Από το Αριστοτέλειον στη Θεσσαλονίκη και το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης στην Αθήνα, η πολυβραβευμένη παράσταση «Ιστορία χωρίς όνομα» του Στέφανου Δάνδολου σε σκηνοθεσία Κώστα Γάκη συνεχίζει να συγκινεί το κοινό μέσω της ψηφιακής οδού και του viva.gr. H Ανθή Φουντά και ο Κώστας Γάκης μέσω της θεατρικής τους διασκευής παρουσιάζουν μέσα σε 115 λεπτά τον θυελλώδη έρωτα της Πηνελόπης Δέλτα και του Ίωνα Δραγούμη. Ο Κώστας Γάκης μεταφέρει τους θεατές στο παρελθόν με ρεαλιστικότητα, όπου ως παρατηρητές συναντούν την σπουδαία συγγραφέα Πηνελόπη Δέλτα, για να τους θυμίσει τη σημασία του έρωτα, του φωτός και της μνήμης.

Με αφορμή τις ψηφιακές παραστάσεις του έργου, που ολοκληρώνονται στις 21 Μαρτίου, η ηθοποιός Μαρία Παπαφωτίου αφηγείται στην «Εποχή» το ταξίδι της Πηνελόπης Δέλτα προς το αέναο φως της ζωής.

 

Στην Ιστορία χωρίς όνομα υποδύεστε την Πηνελόπη Δέλτα. Δεδομένου ότι μιλάμε για ένα υπαρκτό πρόσωπο, πώς προσεγγίσατε το ρόλο σας;

Το να προσπαθείς να κάνεις τον ήρωα που ενσαρκώνεις ως είναι, να αποκωδικοποιήσεις τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά και με έναν τρόπο να τον «μιμηθείς» είναι πολύ μεγάλη παγίδα. Φυσικά θα εμβαθύνεις στον ρόλο, αυτή είναι η δουλειά του ηθοποιού. Είπα ότι μόνο ενεργειακά μπορούμε να συναντηθούμε, δηλαδή μόνο εάν προσπαθήσω να «ενσαρκώσω» την αίσθηση που μου άφησε το βιβλίο, θα είναι κάτι αξιόλογο που θα μπορέσει να φθάσει στους θεατές και να τους συγκινήσει. Οπότε περπάτησα μόνο με το βιβλίο. Δεν έκανα έρευνα στην άπειρη βιβλιογραφία που υπάρχει. Ήταν τόσο έντονη η αίσθηση που μου είχε αφήσει το βιβλίο του Στέφανου Δάνδολου και αποφάσισα να αφεθώ σε αυτό εντελώς ενστικτωδώς. Νομίζω ότι ήταν μια πάρα πολύ σωστή απόφαση, την οποία την στήριξαν και όλοι οι υπόλοιποι. Την στήριξε και ο Κώστας Γάκης και την ενίσχυσε πολύ ο Στέφανος Δάνδολος. Ο Κώστας και ο Στέφανος είναι πολύ μαγικός συνδυασμός γι’ αυτό που τελικά έγινε και εννοείται ότι στηρίχθηκε και από τον θίασο και τους συναδέλφους συμπρωταγωνιστές, τον Τάσο Νούσια και την Μπέτυ Λιβανού, που με βοήθησαν πολύ στο πώς χτίζεις ένα ρόλο βαρυσήμαντο. Δεν το είχα ξανακάνει με αυτόν τον τρόπο.

 

Τι σας γοήτευσε περισσότερο στον ρόλο και την προσωπικότητα της Πηνελόπης Δέλτα μέσα από τις σελίδες του βιβλίου;

Αυτό που σίγουρα με γοήτευσε πολύ ήταν το κομμάτι της τόλμης που έχει. Είναι τολμηρή επί της ουσίας, απέναντι στο συναίσθημά της. Αναγνωρίζει τι αισθάνεται και το εξαντλεί, το ακολουθεί. Στους δικούς μας καιρούς νομίζω συμβαίνει το ανάποδο. Κοντράρουμε περισσότερο τα συναισθήματά μας και τα θάβουμε, δεν τα φανερώνουμε και δεν διεκδικούμε μια ζωή μαζί με αυτά. Αυτό το κομμάτι του χαρακτήρα της, η τόλμη, ήταν κάτι το καταπληκτικό. Όπως επίσης και η τελική έκβαση. Μοιάζει ότι ο έρωτάς της με τον Ίωνα «δεν τα κατάφερε», εγώ νομίζω ότι τα κατάφερε. Παρόλο που δεν έμειναν μαζί, κατάφεραν να συναντηθούν σε κάτι πολύ ουσιαστικό και βαθύ. Υπάρχει και μια ολόκληρη παραφιλολογία και διχογνωμία εάν αυτοί οι δύο κατέληξαν στον σαρκικό έρωτα ή όχι, αλλά νομίζω ότι αυτό έχει πολύ μικρή σημασία για δυο ανθρώπους που συναντήθηκαν τόσο έντονα ψυχικά.

 

Το 1941, όταν τα γερμανικά στρατεύματα εισέρχονται στην Αθήνα, η Πηνελόπη Δέλτα αποφασίζει να δώσει τέλος στη ζωή της. Πώς σχολιάζετε αυτήν την πράξη αυτοχειρίας; Μια λύτρωση ή μια επανάσταση;

Και τα δύο, σίγουρα. Ήταν κομψοτέχνημα αυτό που είχε κάνει στη ζωή της για να καταλήξει εκεί. Φαινόταν δηλαδή ότι θα έπαιρνε μια τέτοιου είδους απόφαση στο τελικό «δια ταύτα», μιας και η ίδια ήταν πάρα πολύ άρρωστη. Έπασχε από ένα αυτοάνοσο που δεν είμαστε σίγουροι ποιο ήταν ακριβώς, αλλά ήταν πολύ άρρωστη. Επίσης υπέφερε ψυχικά από πάρα πολλά πράγματα που επίσης δεν είμαστε σίγουροι τι ήταν ακριβώς, που μπορεί να ακουμπάνε και λίγο τη διπολική διαταραχή. Έζησε μια ζωή τρομερού αγώνα και νομίζω ότι το τέλος της ήταν, τη δεδομένη στιγμή που έγινε, πολύ εμβληματικό σε σχέση με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Είμαστε σε άλλα χρόνια και δεν μπορούμε καθόλου να διανοηθούμε ότι μπορεί ένας άνθρωπος να ενεργήσει απέναντι στον ζυγό τόσο ακραία. Δεν μπορούμε να το δούμε ως πράξη επανάστασης. Το βλέπουμε μολυσμένο από τη δική μας εποχή, όπου λείπει η επαναστατική διάθεση, οπότε δεν θα μπορούσαμε ποτέ να έρθουμε σε μια ταύτιση μαζί της. Σήμερα, θα πούμε: μα καλά είναι δυνατόν, μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα και αυτοκτόνησε; Ενώ είναι μια ολόκληρη ιστορία τι συνέβαινε εκείνα τα χρόνια και πώς οι άνθρωποι όριζαν τη ζωή τους μέσα από τις πολιτικές τους πράξεις και από τον αγώνα τους για τα κοινά και για τα πολιτικά τους ιδεώδη.

 

Δεδομένου ότι διανύουμε το επετειακό έτος των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, τι σημαίνει για εσάς επανάσταση;

Κατά τη γνώμη μου, βρισκόμαστε σε μια πολύ αντιεπαναστατική περίοδο της σύγχρονης ιστορίας. Νομίζω ότι κανένα θέμα δεν ακουμπιέται με θάρρος και αυτοθυσία. Υπάρχει μια απολιτίκ διάθεση, ακόμα κι αν υπάρχουν κάποια ξεσπάσματα και κάποια σπαράγματα αντίδρασης και αγωνιστικότητας. Είναι σπαράγματα, δεν είναι πραγματικός αγώνας ο οποίος βαθαίνει. Υπάρχει, λοιπόν, αυτή η απολιτίκ κατάσταση ειδικά στη δικιά μας τη γενιά, το οποίο κάπως με θλίβει, γι’ αυτό και δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν τα τρομερά, οριακά κοινωνικά φαινόμενα που ζούμε. Ζούμε καταστάσεις ακραία αντισυνταγματικές κατά καιρούς και σε περιπτώσεις και εμείς ξεσπάμε μόνο παροξυσμικά, δηλαδή δεν έχουμε ουσιαστική επιχειρηματικότητα στη δράση μας, δεν έχουμε συντεταγμένη δράση η οποία προκύπτει από πολιτικά ιδεώδη για τα οποία αγωνιζόμαστε και πιστεύουμε. Είναι μια περιοχή ατομικών συμφερόντων που κατά καιρούς και κατά τύχη γίνονται και λίγο πιο συλλογικά, αλλά κατά βάση στο κέντρο παραμένει μόνο το άτομο. Χάνεται η έννοια της συλλογικότητας στα χρόνια που ζούμε. Νομίζω ότι η πραγματική επανάσταση μοιάζει μια πολύ μακρινή ιδέα. Ο καθένας ίσως κάνει μια επανάσταση προσωπική, απλώς πάντα η επανάσταση στη δική σου ζωή, στον δικό σου περιορισμένο βίο, πρέπει να συνδέεται οπωσδήποτε με τη συλλογική κατάσταση των πραγμάτων.

 

Στον απολογισμό της ζωής της Πηνελόπης Δέλτα, τι σημαίνει για εκείνη: μνήμη, φως και σκοτάδι;

Σε εκείνη την εποχή, το κομμάτι της μνήμης το είχαν πολύ τιμημένο και ανεπτυγμένο. Και με υγεία. Όχι όπως τώρα που έχουμε παρελθοντολαγνεία. Καταλάβαιναν ότι είναι τα παράσημα που φέρνουμε για πάντα μέσα στη ζωή μας, το κληροδότημά μας, η παράδοσή μας, η πραγματική κληρονομιά μας. Τη μνήμη την σέβονταν, την καλλιεργούσαν, την στήριζαν. Αυτό η ίδια το έκανε πάρα πολύ. Ωστόσο, νομίζω ότι μπαινόβγαινε συνέχεια στο φως και στο σκοτάδι. Η Πηνελόπη Δέλτα κατέληξε στο φως και έτσι καταλήγει και η παράστασή μας. Η τελευταία λέξη της παράστασης είναι «φως». Νομίζω καθόλου τυχαία ότι μέσω της διασκευής που έκανε ο Κώστας με την Ανθή, έπιασαν την πεμπτουσία του τι ήθελε να πει αυτή η γυναίκα.

 

Σε μια δύσκολη περίοδο όπως αυτή που βιώνουμε παγκοσμίως, μπορούμε να πιστεύουμε ακόμα στο φως;

Είναι λίγο υποχρεωτικό να πιστεύουμε στο φως. Έχουμε και λίγο καθήκον να πιστεύουμε, γιατί έχουμε και την ευθύνη των επόμενων γενεών, του τι θα αφήσουμε πίσω μας. Οι δυσκολίες υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα. Νομίζω ότι φως είναι να προσπαθείς να καθαρίσεις τον εαυτό σου και τις δράσεις σου από τις κακές προθέσεις. Να είναι μόνο καλές οι προθέσεις σου και να παραμένεις στην απόλυτη συνειδητότητα ότι πρέπει πάντα να στρέφεσαι προς το συλλογικό συμφέρον και όχι προς το ατομικό γιατί είναι εντελώς μάταιο και δεν θα καταλήξει πουθενά. Οπότε έχουμε πολύ μεγάλο όφελος να κυνηγήσουμε το φωτεινό κομμάτι και ειδικά οι καλλιτέχνες ακόμη μεγαλύτερο, μιας και ουσιαστικά είναι εκείνο που σημαίνει μάλλον ο όρος καλλιτέχνης. Είναι αυτός που πρέπει να ξεπεράσει το μέτριο και τετριμμένο και παρά τις δυσκολίες και τα αγκάθια, να βρει τρόπο προς την επιβίωση, να βρει τρόπο να προτείνει το κάτι παραπάνω. Έχει συνέχεια μια πολύ μεγάλη ανάγκη τα πράγματα να βγουν από το καθημερινό και τη ρουτίνα, να τα πάει παρακάτω.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet