Ο στρεβλός και μάλλον... μπλαζέ τρόπος, με τον οποίο η "επιτελική" κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αντιλαμβάνεται το ρόλο του κοινωνικού κράτους αποτυπώθηκε στο πώς πολιτεύτηκε στο ζήτημα των σχολικών γευμάτων το οποίο εξελίχθηκε σε ακόμη ένα μεγάλο φιάσκο (ουσίας και επικοινωνίας). Από τον Σεπτέμβριο, κιόλας, υπήρχαν οι σχετικές προειδοποιήσεις έτσι, ώστε να αρχίσει έγκαιρα ο διαγωνισμός για να μην προκύψουν καθυστερήσεις στα μέσα της σχολικής χρονιάς. Με την σιγουριά ότι ελέγχει απολύτως την κατάσταση, το επιτελικό κράτος κινήθηκε με ταχύτητες χελώνας. Και όταν ο διεθνής διαγωνισμός "σκάλωσε" στο ελεγκτικό συνέδριο, οι κυβερνώντες σήκωσαν τα χέρια ψηλά και φυσικά αναγκάστηκαν να διακόψουν το πρόγραμμα, άγνωστο για πόσο καιρό.

Το πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί το φιάσκο ήταν μάλλον απλό. Έγκαιρη προκήρυξη του διαγωνισμού και προσωπική φροντίδα της αρμόδιας υπουργού, Δόμνας Μιχαηλίδου, αρκούσαν. Ίσως και μία καλύτερη επικοινωνία με το ελεγκτικό συνέδριο. Αλλά όχι, αυτά τα πράγματα δεν αρμόζουν σε μία κυβέρνηση που σκέφτεται πάντα αφ' υψηλού και υπολογίζει ότι όλα τα παιδιά και όλες οι οικογένειες βρίσκουν τον τρόπο να τα καταφέρνουν... Κάποιες όμως δεν μπορούν και περιμένουν την κρατική αρωγή, ειδικά σε αυτή την ιδιαίτερα δύσκολη συνθήκη της πανδημίας.

 

Το κατασυκοφαντημένο πρόγραμμα πέτυχε

 

Στα χρόνια της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ όταν -επιτέλους- θεσμοθετήθηκαν με νόμο τα σχολικά γεύματα (μετά από ένα χρόνο πιλοτικής εφαρμογής), η Νέα Δημοκρατία μιλούσε για συσσίτια απαξιώνοντας την προσπάθεια. Το 2017 μάλιστα, στη σχετική ψηφοφορία στη Βουλή, η κοινοβουλευτική ομάδα της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης ψήφισε όχι για το συγκεκριμένο νομοθέτημα.

Τα δύο επόμενα χρόνια, το πρόγραμμα επεκτάθηκε και το 2019 έφτανε να καλύπτει 1.266 σχολεία της επικράτειας που επιλέχθηκαν με αυστηρά κριτήρια με 185.000 γεύματα. Τι είδους γεύματα; Πλήρη πιάτα μεσογειακής διατροφής και όχι σάντουιτς, όπως πολλοί νομίζουν. Όπου εφαρμόστηκε, ο οικογενειακός προγραμματισμός ενισχύθηκε, οι γονείς, ειδικά αυτοί που έχουν τα παιδιά τους στο ολοήμερο σχολείο, ήξεραν ότι δεν είχαν να φροντίσουν για το φαγητό, γιατί είχε ήδη φροντίσει το σχολείο. Η ποικιλία του διατροφικού προγράμματος ήταν πλούσια (κρέας, ζυμαρικά, όσπρια, λαχανικά, σαλάτες, φρούτα) και έτσι τα παιδιά έπαιρναν το μήνυμα ότι μπορούν και πρέπει να τρέφονται σωστά.

Εκτός των άλλων, όπως γίνεται αντιληπτό, το πρόγραμμα βοήθησε πολύ τις οικογένειες που διαβιούν σε ακραία ή μη ακραία φτώχεια. Έδωσε στα παιδιά των οικογενειών αυτών αυτοπεποίθηση, την ανάσα ότι είχαν λυμένο το πρόβλημα της καθημερινής τους διατροφής. Κάπως έτσι, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, τα ποσοστά της παιδικής φτώχειας στην Ελλάδα μειώθηκαν. Όπως ενημέρωσε η βουλεύτρια του ΣΥΡΙΖΑ Θεανώ Φωτίου, η οποία ως υπουργός "έτρεξε" το πρόγραμμα των γευμάτων, το 2015 το ποσοστό των παιδιών που αντιμετώπιζαν άμεσο κίνδυνο φτώχειας ήταν 26,6% και το 2019 διαμορφώθηκε στο 21,1%, σε επίπεδα δηλαδή καλύτερα και από το 2005. Για το 2021, ο προγραμματισμός του ΣΥΡΙΖΑ, αν επικρατούσε στις εκλογές του 2019, προέβλεπε 600.000 γεύματα, αριθμός που αντιστοιχεί σε όλα τα παιδιά που φοιτούν στα δημοτικά σχολεία της χώρας.

 

Δεν πιστεύει στο κοινωνικό κράτος η κυβέρνηση

 

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν προχώρησε στην επέκταση του προγράμματος των σχολικών γευμάτων διατηρώντας το στα επίπεδα που το παρέλαβε. Τον Σεπτέμβριο του 2020 μπόρεσε να σερβίρει τα γεύματα έγκαιρα, διότι είχαν περισσέψει πολλές μερίδες από το προηγούμενο σχολικό έτος λόγω του λοκντάουν. Άργησε όμως χαρακτηριστικά να "τρέξει" τον επόμενο διαγωνισμό με συνέπεια την προσωρινή διακοπή του προγράμματος.

Πότε ενημέρωσε για τη διακοπή αυτή η κυβέρνηση; Την Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου. Όπως μετέφερε στην "Εποχή" διευθυντής δημοτικού σχολείου μεγάλου νησιού της χώρας, "το σχετικό μήνυμα από την τοπική διεύθυνση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης έφτασε στις 10:30 το πρωί της Παρασκευής. Μας ενημέρωνε ότι από την επόμενη Δευτέρα και για άγνωστο χρονικό διάστημα δεν θα ήταν δυνατόν να μοιραστούν γεύματα στα παιδιά. Ενημερώσαμε κακήν-κακώς τους γονείς με τηλεδιασκέψεις ότι από την προσεχή Δευτέρα θα πρέπει να φροντίζουν οι ίδιοι για το γεύμα των παιδιών τους".

Στον προγραμματισμό των δράσεων του κοινωνικού κράτους, η επιτελική διακυβέρνηση δείχνει να χωλαίνει. Και τέλος πάντων ο τρόπος με τον οποίο εν γένει πολιτεύεται το εν λόγω κυβερνητικό σχήμα αφήνει περιθώρια για πολλές σκέψεις. Μήπως οι άνθρωποι δεν επιθυμούν να συνεχιστεί το πρόγραμμα και ψάχνουν αφορμές για να το διακόψουν; Μήπως αναζητούν την ανακατανομή των χρημάτων του προγράμματος; Μήπως θέλουν να στείλουν ένα μήνυμα ότι το πρόγραμμα δεν συμπεριλαμβάνεται στα άμεσα πολιτικά σχέδιά τους γιατί, όπως έλεγαν ως αντιπολίτευση, πρόκειται για "συσσίτια";

Ουδείς μπορεί να είναι απολύτως σίγουρος. Πάντως, η αρμόδια υπουργός είχε ενημερωθεί πολύ νωρίς, από τον Σεπτέμβριο κιόλας, για τους κινδύνους καθυστέρησης που εγκυμονούν πολλές φορές οι διεθνείς διαγωνισμοί. Το φιάσκο, λοιπόν, ήταν πολύ εύκολα προβλέψιμο και θα μπορούσε άνετα να είχε αποφευχθεί όπως τονίστηκε και παραπάνω. Τώρα, μετά το σάλο, ο ΟΠΕΚΑ ενημέρωσε ότι η διακοπή της χορήγησης των γευμάτων θα διαρκέσει μόλις μία εβδομάδα. Αναμένουμε να διαπιστώσουμε αν πραγματικά αυτή η δέσμευση θα ισχύσει.

Η Δόμνα Μιχαηλίδου κώφευσε και σε μία άλλη, πολύ λογική, παρατήρηση της αντιπολίτευσης η οποία πρότεινε τα περισσευούμενα, λόγω του λοκντάουν, γεύματα να μοιραστούν μέσω των κοινωνικών προγραμμάτων σε οικογένειες που έχουν ανάγκη. Η υπουργός προτίμησε απλά να θέσει σε αναστολή τις εταιρείες που μοιράζουν τα γεύματα.

Τώρα, αν δεν ακούσατε τίποτα από όλα τα παραπάνω στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων και δεν διαβάσατε κάτι στα "συμβατικά" μίντια, μην απορείτε. Έχει να κάνει φυσικά με τους υπέρ της κυβέρνησης συσχετισμούς στα μέσα ενημέρωσης και με το πώς παίζεται το επικοινωνιακό παιχνίδι στη χώρα εν έτει 2021. Τα κανάλια μπορούν να ασχολούνται ώρες επί ωρών με τη δήλωση Δρίτσα για την 17 Νοέμβρη και την τρομοκρατία, αδυνατούν όμως να ενημερώσουν το κοινό τους ότι διακόπηκε για άγνωστο χρονικό διάστημα το πρόγραμμα των σχολικών γευμάτων. Όπως αδυνατούν να ενημερώσουν για την απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη να ενισχύσει από το κρατικό ταμείο τις δαπάνες για τη μισθοδοσία του λαϊκού προσωπικού των εκκλησιών. Ευτυχώς όμως για αυτό έσπευσε να μας ενημερώσει με ανακοίνωσή της η Διαρκής Ιερά Σύνοδος. Λεφτά για τη μισθοδοσία των λαϊκών της εκκλησίας υπάρχουν, για τα σχολικά γεύματα μάλλον όχι.

 

Νηπιαγωγοί σε απόγνωση

 

Σαν να μην έφτανε το φιάσκο με τα σχολικά γεύματα, το υπουργείο Παιδείας άνοιξε μέτωπο και με τους νηπιαγωγούς αφού μέσα σε μία σχολική σεζόν, όπως η συγκεκριμένη που διανύουμε, τους υποχρεώνει να διεκπεραιώσουν τις εγγραφές για το επόμενο σχολικό έτος μέχρι τις 20 Μαρτίου.

Η σπουδή αυτή του υπουργείου δημιουργεί συγκεκριμένα παιδαγωγικά προβλήματα στους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι πρέπει να πάρουν άμεσα και μάλλον βιαστικά, όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση, την απόφαση για το ποια παιδιά θα πρέπει να επαναλάβουν την τάξη και ποια να προβιβαστούν στο δημοτικό. Με τα περισσότερα μαθήματα όμως να γίνονται εξ αποστάσεως και ηλεκτρονικά λόγω των μέτρων για την πανδημία, οι νηπιαγωγοί δεν βρίσκονται προς το παρόν σε θέση να σχηματίσουν οριστική εικόνα για τα περισσότερα παιδιά και βρίσκονται σε τρομερό δίλημμα.

Ένα παιδί που για παράδειγμα δεν έχει φτάσει ακόμη σε ικανοποιητικό επίπεδο κατάκτησης του γνωστικού αντικειμένου δεν είναι δυνατόν να προβιβαστεί στο δημοτικό, γιατί στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, όπως μπορεί να αντιληφθεί κανείς, οι απαιτήσεις είναι πολύ περισσότερες. Άρα, αν ο νηπιαγωγός πάρει εσφαλμένη απόφαση, δημιουργεί στο παιδί σοβαρό πρόβλημα και στο δάσκαλο που θα το παραλάβει στο δημοτικό σχολείο ένα μεγάλο πονοκέφαλο.

Υπάρχει, επίσης, το ζήτημα των προσφυγόπουλων. Πολλά από τα παιδιά αυτά δεν γνωρίζουν καθόλου την ελληνική γλώσσα (απολύτως φυσιολογικό αυτό) και χρειάζεται να επαναφοιτήσουν. Φέτος, όμως, πολλά από τα προσφυγάκια έμειναν εντελώς εκτός της τηλεκπαίδευσης για αντικειμενικούς λόγους, κάτι που σημαίνει ότι οι νηπιαγωγοί δεν έχουν την παραμικρή εικόνα για τις δυνατότητες κάποιων παιδιών. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι κάποιες πολύ σημαντικές, ως προς την πρόοδο των παιδιών, αποφάσεις θα παρθούν χωρίς να υπάρχουν δεδομένα.

Αφήστε δε που εφέτος οι νηπιαγωγοί οφείλουν να εφαρμόζουν το μέτρο της τήρησης των απουσιών εξ αποστάσεως κάτι που είναι επιεικώς γελοίο αν μιλάμε για παιδιά 4 και 5 ετών. Πώς να βάλει ένας εκπαιδευτικός απουσία σε ένα παιδί που δεν μπορεί να συνδεθεί με το Webex, γιατί είναι στο σπίτι με τη γιαγιά η οποία δεν έχει ιδέα από διαδίκτυο; Πόσο αυστηρός πρέπει να είναι ένας νηπιαγωγός με ένα νήπιο που απλά βαριέται να συμμετάσχει στο μάθημα από το σπίτι του και προτιμά να παίξει με τα παιχνίδια του σε έναν οικείο για το ίδιο χώρο; Και όμως, σε αυτή τη σχολική σεζόν, των αλλεπάλληλων λοκντάουν, όποιο παιδί συμπληρώσει 100 απουσίες, θα πρέπει να επαναφοιτήσει στο νηπιαγωγείο.

Σημειωτέον, η διαδικασία των εγγραφών στα νηπιαγωγεία λάμβανε χώρα τέλη Απριλίου με αρχές Μάϊου ενώ παλαιότερα έφτανε μέχρι και τον Ιούνιο. Φέτος εκπαιδευτικοί και γονείς, μέσα σε συνθήκες πανδημίας και περιορισμού των μετακινήσεων, οφείλουν να έχουν ολοκληρώσει τις σχετικές διαδικασίες μέχρι τις 20 Μαρτίου. Η δικαιολογία που δίνεται από το υπουργείο είναι ότι θέλουν να έχουν όσο το δυνατόν νωρίτερα τα στοιχεία στα χέρια τους για να οργανώσουν την επόμενη σχολική σεζόν. Είναι όμως σαφές ότι οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να πάρουν τις τελικές τους αποφάσεις κάτω από τέτοια πίεση χρόνου και ενώ σε πολλά νηπιαγωγεία τα μαθήματα γίνονται με τη μέθοδο της τηλεκπαίδευσης. Όπως έλεγε και έμπειρη νηπιαγωγός στην “Εποχή”, “πολλά παιδιά δεν τα έχω ακούσει καν κατά τη διάρκεια της χρονιάς, πώς είναι δυνατόν να αποφασίσω αν θα προβιβαστούν ή όχι και μάλιστα μέχρι τις 20 Μαρτίου”. Κοντολογίς: Ανεξήγητη η κυβερνητική βιασύνη. Το πού οφείλεται, θα το μάθουμε τους αμέσως επόμενους μήνες.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet