν, το πράγμα σε ένα είδος «ειρηνικού πολέμου». Ο Πούτιν είναι σίγουρος ότι θα παραμείνει για μεγαλύτερο διάστημα αρχηγός στο Κρεμλίνο, απ’ όσο ο Ομπάμα στο Λευκό Οίκο. Χρονικός ορίζοντας είναι το 2017 κι ένας πιο κοντινός είναι να υλοποιηθεί πλήρως η Β΄ Συνθήκη του Μινσκ, έως το τέλος τούτου του έτους, πράγμα στο οποίο οι Αμερικανοί μπορούν να συμβάλουν περισσότερο απ’ ό,τι οι Ρώσοι. Δεν αξίζει εδώ να σκεφτούμε μια αποτυχία.

Μετάφραση: Ιωάννα Μεϊτάνη
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet