Φωτογραφία: Νικόλας Κοκοβλής

 

 

 

Η ΝΔ μετατρέπει την Ελλάδα σε μια χώρα νεόπτωχων, δρομολογώντας συστηματικά ένα Grexit από το ευρωπαϊκό κεκτημένο όσον αφορά στην ποιότητα της ενημέρωσης, των δικαιωμάτων και της δημοκρατίας συνολικότερα. Η Ελλάδα χάνει τη θέση της στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου και μαζί με αυτήν χάνεται και η αυτοεκτίμηση των Ελλήνων. Η εξέλιξη έχει βαθιές ρίζες στη μνημονιακή περίοδο, αλλά επί διακυβέρνησης ΝΔ αναδύεται μια αίσθηση παρακμής. Η απουσία, όμως, συλλογικών λύσεων κάνει πιο πιθανή μια διεύρυνση της καταφυγής στον κυνισμό, στο κυνήγι αποδιοπομπαίων τράγων, στη διάθεση για επιστροφή σε ένα φαντασιακό παρελθόν. «Μάγισσες, μιζέρια, μίσος, εσείς θα διαφυλάξετε το θησαυρό μου». Όπως ακριβώς τα λέει ο Ρεμπώ.

 

Για να αποφευχθεί η γενίκευση και η εμπέδωση αυτής της τάσης σε ένα πλειοψηφικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, είναι απαραίτητη η ύπαρξη μιας εναλλακτικής, μιας ελπίδας. Μέχρι εδώ είναι όλα γνωστά. Επειδή, όμως, στις δημοκρατίες οι αρνητικές εξελίξεις μπορούν να περιοριστούν μέσω κινηματικής δράσης, αλλά να αναστραφούν μόνο με εκλογές, χρειαζόμαστε εκλογές το συντομότερο δυνατό. Δεν πρέπει να αφήνεται τόσος κόσμος με το αίσθημα της ανημπόριας. Γι’ αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ και η υπόλοιπη Αριστερά δεν πρέπει να πολιτεύονται στη βάση του ώριμου φρούτου. Το αίτημα αντικατάστασης αυτής της αχαρακτήριστης κυβέρνησης είναι που θα φέρει τη μείωση της δημοσκοπικής ψαλίδας μια ώρα αρχύτερα. Η χώρα χρειάζεται κυβέρνηση και, αν ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ανετοιμότητα ή ηττοπάθεια, τότε δεν υπάρχει λόγος να φύγει αυτή η κυβέρνηση. Δύσκολα θα είχε γίνει ό,τι έγινε, αν ο Τσίπρας εννιά χρόνια πριν δεν είχε ζητήσει την εξουσία, όταν όλοι/ες ήθελαν να φύγει η τότε κυβέρνηση Παπαδήμου, και αν τρία χρόνια μετά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποφάσιζε να ρίξει την κυβέρνηση Σαμαρά. «Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα».

 

Απαραίτητη η στροφή στις νεότερες ηλικίες

 

Το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πίσω στις δημοσκοπήσεις, βέβαια, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Κακώς, όμως, περνάει τόσο καιρό απαρατήρητη η συσχέτιση μεταξύ υπερψήφισης του ΣΥΡΙΖΑ από τους νέους, δηλαδή τα άτομα με τη μεγαλύτερη αποταύτιση σε σχέση με τα κόμματα, από τη μια, και της υπερψήφισης της ΝΔ από τις ηλικίες άνω των 50 (και ειδικά άνω των 60), δηλαδή τα άτομα με την μεγαλύτερη κομματική ταύτιση. Οι νέοι και οι νέες δεν είναι πλέον οπαδοί των κομμάτων, απλώς δανείζουν την ψήφο τους. Επομένως, δεν έχουν λόγους να μεταφράζουν την απέχθειά τους για τη ΝΔ ή τη συμπάθειά τους για τον ΣΥΡΙΖΑ σε δήλωση ψήφου στον τελευταίο. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι δεν είναι πλειοψηφικά δυνητικοί του ψηφοφόροι. Θα πρέπει, όμως, να τους βλέπει βασικά ως συνεργάτες στον πολιτικό αγώνα, να τους συνδράμει τη στιγμή που αυτοί έχουν ενεργοποιηθεί απέναντι σε αυτούς που υποτιμούν τη νοημοσύνη τους και τα προσόντα τους και εγκαθιδρύουν γενικευμένη αναξιοκρατία. Πρέπει να καταλάβει ότι στη νεολαία βρίσκεται συσσωρευμένη ψυχική ύλη για μια πολιτισμική αναγέννηση της κοινωνίας, που η ΝΔ βυθίζει στην παρακμή του πελατειασμού, της αναξιοκρατίας, της απομάκρυνσης από το κεκτημένο των ανεπτυγμένων χωρών-προτύπων για την ελληνική νεολαία που είναι πέρα για πέρα ευρωπαϊκή.

Στο πλαίσιο αυτό, όμως, χρειάζονται ισχυρά σήματα προς τους νέους, προώθηση ζητημάτων και ικανοποίηση αιτημάτων που να τους καθιστούν σαφές ότι έχουν βρει έναν ισχυρό συμπαραστάτη στην προσπάθειά τους να φτιάξουν μια Ελλάδα στα μέτρα των ικανοτήτων τους. Σήματα, δηλαδή, ότι οι νέοι είναι πρωταγωνιστές. Ένα τέτοιο σήμα, για παράδειγμα ήταν η γενναία αύξηση της χρηματοδότησης για την έρευνα. Ένα αντίστοιχο ίσως να ήταν το βασικό εγγυημένο εισόδημα για όλους τους νέους και τις νέες μέχρι 29 ετών, χωρίς προϋποθέσεις, κάτι που θα απελευθέρωνε την εσωτερική δυναμική μιας γενιάς με όρους γενιάς. Φυσικά, υπάρχουν πολλές ιδέες. Μπορούμε, όμως, να τις βρούμε μόνο αν εμπιστευτούμε την προγραμματική μας φαντασία, πέρα από τη νοικοκυραίικη σοσιαλδημοκρατία.

 

Λείπει μια θεωρία κινήτρων

 

Πρέπει, επίσης, να κατανοήσουμε ότι η πολιτική είναι διαχείριση ανθρώπων και όχι πραγμάτων, και άρα τα προγράμματα δεν έχουν νόημα αν δεν στηρίζονται σε μια θεωρία κινήτρων, που να στοχεύει στην άντληση της ψυχικής διαθεσιμότητας. Όμως, στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο είναι αρκετά αξιόλογο, δεν είναι σαφές ποια κίνητρα μπορούν να οδηγήσουν τους ανθρώπους να συνδράμουν σε όλα όσα προτείνει, ενώ είναι προφανές ότι η εικαζόμενη απάντηση είναι τα οικονομικά συμφέροντα. Αλλά έτσι δεν δημιουργείται δυναμική αναγέννησης, που είναι αίτημα συνάμα πολιτικό και πολιτισμικό. Τι θα έχουμε καταφέρει άραγε αν κάνουμε όσα προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ; Ποιος είναι ο στόχος μας; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι «μια από τα ίδια», άνευρη. Ποιος μπορεί να είναι ο στόχος της αναγέννησης της Ελλάδας; Η πιο δημοκρατική κοινωνία; Η πιο οικολογική; Οι προγραμματικές δεσμεύσεις και οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ οδηγούν σε κάτι τέτοιο; Το ερώτημα αυτό αξίζει να μας απασχολήσει.

Δημήτρης Παπανικολόπουλος Ο Δημήτρης Παπανικολόπουλος είναι διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet