Η διεθνής οικονομική κρίση του 2008, η κρίση του ευρώ και η έξαρση της πανδημίας COVID-19 κατέδειξαν, με τον πλέον έκδηλο τρόπο, ότι, σε απρόβλεπτες κοινωνικο-οικονομικές συγκυρίες και σε εποχές δραστικών οικονομικών μεταβολών, οι αυστηροί δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ δεν διασφαλίζουν την κατάλληλη ισορροπία ανάμεσα στη βιωσιμότητα και τη σταθερότητα.

Όπως έχουμε δει μέχρι στιγμής, οι κανόνες δημοσιονομικής προσαρμογής που θέτει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, σε περίπτωση απόκλισης μιας χώρας από τους στόχους για το έλλειμμα (έως 3% ΑΕΠ) και το χρέος (έως 60% ΑΕΠ), δηλαδή, τόσο η διαδικασία διόρθωσης υπερβολικού ελλείμματος, όσο και η υποχρέωση για μείωση του χρέους κατά το 1/20 ετησίως, οδήγησαν σε πολιτικές λιτότητας, οι οποίες εκτίναξαν την ανεργία και βύθισαν τις πληττόμενες, από την κρίση, χώρες σε παρατεταμένη ύφεση. Σε αρκετές, μάλιστα, περιπτώσεις οδήγησαν σε σημαντικές αυξήσεις, αντί μείωσης, του χρέους, με χαρακτηριστικότερη εκείνη της Ελλάδας, η οποία εισήλθε στη μνημονιακή εποχή, το 2010, με χρέος 146,2% του ΑΕΠ και βγήκε από αυτήν, το 2018, με χρέος 181,1% του ΑΕΠ, για να το δει, σήμερα, να εκτοξεύεται στο 209% του ΑΕΠ.

Η ιστορία έχει, λοιπόν, δείξει ότι οι ισχύοντες δημοσιονομικοί κανόνες, όχι μόνο δεν είναι ρεαλιστικοί, αλλά οδηγούν και σε μεγάλη προκυκλική δημοσιονομική λιτότητα, η οποία αναχαιτίζει την ανάκαμψη και διογκώνει το χρέος.

 

Βήματα

 

Είναι, πλέον, καιρός οι Ευρωπαίοι ηγέτες να διδαχθούν από τα λάθη του παρελθόντος και να διοχετεύσουν όλες τις προσπάθειές τους στην αντιμετώπιση των αδυναμιών και ελλείψεων, που έφεραν στην επιφάνεια οι κρίσεις της τελευταίας δεκαετίας. Τον τελευταίο χρόνο, έχουν επιτευχθεί βήματα που, πριν το ξέσπασμα της πανδημίας, φάνταζαν αδιανόητα. Μέτρα όπως η δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης, η έκδοση κοινού χρέους της ΕΕ με ισχυρό το σκέλος των επιχορηγήσεων, και όχι μόνο των δανείων, προς τα αδύναμα κράτη-μέλη ή η αναστολή των δημοσιονομικών κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας, αποδεικνύουν περίτρανα ότι ο μετασχηματισμός της ΕΕ σε μια βιώσιμη και χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς Ένωση είναι εφικτός, εάν υπάρχει η πολιτική βούληση. Πολιτική βούληση, η οποία έως σήμερα, δεν φαίνεται να υπήρχε, κυρίως λόγω της προσκόλλησης των χωρών του Βορρά στους αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες του ΣΣΑ.

Τις επόμενες εβδομάδες, η Ευρώπη θα αποφασίσει εάν θα παρατείνει την αναστολή των δημοσιονομικών κανόνων. Η ανάγκη διατήρησης της γενικής ρήτρας διαφυγής είναι αδιαμφισβήτητη, μιας και η τελευταία πρόβλεψη της Επιτροπής δείχνει ότι η πλειονότητα των χωρών θα εξακολουθήσει, το 2022, να μην συμμορφώνεται με τους δημοσιονομικούς κανόνες για το δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Συγκεκριμένα, οι 17 από τις 27 χώρες της ΕΕ θα υπερβούν το όριο του 60% του χρέους, ενώ 17 κράτη μέλη αναμένεται, επίσης, να παραβιάσουν το κριτήριο του ελλείμματος του 3%.

Παρόλα αυτά, η προσωρινή ευελιξία των κρατών-μελών να αποκλίνουν από τις απαιτήσεις του ΣΣΑ δεν επαρκεί. Τυχόν άρση της ευελιξίας, πριν την επαναφορά του πραγματικού ΑΕΠ, του επιπέδου του χρέους και του ρυθμού ανάπτυξης, σε προ-κρίσης επίπεδα, θα οδηγήσει σε de facto καταστρατήγηση του ΣΣΑ και κατ΄ επέκταση σε νέα λιτότητα.

Ήδη, η εγκύκλιος του υπουργείου Οικονομικών για την κατάρτιση του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2022-2025 περιγράφει το 2022 ως έτος «δημοσιονομικής λιτότητας», καθώς οι κρατικές δαπάνες προβλέπεται να υποχωρήσουν κατά 10 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2021. Αυτή η δημοσιονομική σύσφιξη οφείλεται, κυρίως, στην απόσυρση των πακέτων εισοδηματικής στήριξης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Ο κίνδυνος που ελλοχεύει είναι να συνοδευτεί από απόσυρση υπερβολικά μεγάλης ζήτησης από την οικονομία, διακινδυνεύοντας έτσι και την ανάκαμψη.

 

Μέτρα

 

Τι πρέπει, λοιπόν, να γίνει για να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος και για να διασφαλιστεί ότι οι κυβερνήσεις θα έχουν τη δυνατότητα να επιδιώξουν γενναία μέτρα δημοσιονομικής στήριξης των οικονομιών τους και μετά το τέλος της πανδημίας; Πώς θα διασφαλίσουμε ότι η στιγμή της ανάκαμψης δεν θα αποτελέσει παγίδα, οδηγώντας σε υιοθέτηση μέτρων σκληρής διαρθρωτικής προσαρμογής, σε αντιαναπτυξιακές πολιτικές και σε περαιτέρω μείωση του προϊόντος και της απασχόλησης σε οικονομίες που ήδη βρίσκονται σε ύφεση, επιτείνοντας, έτσι, το πρόβλημα;

Πρώτα απ΄ όλα, για να μετριαστούν οι προαναφερθέντες κίνδυνοι, θα πρέπει οι Ευρωπαίοι ηγέτες να ξεκινήσουν άμεσα τις συζητήσεις για την αναπροσαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας, σύμφωνα με τους νέους στρατηγικούς στόχους της Ευρώπης, έτσι ώστε να μετασχηματιστεί σε ένα Σύμφωνο Βιώσιμης Σύγκλισης και Ανάπτυξης, με ρεαλιστικές προσαρμογές στους κανόνες για τα ελλείμματα και το χρέος. Συζητήσεις οι οποίες θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί πριν από την άρση της γενικής ρήτας διαφυγής.

Οι δημοσιονομικοί κανόνες θα πρέπει να τροποποιηθούν, έτσι ώστε ο στόχος για ετήσια μείωση του χρέους και ο ετήσιος στόχος για το έλλειμμα να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας, όπως για παράδειγμα, το επίπεδο του χρέους της, τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας της, δημογραφικά στοιχεία κ.λπ. Επίσης, θα μπορούσε να εξεταστεί ένα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για την κάλυψη του χάσματος έως τον στόχο του 60% του χρέους (για παράδειγμα 30-40 έτη).

Επιπρόσθετα, θα πρέπει να προβλεφθεί ένας «χρυσός κανόνας», ο οποίος θα εξαιρεί τις δημόσιες επενδύσεις που σχετίζονται με την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, των ανισοτήτων και της φτώχειας από τους υπολογισμούς του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημόσιου χρέους.

Έπειτα, είναι επιτακτική η ανάγκη να βρεθεί μια ευρωπαϊκή λύση για ελάφρυνση, μετακύλιση στο μέλλον ή και διαγραφή - μερική ή ολική - του πρόσθετου δημόσιου κορονοχρέους που δημιουργεί η αντιμετώπιση της πανδημίας.

Στο σχέδιο προγραμματικών θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία, το οποίο δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα, τονίζεται, μεταξύ άλλων, η αναγκαιότητα αμοιβαιοποίησης μέρους του δημόσιου χρέους και συνδιαχείρισής του από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.

 

Ευκαιρία

 

Την αναγκαιότητα αναζήτησης ευρωπαϊκών λύσεων φαίνεται να αναγνωρίζει και ο Ιταλός Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων, Π. Τζεντιλόνι, ο οποίος, απαντώντας σε σχετική παρέμβασή μου στη Διακοινοβουλευτική Συνεδρίαση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (ECON), δήλωσε ότι «θα πρέπει να υποστηριχθούν οι οικονομίες μας όσο καιρό χρειαστεί. Σημαντικός παράγοντας είναι με ποιον τρόπο οι δημοσιονομικοί κανόνες θα ενθαρρύνουν και θα ενδυναμώσουν τις επενδυτικές μας ικανότητες. Θα πρέπει να καλύψουν την ανάγκη να υπάρξει μια ρεαλιστική και ουσιαστική αλλαγή στη δομή του χρέους τα επόμενα χρόνια».

Δίνεται, λοιπόν, μια τεράστια ευκαιρία στην ΕΕ να προχωρήσει σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις και δομικές αλλαγές, ξεπερνώντας τα ταμπού του παρελθόντος και ακολουθώντας το παράδειγμα των ΗΠΑ, οι οποίες αποφάσισαν πως ο κίνδυνος να γίνουν υπερβολικά λίγα, υπερέχει του κινδύνου να γίνουν υπερβολικά πολλά. Μια ευκαιρία που πρέπει να αξιοποιηθεί στο μέγιστο δυνατό, προκειμένου να μεταβούμε σε μια οικονομία που θα λειτουργεί προς όφελος όλων.

Δημήτρης Παπαδημούλης Ο Δημήτρης Παπαδημούλης είναι ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, επικεφαλής της ευρωομάδας του κόμματος και αντιπρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου. Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Οικονομία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet