Χάρτης κατανομής του πληθυσμού στην Πελοπόννησο στα τέλη της Επανάστασης. Πηγή: J-B.-G.-M. Bory de Saint-Vincent, Expédition Scientifique de Morée, Section des Sciences Physiques, Géographie, τ. II/1, Παρίσι-Στρασβούργο 1834. Σχεδίαση χάρτη και επεξεργασία δεδομένων Μιχάλης Φέστας (στο πλαίσιο του έργου «Το οικιστικό δίκτυο της Πελοποννήσου στα χρόνια της Επανάστασης» που εκτελείται από το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/ ΕΙΕ σε συνεργασία με το Κέντρο Έρευνας για της Ανθρωπιστικές Επιστήμες).

 

 

Αν η αναζήτηση των τομών και των συνεχειών αποτελούν δύο από τις προσφιλέστερες αναζητήσεις των ιστορικών, τότε οι επαναστάσεις συγκροτούν αναμφίβολα προνομιακά πεδία μελέτης. Γεγονότα κατεξοχήν συγκρουσιακά, οι επαναστάσεις δημιουργούν περισσότερες ρήξεις, άρα τομές, με το παρελθόν από τις συνέχειες που είναι πιθανό να εντοπίζονται. Πρόκειται για τομές ορατές, άρα άμεσα εντοπίσιμες. Η οριοθέτηση του εθνικού χώρου και η συγκρότηση ολότελα νέων πολιτικών θεσμών είναι ορισμένες από αυτές.

 

Στο βαθμό που κάθε επανάσταση δημιουργεί το δικό της χώρο, το ερώτημα σχετικά με το πόσο άλλαξε τον χάρτη η Επανάσταση του 1821 φαντάζει εύλογο. Εδώ, ο όρος χάρτης περιγράφει τη μελέτη τριών αλληλοεξαρτώμενων μεταβλητών: του χώρου, του πληθυσμού και των οικισμών. Οποιαδήποτε κι αν είναι η απάντηση σχετικά με το βαθμό μεταβολής του χάρτη στην Επανάσταση, το σίγουρο είναι ότι δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη, δεδομένου ότι τα όρια των τομών και των συνεχειών που εγγράφονται στις παραπάνω έννοιες είναι αν όχι δυσδιάκριτα, σίγουρα ρευστά.

Αρχικά ο χώρος. Αν δεχτούμε ότι ο χρόνος της γεωγραφίας χαρακτηρίζεται από συνέχειες, ο χώρος στη συγκεκριμένη του διάσταση, δηλαδή ως φυσική γεωγραφική ενότητα, δεν άλλαξε στα χρόνια της Επανάστασης. Εύστοχα εξάλλου έχει διατυπώσει η Ελένη Αντωνιάδη-Μπιμπίκου ότι «η γη διατηρεί περισσότερο ζηλότυπα από τους ανθρώπους τις μονιμότητές της». Δύο ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά του γεωγραφικά κατακερματισμένου απελευθερωμένου ελληνικού χώρου: το έντονο ορεινό ανάγλυφο, ιδίως στη Ρούμελη, αλλά και στο Μοριά, παράλληλα με την παρουσία ορισμένων πεδινών εκτάσεων και η νησιωτικότητα.

Σε αυτό το πλαίσιο, το σχεδόν ακίνητο φυσικό περιβάλλον, ιδιαίτερα στον ηπειρωτικό χώρο εξακολούθησε να θέτει στους ανθρώπους τους ίδιους καταναγκασμούς, αναφορικά με τους όρους εξάσκησης των οικονομικών τους δραστηριοτήτων (αγροτική παραγωγή και ημινομαδική κτηνοτροφία), την επικοινωνία και τις μεταφορές. Ορισμένα «τεχνικά έργα», (κυρίως διανοίξεις δρόμων) στην Πελοπόννησο στα τέλη της Επανάστασης, δεν επρόκειτο να αλλάξουν, παρά ανεπαίσθητα το γεωγραφικό χώρο και το φυσικό τοπίο, ενώ οι ελονοσιακοί πυρετοί που μάστιζαν τον πληθυσμό της υπαίθρου, δεν θα εξαλείφονταν παρά με την αποξήρανση και την αποστράγγιση των παραλίμνιων και παραποτάμιων περιοχών τον 20ό αιώνα.

 

Εθνοθρησκευτικές μεταβολές

 

Η διαφορά σε απόλυτους αριθμούς μεταξύ του πληθυσμού του νότιου ελληνικού χώρου, πριν και μετά την Επανάσταση υποδεικνύει πράγματι την ύπαρξη μιας τομής, παρά το γεγονός ότι ο χώρος εξακολούθησε να είναι κατά βάση αραιά κατοικημένος. Σχετικά ασφαλή στοιχεία για τον υπολογισμό του πληθυσμού προέκυψαν στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών της Καποδιστριακής διοίκησης το 1828-1830. Βάσει των διαθέσιμων πληθυσμιακών δεδομένων στα τέλη του Αγώνα καταγράφονται περίπου 162.000 ψυχές στα νησιά, 99.000 στη Στερεά και από 308.000 μέχρι 336.000 στην Πελοπόννησο. Πρόκειται για αριθμούς που αποτυπώνουν τάξεις μεγεθών και όχι απόλυτες τιμές. Ιδιαίτερα για το Μοριά, στα τέλη του Αγώνα, προτείνεται ο στρογγυλεμένος αριθμός των 400.000 κατοίκων και αυτός των αντίστοιχων απωλειών υπολογίζεται περίπου σε 40.000.

Το κόστος σε ανθρώπινες ζωές αφορά, τόσο σε Χριστιανούς, όσο κυρίως σε Μουσουλμάνους, οι οποίοι πριν την Επανάσταση κατοικούσαν κυρίως στα κάστρα του Μοριά και σε εντοπισμένους χωρικά οικιστικούς θύλακες. Πράγματι, με την κήρυξη του Αγώνα σημειώθηκε μια μαζική ενδοπελοποννησιακή μετακίνηση μουσουλμάνων στα οθωμανικά κάστρα. Τα γεγονότα της Τρίπολης τον Σεπτέμβριο του 1821 θα σηματοδοτούσαν τις αλλαγές που γνώρισε ο χάρτης της δημογραφικής κατανομής του πληθυσμού στη χερσόνησο. Στα τέλη της Επανάστασης δεν καταγράφεται μουσουλμανικός πληθυσμός στην Πελοπόννησο.

Από την άλλη, στο χώρο του Αιγαίου, οι προσφυγικές μετακινήσεις που έλαβαν χαρακτηριστικά μόνιμης εγκατάστασης μετέβαλαν την εθνοθρησκευτική και την παραγωγική συγκρότηση του χώρου. Η περίπτωση της Σύρου είναι η πλέον χαρακτηριστική. Πριν τον Αγώνα, ο πληθυσμός του νησιού, στη συντριπτική πλειονότητα καθολικός, ανερχόταν περίπου σε 4.000 κατοίκους και η οικονομία του νησιού ήταν κατά βάση αγροτοκτηνοτροφική. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης κατέφυγαν στο νησί περί τις 15.000 προσφύγων, οι οποίοι αρχικά εγκαταστάθηκαν στην Άνω Σύρο και το 1826 κατέβηκαν στην παραλία και δημιούργησαν τη νέα πόλη, την Ερμούπολη.

Υλική έκφραση της αγκίστρωσης του πληθυσμού στο χώρο αποτελεί το εκάστοτε οικιστικό δίκτυο. Παρά ταύτα, το απτό της υλικότητας, δεν εγγυάται την ασφαλή εξακρίβωση των συνεχειών και των τομών.

Η περίπτωση της Πελοποννήσου, για την οποία υπάρχει μια σχετικά ασφαλής τεκμηρίωση αναφορικά με τους οικισμούς της, υποδεικνύει ορισμένες ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Η ανασύσταση του οικιστικού χάρτη του Μοριά στην Επανάσταση και η σύγκρισή του με τον αντίστοιχο σημερινό, καταδεικνύει ότι το οικιστικό δίκτυο ως προς τις θέσεις και όχι ως προς τον πληθυσμό, ήταν εν πολλοίς διαμορφωμένο ήδη από την Επανάσταση.

 

Πολεοδομικά σχέδια για οκτώ πόλεις

 

Η Επανάσταση, αν και γεγονός κατεξοχήν πολεμικό, φαίνεται ότι δεν τροποποίησε ριζικά τον οικιστικό χάρτη της χερσονήσου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν καταστράφηκαν και δεν εγκαταλείφθηκαν χωριά ήδη στην Επανάσταση. Το περιορισμένο της έκτασης του φαινομένου δεν επηρέασε τη μεγάλη εικόνα του οικιστικού χάρτη. Το βασικό σχήμα που φαίνεται να επικρατεί τα ταραγμένα χρόνια του πολέμου σχετικά με την τύχη των οικισμών, είναι αυτό που μπορεί να περιγραφεί ως ενδιάμεσα καθεστώτα ερήμωσης. Με αυτή την έννοια, η συντριπτική πλειονότητα των οικισμών που πυρπολήθηκε, ανεξαρτήτως μεγέθους, κατοικήθηκε εκ νέου μετά την επιστροφή του πληθυσμού.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι δεν υπήρξαν καταστροφές, άρα τομές, στον οικισμένο χώρο, γεγονός που μπορεί να τεκμηριωθεί καλύτερα στην περίπτωση των πόλεων. Η Τριπολιτσά, η άλλοτε οθωμανική πρωτεύουσα του πασαλικιού του Μοριά, ισοπεδώθηκε κατά τη διάρκειά αποχώρησης του Ιμπραήμ το 1828. Η εκπόνηση ρυμοτομικού σχεδίου για την ανοικοδόμησή της θα σηματοδοτούσε το πέρασμα από τη μουσουλμανική-οθωμανική πόλη στη νεοελληνική. Στο πλαίσιο των πολιτικών του Καποδίστρια ολοκληρώθηκαν τα πολεοδομικά σχέδια για 8 πόλεις ακόμα: το Ναύπλιο, το Άργος, τη Βοστίτσα (Αίγιο), την Πάτρα, την Πύλο, την Κόρινθο, την Ιτέα – έως τότε επίνειο της Άμφισσας ή «Σκάλα των Σαλώνων» και το Λιδωρίκι.

Αν οι οικισμοί και ο πληθυσμός της Πελοποννήσου αναπαρίστανται στο χάρτη στατικά, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επιδέχθηκαν μεταβολές. Η συγκρότηση του ενιαίου εθνικά και οικονομικά χώρου θα ενέγραφε σε διαφορετικά πλαίσια δημογραφικά φαινόμενα που είχαν ξεκινήσει πριν την Επανάσταση, ήταν σε άμεση εξάρτηση με τον χώρο και θα διαρκούσαν ολόκληρο τον 19ο αιώνα. Σε αυτό το πλαίσιο, άμεσα συνυφασμένο με την κίνηση του πληθυσμού, το οικιστικό δίκτυο θα γνώριζε αναπροσαρμογές: μικρότεροι οικισμοί θα ενσωματώνονταν διοικητικά και πληθυσμιακά σε μεγαλύτερους, πρόσκαιρες αγροτικές εγκαταστάσεις θα μετατρέπονταν σε χωριά, νέοι οικισμοί θα δημιουργούνταν κυρίως στον πεδινό χώρο, ενώ άλλοι θα ερημώνονταν και θα εγκαταλείπονταν οριστικά.

Για ακόμα μια φορά, τα όρια του γεωγραφικού και του δημογραφικού χρόνου θα ήταν πιο διαπερατά από τις τομές των πολιτικών γεγονότων.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet