Σύμφωνα με ανακοίνωση του αμερικανικού Πενταγώνου, στις 25 Φεβρουαρίου, αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν περιοχή της ανατολικής Συρίας όπου βρίσκεται η βάση φιλοϊρανικής οργάνωσης, η οποία, όμως, δεν κατονομάζεται. Σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση, τα αεροπορικά αυτά πλήγματα ήταν μία στοχευμένη και αναλογική αντίδραση των ΗΠΑ στην επίθεση της οργάνωσης που είχε γίνει με ρουκέτα λίγες ημέρες νωρίτερα στο Ερμπίλ του βόρειου Ιράκ εναντίον αμερικανικού και συμμαχικού προσωπικού που βρίσκεται στην χώρα, καθώς και μία απάντηση στη διαρκή απειλή που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ στο Ιράκ από τη δράση οργανώσεων που υποστηρίζονται από το Ιράν. Η ανακοίνωση αυτή δείχνει ότι οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν ότι η συριακή και η ιρακινή κρίση συνδέονται στενά αλλά και ότι θεωρούν ως υπεύθυνο για τις κρίσεις αυτές το Ιράν. Έτσι, το Ιράν συνεχίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο της μεσανατολικής πολιτικής των ΗΠΑ, προσεγγίζεται, όμως, από τον νέο αμερικανό πρόεδρο με διαφορετικό τρόπο από αυτόν του προκατόχου του.  

 

Η προσέγγιση Μπάιντεν

 

Αν και είναι ακόμα νωρίς για να υπάρχει μία σαφής και επίσημη εικόνα της μεσανατολικής πολιτικής του νέου αμερικανού προέδρου, ωστόσο έχει αρχίσει να διαφαίνεται ο άξονας πάνω στον οποίο σκοπεύει να κινηθεί στην περίπλοκη και συγκρουσιακή αυτή περιοχή. Ο άξονας αυτός προκύπτει, από τον γενικότερο προσανατολισμό της εξωτερικής του πολιτικής, που αντικαθιστά το σύνθημα «Πρώτα η Αμερική» του προκατόχου, με το «Μαζί με την Αμερική». Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν την μονομέρεια και τον εξαναγκασμό -συμμάχων και μη- που σηματοδότησαν την πολιτική Τράμπ. Όπως δήλωσε ο ίδιος ο Τζό Μπάιντεν δεν είναι δυνατόν να ανταπεξέλθουν οι ΗΠΑ μόνες τους στις πολλαπλές προκλήσεις και απειλές του σύγχρονου κόσμου, είτε είναι συμμετρικές είτε ασύμμετρες. Έτσι, από τις πρώτες κινήσεις που έκανε σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής ήταν να επαναφέρει τις ΗΠΑ στη Συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή, από την οποία τις είχε αποσύρει ο Ντόναλντ Τράμπ. Επίσης, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε αποφασισμένος να συνεργαστεί με την Κίνα και την Ομοσπονδία της Ρωσίας, αλλά και να συγκρουστεί μαζί τους στο βαθμό που οι φιλοδοξίες τους βλάπτουν τα αμερικανικά συμφέροντα. Επομένως, ο Τζο Μπάιντεν δηλώνει έτοιμος για συνεργασία με αμοιβαίο όφελος αλλά και για σύγκρουση όπου απαιτείται για την προάσπιση των αμερικανικών συμφερόντων.

Εξειδικεύοντας αυτές τις γενικές κατευθύνσεις στη μεσανατολική πολιτική των ΗΠΑ, ο πρόεδρος Μπάιντεν φαίνεται να θεωρεί ότι η Ουάσινγκτον θα πρέπει να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με τους συμμάχους της, ή και να τις εξισορροπήσει σε κάποιες περιπτώσεις, υπογραμμίζοντας, ταυτόχρονα, ότι αποτελεί αξιόπιστο σύμμαχο και εγγυητή της ασφάλειάς τους. Παράλληλα, ο νέος πρόεδρος εστιάζει στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, μη διστάζοντας να καταγγείλει παραβιάσεις τους, όπως στην περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας που δημοσιοποίησε αμερικανική έκθεση για τη δολοφονία του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Κασόγκι, σύμφωνα με την οποία η ευθύνη επιρρίπτεται στον πρίγκιπα διάδοχο -και ισχυρό άνδρα της χώρας- Μοχάμεντ μπίν Σάλμαν.

Όπως προκύπτει, η πολιτική Μπάιντεν μοιάζει να στηρίζεται σε ένα μείγμα προώθησης των αποκαλούμενων αμερικανικών αξιών στην Μέση Ανατολή και χρήσης πιέσεων και κυρώσεων για όσους τις παραβιάζουν, χωρίς, βεβαίως, να αποκλείεται η χρήση σκληρής ισχύος εναντίον κρατών της περιοχής που θεωρούνται απειλή για τις ΗΠΑ, όπως το Ιράν. Επομένως, πρόκειται για μία πολιτική που σχεδιάστηκε επί τη βάσει της χρήσης «έξυπνης ισχύος», με στόχο να αποκαταστήσει την αμερικανική ηγεμονία στην Μέση Ανατολή και να διαφυλάξει τα συμφέροντα των ΗΠΑ, αναλαμβάνοντας και πάλι έναν ενεργό ρόλο στην περιοχή. Παράλληλα, με την πολιτική αυτή, ο νέος αμερικανός πρόεδρος παίρνει σαφείς αποστάσεις από την πολιτική των περιφερειακών «υπεργολαβιών» που χαρακτήρισε την προεδρία Τράμπ, κατά τη διάρκεια της οποίας η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ αποτελούσαν τους δύο πυλώνες της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή, δρούσαν σε συμφωνία με την Ουάσινγκτον -και με την υποστήριξή της- δεδομένου ότι κοινός τους αντίπαλος ήταν το Ιράν.

 

Περιφερειακές αντιπαλότητες

 

Όμως, παρά τις σημαντικές διαφοροποιήσεις του Τζό Μπάιντεν σε σχέση με τον προκάτοχό του, φαίνεται ότι το Ιράν συνεχίζει να θεωρείται από την Ουάσινγκτον ως βασικός παράγοντας αστάθειας στη Μέση Ανατολή αλλά και ως μείζον εμπόδιο για την επίτευξη των αμερικανικών στόχων στην περιοχή. Από την πλευρά τους, το Τέλ-Αβίβ και το Ριάντ εξακολουθούν να θεωρούν την Τεχεράνη ως υπαρξιακή απειλή εναντίον τους, δεδομένων των αντιθετικών τους στόχων και δεδομένου ότι το Ιράν διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην συριακή και ιρακινή κρίση και, εμμέσως, στην νέα κρίση του Λιβάνου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των περιφερειακών αντιπαλοτήτων, ήδη διαφαίνονται οι σημαντικές δυσκολίες που θα πρέπει να υπερνικήσει η Ουάσινγκτον, ώστε να έχει αποτελέσματα η μεσανατολική της πολιτική.

Πράγματι, παρά τις κάθε είδους πιέσεις που άσκησαν οι ΗΠΑ στο Ιράν κατά το παρελθόν, πρόσφατο ή απώτερο, η μοναδική προσέγγιση που απέδωσε ήταν αυτή του Μπάρακ Ομπάμα, κατά τη δεύτερη θητεία του, οπότε υπεγράφη η Συμφωνία «5+1 – Ιράν» για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Η τήρηση της Συμφωνίας αυτής θα εξομάλυνε τις σχέσεις Ιράν –Δύσης, θα αποτελούσε εγγύηση ότι η Τεχεράνη δεν θα προσπαθούσε να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, το Ιράν θα επανεντασσόταν, έστω σταδιακά, στο περιφερειακό και το διεθνές σύστημα. Επρόκειτο για μία Συμφωνία αμοιβαίως επωφελή και για το λόγο αυτό είχε κάθε λόγο να επιτύχει. Όμως, ο Ντόναλντ Τράμπ απέσυρε τις ΗΠΑ από την Συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, σκλήρυνε την στάση του απέναντι στην Τεχεράνη, διακινδυνεύοντας μάλιστα θερμό επεισόδιο με το Ιράν και, ταυτόχρονα, εμπόδισε τις ευρωπαϊκές χώρες να την τηρήσουν. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, ο Τζο Μπάιντεν έχει δηλώσει ότι θα καταβάλει προσπάθειες να επανεντάξει τις ΗΠΑ στη Συμφωνία, παρά ταύτα, όμως, διατηρεί μία σκληρή γραμμή έναντι της Τεχεράνης. Ίσως να πρόκειται για την τακτική του μπαστουνιού και του καρρώτου, για διαπραγματευτική τακτική ή για προσπάθεια να καθησυχάσει το Ισραήλ και την Σαουδική Αραβία. Σε κάθε περίπτωση, ο νέος ένοικος του Λευκού Οίκου φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι ο αποκλεισμός του Ιράν από τα περιφερειακά τεκταινόμενα δεν είναι δυνατόν να συνεχιστεί χωρίς να υπάρξουν αρνητικές συνέπειες, όπως η παρόξυνση των κρίσεων στο Ιράκ, στην Συρία ή στην Υεμένη. Ως εκ τούτου, οι ΗΠΑ θα πρέπει να συνεργαστούν με το Ιράν χρησιμοποιώντας το δέλεαρ της άρσης των εις βάρος του κυρώσεων.

 

Αντιδράσεις συμμάχων

 

Αν και μια τέτοια πολιτική ευνοεί τα μέσο –μακροπρόθεσμα συμφέροντα των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή, θα πρέπει να αναμένονται έντονες αντιδράσεις από συμμάχους τους στην περιοχή, κυρίως από την Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ αλλά και την Τουρκία, χώρες που, αναφορικά με την περιφερειακή τους πολιτική, είχαν λάβει «λευκή επιταγή» από τον Ντόναλντ Τράμπ. Εννοείται, τέλος, ότι η πολιτική αυτή μετατρέπεται σε ευχολόγιο εάν ο νέος αμερικανός πρόεδρος επιμείνει και στην προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών στην Μέση Ανατολή.

Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει, επομένως, είναι το πώς –και κατά πόσον- θα καταφέρουν οι ΗΠΑ να συγκεράσουν τις περιφερειακές αντιθέσεις και να εφαρμόσουν την πολιτική Μπάιντεν στην Μέση Ανατολή.

Πρόσφατα άρθρα ( Μέση Ανατολή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet