Φωτογραφία: Νικόλας Κοκοβλής

 

 

 

Τον Οκτώβριο του 2019 μετείχα, για τελευταία φορά ως πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σε μια συνάντηση δωρητών της διεθνούς κοινωνίας των πολιτών. Ένας από αυτούς, ίσως όχι ο πιο γνωστός, αλλά εξαιρετικά επιδραστικός και φοβερά ενημερωμένος με ρώτησε, ξέροντας πως είμαι Έλληνας: «έχει νόημα η βοήθεια της κοινωνίας των πολιτών στην Ελλάδα, η οποία φαίνεται πως θα καταλήξει σαν την Ουγγαρία;»

 

Θέμα χρόνου

 

Ομολογώ πως η ερώτηση με σόκαρε. Ένας ζάπλουτος ανθρωπιστής, του οποίου το ίδρυμα χρηματοδοτεί οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών ανά τον κόσμο, να μου λέει ωμά πως «η χώρα σου θα γίνει Ουγγαρία γι’ αυτό κι εγώ τα μαζεύω και φεύγω». Απάντησα ότι η νέα κυβέρνηση Μητσοτάκη πατάει σε δύο πυλώνες: ο ένας της παραδοσιακής λαϊκής δεξιάς παράταξης και ο άλλος του φιλελεύθερου ευρωπαϊκού κεντροδεξιού κατεστημένου, το οποίο με συνέπεια το κυβερνητικό κόμμα υπηρετεί στην Ελλάδα από την ίδρυσή του. Η Νέα Δημοκρατία είναι το ιστορικά κατεξοχήν φιλοευρωπαϊκό κόμμα στην Ελλάδα και με την έννοια αυτή, θα δυσκολεύουν να διανοηθώ πως το κόμμα του «Ευρώπη να’ ναι κι ό,τι να’ ναι» θα μπορούσε να μεταλλαχθεί σε μια καρικατούρα της εθνολαϊκιστικής Δεξιάς τύπου Όρμπαν. Για το λόγο αυτό θεωρούσα και θεωρώ εξάλλου ότι είναι απολύτως λάθος οι αριστερές αναγνώσεις της ΝΔ ως «ακροδεξιό» κόμμα. Η ΝΔ υπήρξε ανέκαθεν μια σύνθεση.

Ο συνομιλητής μου απάντησε ότι και ο Όρμπαν κάπως έτσι ξεκίνησε: ως μια ουγγρική παραλλαγή μετάβασης στη φιλελεύθερη δημοκρατία του μεταπολιτευτικού «ανήκομεν εις τη Δύση» και στο τέλος κατέληξε σε αυτό που είναι σήμερα. «Ο εκφασισμός, είπε, μιας κοινωνίας δεν γίνεται με πορεία προς την πρωτεύουσα. Αυτό έγινε άπαξ. Εκφασισμός είναι η βαθμιαία μετάλλαξη των υποκειμένων προς θέσεις που κάποτε και τα ίδια θα αποστρέφονταν. Ο Όρμπαν δεν είναι Μουσολίνι. Θυμώνει αν τον πεις φασίστα». Το ότι οι θέσεις του έχουν γεύση φασισμού δεν τον απασχολεί καν. Επομένως, συνέχισε ο συνομιλητής μου, «εφόσον τα πράγματα έρθουν έτσι και η Ελλάδα πιεστεί εκ νέου με τα δημοσιονομικά της ή κάτι άλλο, τότε είναι θέμα χρόνου το να γίνει Ουγγαρία», ο θυμός δηλαδή να μην διοχετευθεί στην αριστερή διαμαρτυρία, όπως έγινε προηγουμένως, αλλά στην δεξιά αναδίπλωση.

Το σημείο ιδεολογικής αιχμής της μετάλλαξης είναι το προσφυγικό και η ανάληψη από την Ελλάδα του ρόλου της φύλακα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της Συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας. «Από τη στιγμή που μια χώρα αναλαμβάνει το πολιτικό χρέος να διώχνει πρόσφυγες με τον κίνδυνο να πνιγούνε και να κάνει push backs υπό τα στραβά μάτια της ΕΕ, τότε είναι θέμα χρόνου ο ολοκληρωτικός ηθικός της εκφυλισμός». Στην τελευταία πρόταση συμφωνήσαμε και έκτοτε δεν τον ξαναείδα.

 

«Ασύμμετρος πόλεμος»

 

Δύο μήνες μετά, Νοέμβριο του 2019, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου βράζανε από την ένταση, αποτέλεσμα μιας κυνικής πολιτικής ευρωπαϊκής έμπνευσης και ελληνικής εφαρμογής. Όσοι φτάνουν στα νησιά μένουν εκεί ώστε να μη διανοηθεί κανείς ότι το ταξίδι είναι δυνατό να συνεχιστεί. Η διαχείριση του προσφυγικού καθίσταται για πρώτη φορά καυτή πατάτα για την νέα κυβέρνηση που εκλέχθηκε με την αφελή πεποίθηση ότι θα το «λύσει». Τον Φεβρουάριο 2020, είχαμε τα γεγονότα του Έβρου και το ελληνικό κράτος για πρώτη φορά θέτει σε αναστολή την εφαρμογή της Συνθήκης της Γενεύης για την προστασία των προσφύγων. Ο όρος «ασύμμετρος πόλεμος» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα συμβάντα. Η λέξη «πόλεμος» θα ξαναχρησιμοποιηθεί λίγο αργότερα πάλι.

Τα γεγονότα στον Έβρο μετέθεσαν το ενδιαφέρον από το Ανατολικό Αιγαίο στη Θράκη όπου η κυβέρνηση διήγαγε πολιτική νίκη. Εφεξής, το αδιέξοδο στα νησιά ξεχάστηκε και η κυβέρνηση έδρεπε τις δάφνες της σθεναρής πολιτικής που απέτρεψε την είσοδο των μεταναστών. Δεν έμελλε όμως να την χαρεί πολύ την Καθαρά Δευτέρα. Η πανδημία ήταν ήδη προ των πυλών.

 

Πάνδημοι περιορισμοί

 

Ενώ η ως το καλοκαίρι, η διαχείριση είχε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Σ. Τσιόδρα, μιας τεχνοκρατικής ταπεινοφροσύνης που ενέπνεε μια ηρεμία και σχετική εμπιστοσύνη, μετά το καλοκαίρι τα πράγματα αλλάξαν. Επιχειρησιακά και επικοινωνιακά, η κυβέρνηση εξαντλήθηκε. Θύμα των μεγάλων δυσκολιών στις οποίες ούτως ή άλλως σκόνταψε όλη η Ευρώπη, αλλά επιπλέον υπόλογος της δικής της έπαρσης και ιδεοληψίας, προσπάθησε να μπαλώσει τις τεράστιες τρύπες δίνοντας λεφτά στα φιλικά μέσα ενημέρωσης με την πρωτοφανή για τα δεδομένα μιας πλουραλιστικής δημοκρατίας «λίστα Πέτσα». Τα λεφτά πάντως δεν πήγανε στράφι: όταν, για παράδειγμα, έγιναν δύο φάουλ που σχετίζονταν άμεσα με τον ίδιο τον πρωθυπουργό, το ένα πιο ελαφρύ (η Πάρνηθα) και το άλλο βαρύτατο (το ικαριώτικο τσιμπούσι τη μέρα που αναγγέλλονταν σκληρότερα μέτρα) οι τηλεοράσεις το ξεπέρασαν με συνοπτικές διαδικασίες σαν business as usual. Τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά έντυπα του έδωσαν τη σημασία που του έπρεπε. Στην Ελλάδα, ωστόσο, τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια της χώρας καταλήγουν φιλοκυβερνητικότερα της δημόσιας τηλεόρασης – επίτευγμα αυτό! - και η τηλεοπτική ενημέρωση αποκτά χαρακτηριστικά κατηχητικής μονοφωνίας.

Την ίδια στιγμή, οι περιορισμοί των δικαιωμάτων των πολιτών με αιτία την πανδημία φαίνεται να αποκτούν ενδημικά χαρακτηριστικά. Για πρώτη φορά στη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, οι συναθροίσεις απαγορεύονται προληπτικά με απαγορεύσεις του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας. Ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας μας – όχι ένας τυχαίος μητροπολίτης - δηλώνει ανερυθρίαστα πως το «Ισλάμ δεν είναι θρησκεία είναι κόμμα», αλλά κανείς επίσημος δεν βγαίνει να καταδικάσει το λόγο του μίσους. Ούτε η Αριστερά! Η Εκκλησία μπορεί να λέει ό,τι νομίζει, οι υπόλοιποι όμως όχι: στα μέτρα κοινωνικής δικτύωσης στοχευμένες λογοκρισίες κάνουν την εμφάνισή τους ολοένα και πυκνότερα.

 

Μεταλλάξεις

 

Η επίκληση της πανδημίας γίνεται βολικό επιχείρημα για την υλοποίηση αλλότριων πολιτικών στόχων στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη. Η πανδημία ζορίζει τη δημοκρατία παντού. Η κυβέρνηση θέλει και να νομοθετεί κανονικά αλλά και να περιορίζει τα συνταγματικά δικαιώματα των ανθρώπων επικαλούμενη την έκτακτη ανάγκη. Με κλειστά πανεπιστήμια λοιπόν, νομοθετείται η στρατοπέδευση της Ελληνικής Αστυνομίας μέσα στα ΑΕΙ, σε ένα περιβάλλον όπου καθημερινά οι τηλεοράσεις τα παρουσιάζουν ως άνδρα ακολασίας. «Εκφυλισμένη ελίτ» αποκαλούν τους καθηγητές διάφοροι δημοσιολογούντες, μη κρύβοντας την αποστροφή τους για το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο και την «αριστερή ηγεμονία» σε αυτό, από την αρχή της Μεταπολίτευσης.

Και τέλος, έρχεται η απεργία πείνας του Δ. Κουφοντίνα. Από ένα τεχνικό, πεζό θέμα σωφρονιστικής πολιτικής, την μεταγωγή του, (αρμοδιότητας του συμβουλίου φυλακών ή της δικαιοσύνης) η απεργία καθίσταται μείζον επίδικο ιδεολογικής και πολιτικής διαίρεσης, ξύνοντας τις πληγές των απολιθωμένων διχασμών του 20ου αιώνα. Άκουγα προχθές στο ράδιο έναν πρώην τροσκιστή καθηγητή συνταγματικού δικαίου, να λέει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι 17 Νοέμβρη, όπως ακριβώς κάποτε η ΝΔ έλεγε ότι το ΠΑΣΟΚ είναι 17Ν. Μεταλλάξεις είπαμε…

 

Μία διέξοδος μένει

 

Η αντικειμενική αποτυχία στη διαχείριση της πανδημίας από επιχειρησιακής πλευράς (αυτή τη βδομάδα κλείνουμε ένα χρόνο από το πρώτο λοκντάουν) κακοφορμίζει σπέρνοντας την ανασφάλεια. Και η ανασφάλεια σπέρνει τον πανικό. Λογικό είναι. Η εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση δημοσκοπικά ραγίζει, ενώ η αντιπολίτευση δεν δείχνει να μπορεί να κεφαλαιοποιήσει τις κυβερνητικές απώλειες. Αν όμως οι δυσαρεστημένοι δεν πάνε αριστερά της κυβέρνησης, μια διέξοδος μένει.

Διαβάστε τα παραπάνω ως ανύποπτος παρατηρητής μιας τρίτης ευρωπαϊκής χώρας απέναντι στην οποία τρέφετε ουδέτερα συναισθήματα. Θα σκεφτόσαστε ποτέ ότι ο ανθρωπιστής καπιταλιστής τελικά μπορεί να είχε δίκιο; Ο ίδιος ο Όρμπαν πάντως είχε κάποια στιγμή δηλώσει: «πριν είκοσι-εφτά χρόνια, εδώ στην Κεντρική Ευρώπη πιστεύαμε ότι η Ευρώπη είναι το μέλλον μας. Τώρα νιώθουμε ότι εμείς είμαστε το μέλλον της Ευρώπης.»

Τα λόγια αυτά κατατρύχουν κάθε δημοκρατικό πολίτη που βλέπει την αυταρχική στροφή κρατών, όπως η Ελλάδα (και όχι μόνο, η Γαλλία είναι άλλο παράδειγμα) σε συνδυασμό με την ακροδεξιά εδραίωση στην Κεντρική Ευρώπη. Ο εκφασισμός είναι «μια διαδικασία χωρίς υποκείμενο», για να παραφράσω έναν σημαντικό γάλλο φιλόσοφο και να θυμηθώ τον ανθρωπιστή με τον οποίο ξεκίνησα. Η Ελλάδα, λοιπόν, δεν έχει γίνει Ουγγαρία. Είναι όμως στο σωστό δρόμο. Αν δεν αλλάξει κάτι στη ρότα της, αυτό που μέχρι πριν δύο χρόνια φαινόταν αλλόκοτο και ξένο, δεν φαίνεται πλέον εκτός προγράμματος. Κι ας φαίνεται υπερβολικό σε κάποιους... Αρκεί όμως να επαγρυπνούμε διότι, πώς το είπε ο Χατζηδάκις; «Όταν το πρόσωπο του τέρατος πάψει να μας τρομάζει, τότε πρέπει να φοβόμαστε γιατί αυτό σημαίνει ότι έχουμε αρχίσει να του μοιάζουμε.»

Δημήτρης Χριστόπουλος Ο Δημήτρης Χριστόπουλος είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet