Η Ιταλία, εξακολουθεί να βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα, παρά την αισιοδοξία των Βρυξελλών και μεγάλου μέρους της πολιτικής εξουσίας έπειτα από την ανάληψη δράσης της νέας κυβέρνησης. Το τρίτο κύμα της πανδημίας σαρώνει εδώ και μέρες πλέον τη χώρα, ξεπερνώντας τους 100.000 νεκρούς λόγω COVID-19. Σύμφωνα με στοιχεία του Ιταλικού Ινστιτούτου Στατιστικής, τραγική είναι η διαφορά για το 2020 μεταξύ θανάτων και γεννήσεων, με τους θανάτους να υπερβαίνουν τις γεννήσεις κατά 350.000, κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί από την εποχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στο μέτωπο της εργασίας καταγράφονται 500.000 λιγότεροι εργαζόμενοι, εκ των οποίων οι 300.000 είναι γυναίκες, ενώ αυξάνεται η ακραία φτώχεια κατά 1.000.000 άτομα σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Στη μάχη των εμβολίων, η ιταλική κυβέρνηση έδειξε την «αλληλεγγύη» της, απαγορεύοντας την εξαγωγή προς την Αφρική και την Αυστραλία εμβολίων της AstraZeneca που έχουν παραχθεί στην Ιταλία, δείχνοντας το δρόμο της απαγόρευσης στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Δείγματα γραφής

 

Πολλές οι προσδοκίες έναντι της κυβέρνησης. Όμως, ορισμένες επιλογές της δημιουργούν αμφιβολίες ακόμη και σε κάποιους από τους θερμότερους υποστηρικτές της. Όπως, για παράδειγμα, η ανάθεση της εκστρατείας εμβολιασμού όχι σε έναν γιατρό, αλλά στον Φραντσέσκο Πάολο Φιλιουόλο, έναν στρατηγό με θητεία στο Αφγανιστάν και στο Κόσοβο, ή η επιλογή δύο οικονομικών συμβούλων, του Φραντσέσκο Τζιαβάτσι και της Σερένα Σιλεόνι. Ο πρώτος ήταν φανατικός υποστηρικτής της «επεκτατικής λιτότητας» και το 2015 είχε την άποψη ότι «άξιζε στην Ελλάδα αυτό που έπαθε», ενώ η δεύτερη είναι «senior fellow» του ακραία νεοφιλελεύθερου κέντρου μελετών Μπρούνο Λεόνι και οπαδός των ιδιωτικοποιήσεων και της απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας, γιατί «θα πρέπει να αφαιρεθούν τα χαλινάρια από την αγορά». Αυτοί οι δύο θα ασχοληθούν με την κατανομή των κονδυλίων του Recovery Plan, μαζί με τη διεθνή συμβουλευτική εταιρεία Mc Kinsey, γνωστή από μια υπόθεση που ανέλυσαν πρόσφατα οι New York Times, δηλαδή την καταβολή 600 εκατομμυρίων δολαρίων, για να κλείσει μια δικαστική διαδικασία σε βάρος της, επειδή, με τη συμβουλευτική της δραστηριότητα είχε στόχο να αυξήσει τις πωλήσεις ενός φαρμάκου που περιείχε επικίνδυνα οπιούχα. Μάλιστα, η φαρμακευτική εταιρεία, στην οποία η Mc Kinsey παρείχε τις συμβουλές της, είχε παραδεχτεί την ενοχή της.

 

Αναταραχές στα κόμματα

 

Παράλληλα, συνεχίζεται η αναταραχή στα κόμματα που συμμετείχαν στην προηγούμενη κυβέρνηση, με τους 5 Αστέρες να βρίσκονται σε κρίση, με διαγραφές και αποχωρήσεις, ενώ αρχίζει να διαφαίνεται η πιθανότητα ορισμού του πρώην πρωθυπουργού Τζουσέπε Κόντε ως επικεφαλής του Κινήματος. Σε δημοσκόπηση της εταιρίας SWG εμφανίζεται το Κίνημα 5 Αστέρων με ηγέτη τον Κόντε να λαμβάνει το 22% στην πρόθεση ψήφου, το Δημοκρατικό Κόμμα 14%, η Λέγκα πρώτη με 22,3% και οι ακροδεξιοί Αδελφοί της Ιταλίας 16,1%.

Η μεγαλύτερη, όμως, αναταραχή υπάρχει στο Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο πληρώνει τις τριαντάχρονες επιλογές του. Ο γραμματέας του, Νικόλα Τζινγκαρέτι, ανακάλυψε ξαφνικά ότι το κόμμα του «ασχολείται μόνο με καρέκλες» και έφθασε στο σημείο να παραιτηθεί, λέγοντας «ντρέπομαι για το κόμμα μου». Μίλησε και ο Ακίλε Οκέτο, ο πρωτεργάτης της μετάλλαξης του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, για να πει ότι αυτή η φράση του υπό παραίτηση γραμματέα «είναι μια ηθική εξέγερση, ο βασιλιάς είναι γυμνός» και θυμήθηκε ότι «ήρθε η ώρα να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα για το δράμα του ρόλου της αριστεράς».

Μεγάλη αγανάκτηση προκάλεσε στις τάξεις του Δημοκρατικού Κόμματος η τοποθέτηση ενός από τους ιδρυτές του κινήματος της Σαρδέλας, του Ματία Σαντόρι, ο οποίος δήλωσε ότι το ΔΚ είναι ένα «τοξικό κόμμα» και γι’ αυτό δέχτηκε πλήθος προσωπικών επιθέσεων από διάφορα στελέχη.

 

Η συζήτηση για την αριστερά

 

Με την ευκαιρία της κρίσης ενός κόμματος που δηλώνει κληρονόμος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος εδώ και τριάντα χρόνια, απαξιώνοντας ταυτόχρονα την κληρονομιά του, επανέρχεται στην Ιταλία η συζήτηση για την αριστερά, για το ρόλο της και για την αναγκαία δομική της ανασύσταση. Άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για ένα κόμμα που αποτέλεσε τροχοπέδη για κάθε νέα αριστερή αναζήτηση, αναφέροντας την αριστερά μόνο όταν ήθελε να καλοπιάσει τα απομεινάρια του πάλαι ποτέ κραταιού PCI στο ακροατήριο και στα μέλη του, ενώ, ουσιαστικά, οι διάφοροι κομματάρχες ενδιαφέρονταν για τις οργανώσεις μόνο ως εκλογικό μηχανισμό, χρήσιμο για την αναρρίχησή τους.

Επανέρχεται και η προφητική φράση του στελέχους της αριστεράς Φάμπιο Μούσι, όταν στο ιδρυτικό συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος, το 2007, πριν αποχωρήσει, ρώτησε: «Σύντροφοι, πού πάτε;» και συνέχισε λέγοντας: «Νομίζω ότι ακολουθείτε ένα δρόμο που δεν οδηγεί την αριστερά στην ανανέωσή της, όπως είναι ριζικά αναγκαίο, αλλά στο χαμό της».

Είναι ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς την πορεία της Ιταλίας, που εξακολουθεί να αποτελεί ένα πολιτικό εργαστήρι για καλό, αλλά και για κακό. Αυτό υποστηρίζει και ο φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν, συμπληρώνοντας ότι «η διάγνωσή μας για μια οριστική παρακμή της εποχής των αστικών δημοκρατιών επιβεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση. Μένει να δούμε μέχρι πότε η αναστολή της πολιτικής και η έκτακτη ανάγκη ως κυβερνητικό παράδειγμα θα μπορέσουν να διαρκέσουν, χωρίς να πάρουν μια διαφορετική μορφή από τον υγειονομικό τρόμο πάνω στον οποίο βασίζονται μέχρι τώρα».

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet