Η Ελληνική Επανάσταση εδραιώθηκε στις περιοχές της σημερινής νότιας Ελλάδας με μεγάλη ταχύτητα. Η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους, κατέστησαν πεδία μαχών και ναυμαχιών, ενώ ταυτόχρονα αποτέλεσαν την επικράτεια της επαναστατικής Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας. Το καθεστώς πολέμου που προέκυψε με την έναρξη της Επανάστασης δημιούργησε νέες ανάγκες: την οργάνωση της στρατολόγησης και του εφοδιασμού, καθώς και την αποτελεσματική διεύθυνση των επαναστατικών δυνάμεων, ανάγκες που αρχικά αντιμετωπίστηκαν από άτυπα διοικητικά όργανα σε τοπικό επίπεδο, προεκτάσεις των παλιών κοινοτικών θεσμών των χριστιανών υπηκόων της Αυτοκρατορίας.

 

Με τη σταδιακή στρατιωτική εδραίωση της επανάστασης, στον βαθμό που οι οθωμανοί κυρίαρχοι εκδιώκονταν, ιδιαίτερα μετά από την κατάληψη του οθωμανικού διοικητικού κέντρου της Πελοποννήσου, της Τριπολιτσάς, από τις επαναστατικές δυνάμεις (23.9.1821), αναδείχθηκε ως κεντρικό το ζήτημα της συγκρότησης εθνικών πολιτικών θεσμών, της ονομαζόμενης Εθνικής Διοίκησης, προκειμένου να οργανωθεί η «εν επαναστάσει» επικράτεια. Η διαδικασία αυτή διερχόταν μέσα από τη σύγκληση εθνοσυνέλευσης, την ψήφιση συντάγματος, την ίδρυση και οργάνωση θεσμών αντιπροσώπευσης, ορίζοντας έτσι την αρχή της Α΄ Ελληνικής Δημοκρατίας.

Με βάση τα επαναστατικά συντάγματα οι παραστάτες (βουλευτές), τα μέλη δηλαδή του Βουλευτικού Σώματος, και οι πληρεξούσιοι των εθνοσυνελεύσεων εκλέγονταν από τους έλληνες πολίτες. Η εκλογή γινόταν βάσει του θεσμικού πλαισίου που η επαναστατική Διοίκηση θέσπισε: τον εκλογικό νόμο του 1822 με τις διαδοχικές αναθεωρήσεις του (1823) και τους νόμους για την οργάνωση επαρχιακού διοικητικού συστήματος.

 

Από τους προεστούς στους παραστάτες

 

Η διαδικασία εκλογής ορίστηκε από τον εκλογικό νόμο: η εκλογή ήταν έμμεση με την επιλογή, αρχικά, «ευυπολήπτων γερόντων» ανά χωριό, οι οποίοι στη συνέχεια θα συγκεντρώνονταν στην πρωτεύουσα της επαρχίας, για να προβούν στην εκλογή εκλεκτόρων, και, τέλος, την, σε επίπεδο επαρχίας, εκλογή των παραστατών από τους εκλέκτορες. Η διαδικασία έμμεσης εκλογής αντλεί στοιχεία από τις προεπαναστατικές πραγματικότητες του κοινοτισμού, κυρίως από τον τρόπο που είχε διαμορφωθεί το κοινοτικό σύστημα, σε τρεις επάλληλους βαθμούς, στην Πελοπόννησο.

Στο οθωμανικό πλαίσιο οι προεστοί, οι κοινοτικές αυθεντίες, εκπροσωπούσαν έναντι της αυτοκρατορικής διοίκησης την «πατρίδα» τους, δηλαδή τον καζά τους (οθωμανική επαρχία). Εδώ μπορούμε να εντοπίσουμε και την πρώτη μείζονα διαφοροποίηση. Οι παραστάτες, εκλεγμένοι από την επαρχία τους, δεν αντιπροσώπευαν αποκλειστικά αυτήν, αλλά ήταν αντιπρόσωποι του έθνους, μέλη της εθνικής βουλής, η οποία αποφάσιζε και νομοθετούσε κατά πλειοψηφία.

Ένα παρεμφερές ζήτημα: ποιος είχε το δικαίωμα ανάκλησης ενός παραστάτη; Με βάση τον «οργανικό νόμο», το σύνταγμα της Προσωρινής Διοίκησης, αρμόδιο για την αποπομπή ενός παραστάτη ήταν το ίδιο το Βουλευτικό Σώμα, και μόνον αν ο παραστάτης είχε διαπράξει εγκληματικές πράξεις. Έτσι στα 1823, όταν οι κάτοικοι της επαρχίας Σαλώνων (Άμφισσας) ζητούσαν την ανάκληση του παραστάτη τους και την αντικατάστασή του από άλλον που οι ίδιοι είχαν επιλέξει, το Βουλευτικό απάντησε αρνητικά στο αίτημά τους, σημειώνοντας πως οι παραστάτες δεν είναι καπικεχαγιάδες (εκπρόσωπος, διαχειριστής), πως έχουν θητεία ετήσια και μόνο αρμόδιο για την τυχόν αποπομπή τους είναι το ίδιο το σώμα.

 

Καθολική ανδρική ψηφοφορία

 

Απόρροια της παράδοσης του κοινοτισμού είναι, επίσης, η υιοθέτηση από την επαναστατική Διοίκηση της καθολικής ανδρικής ψηφοφορίας. Ήδη στις πρώτες συζητήσεις για την οργάνωση εθνικής βουλής το καλοκαίρι του 1821 προέκυψε η σύγκρουση μεταξύ των ηγετικών στελεχών της Φιλικής Εταιρείας, με επικεφαλής τον Δημήτριο Υψηλάντη, και των τοπικών αρχηγεσιών της Πελοποννήσου για τη μορφή του αντιπροσωπευτικού θεσμού και τον τρόπο ανάδειξης των μελών του. Έτσι, οι πρόκριτοι επέμεναν στην καθολική ανδρική ψηφοφορία («ο λαός εκάστης επαρχίας των τε χωρίων και της πολιτείας αυτής»), απαραίτητο εργαλείο στα χέρια τους για την πολιτική και εξουσιαστική τους αναπαραγωγή, σε αντίθεση με τον Δ. Υψηλάντη που προέκρινε την εκλογή μέσω των «εγκριτωτέρων» κάθε επαρχίας. Η κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας για τους άρρενες που έφεραν το δικαίωμα του πολίτη αποτέλεσε κληρονομιά της Α΄ Ελληνικής Δημοκρατίας στον υπόλοιπο 19ο αιώνα, την οποία πρέπει να λαμβάνουμε υπ’ όψιν μας, όταν συζητούμε για τον πρώιμο κοινοβουλευτισμό στο ελληνικό κράτος.

Ο τρόπος που διενεργούνταν στην πράξη οι εκλογές ανά επαρχία, τα κατά τόπους προβλήματα, οι τοπικοί πολιτικοί ανταγωνισμοί, καθώς και η αντίδραση της επαναστατικής διοίκησης στις περιπτώσεις που αμφισβητείτο η εγκυρότητα της εκλογής κάποιου αντιπροσώπου, αποτελούν ανοικτά ζητήματα της έρευνας. Ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα της πληρέστερης σύνδεσης αυτών των διαδικασιών και του τρόπου που αυτές διαμορφώθηκαν σε σχέση με την ανάπτυξη των εμφύλιων συγκρούσεων στα χρόνια 1823-1825. Αφαιρετικά, οι εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ των συνεχώς αναδιαμορφούμενων πολιτικών μερίδων έθεταν ως επίδικό τους τη διεύθυνση του Αγώνα, δηλαδή τον έλεγχο των κεντρικών πολιτικών και διοικητικών θεσμών. Οι συγκρούσεις αυτές κάποτε αποτυπώνονταν σε τοπικό επίπεδο μέσα από αντιπαραθέσεις, κάποτε βίαιες, κατά τη διαδικασία εκλογής παραστατών, με τελικό στόχο τη συμμετοχή στον κεντρικό αντιπροσωπευτικό θεσμό, το Βουλευτικό Σώμα.

Μια, ακόμη, διαφοροποίηση από το οθωμανικό παρελθόν αποτελεί η διαδικασία της εξέλεγξης. Τη νομιμότητα της εκλογής ενός παραστάτη την έλεγχε το ίδιο το Βουλευτικό μέσα από ειδικά διορισμένες γι’ αυτόν τον σκοπό βουλευτικές επιτροπές. Η διαδικασία, προϊόντος του χρόνου, απέκτησε σαφέστερο σχήμα. Πάντως, αυτό που έχει σημασία εδώ είναι πως ο ίδιος ο αντιπροσωπευτικός θεσμός είχε την αρμοδιότητα να εγκρίνει ή να απορρίπτει έναν παραστάτη ύστερα από τον έλεγχο των εγγράφων που είχαν παραχθεί κατά την εκλογική διαδικασία. Αυτή η αρμοδιότητα του σώματος αποτέλεσε παράγοντα που θεμελίωνε περαιτέρω την ισχύ του, ενώ διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, αφού ο έλεγχος του κύρους των βουλευτικών εκλογών ανατέθηκε σε ειδικό δικαστήριο, το εκλογοδικείο, μόλις με τη συνταγματική αναθεώρηση του 1911.

Μία από τις ευχέρειες των ιστορικών είναι η εκ των υστέρων γνώση της εξέλιξης των γεγονότων. Συχνά η γνώση αυτή έχει ως αποτέλεσμα μια στρεβλή ανάγνωση των γεγονότων υπό ευθύγραμμη οπτική. Σε μια τέτοια ανάγνωση η σύγκληση της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, η ψήφιση του πρώτου εκλογικού νόμου, η οργάνωση των εκλογικών διαδικασιών αντιμετωπίζονται ως δεδομένα. Ξαναδιαβάζοντάς τα, ωστόσο, εύκολα κατανοούμε ότι ήταν γεννήματα μιας επανάστασης, με αβέβαιη εξέλιξη και καθόλου αυτονόητα.

 

Το 2019 εκδόθηκε από το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων το απομνημόνευμα του Αρτέμη Μίχου, «Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826)», στη σειρά Κείμενα Μνήμης αρ. 1, στο οποίο είχε αναλάβει τη συγγραφή μελέτης και την επιμέλεια από κοινού με την Μαρία Ευθυμίου.

Το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ έχει δημιουργήσει σε συνεργασία με τη Βιβλιοθήκη της Βουλής και το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων την ψηφιακή πλατφόρμα representatives1821.gr με υλικό που αφορά τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς και τους βουλευτές των χρόνων της ελληνικής επανάστασης.

Βαγγέλης Σαράφης Ο Βαγγέλης Σαράφης είναι υποψήφιος δρ Ιστορίας στο ΕΚΠΑ και συνεργάτης του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet