Η τηλεόραση είναι ένα μέσο το οποίο –με τα υπέρ και τα κατά του– αποτελεί την καθημερινή παρέα για εκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο.

Τους τελευταίους μήνες με την καραντίνα και τις ατελείωτες ώρες παραμονής στο σπίτι, μαζί με το διάβασμα και την παρακολούθηση ταινιών από τα συνδρομητικά κανάλια και τις διάφορες πλατφόρμες, έχει αυξηθεί και η παρακολούθηση τηλεοπτικών προγραμμάτων.

Για το λόγο αυτό νομίζω πως αξίζει να ασχοληθούμε με κάποια τηλεοπτικά προγράμματα τα οποία προσωπικά θεωρώ αξιόλογα. Άλλωστε και η τηλεόραση, όπως και ο κινηματογράφος, ανήκουν στην κατηγορία των οπτικοακουστικών μέσων και ως τέτοια μπορούν να τύχουν και της ανάλογης κριτικής. Ιδίως όταν πρόκειται για σίριαλ τα οποία γυρίζονται με τους κανόνες των κινηματογραφικών ταινιών.

Συγκεκριμένα θα αναφερθώ σε δύο σίριαλ της ελληνικής τηλεόρασης τα οποία παρακολουθώ συστηματικά και θεωρώ πως αξίζουν κριτικής προσέγγισης. Πάντοτε, βέβαια, με τον κίνδυνο κάποια άλλα να αδικηθούν, επειδή δεν έτυχαν της προσοχής του γράφοντος.

 

Το πραγματικό Διαφάνι είναι ένα παραθαλάσσιο χωριό το οποίο βρίσκεται στη ΒΑ Κάρπαθο. Ουδεμία γεωγραφική σχέση, δηλαδή, με το Διαφάνι, το φανταστικό χωριό που βρίσκεται στο θεσσαλικό κάμπο, κοντά στη Λάρισα, το οποίο είναι δημιούργημα των σεναριογράφων του επιτυχημένου σίριαλ «Άγριες μέλισσες».

Η σειρά διανύει ήδη τη δεύτερη θριαμβευτική της σεζόν στον ΑΝΤ1. Τον Οκτώβριο του 2019, λίγο μετά από τα πρώτα επεισόδια –ξεκίνησε στις 29 Σεπτεμβρίου 2019–, σε ανάρτησή μου στο φέις μπουκ είχα γράψει: «Όσοι αγαπούμε το σινεμά δεν ενθουσιαζόμαστε με την αισθητική της τηλεόρασης. Όμως όταν υπάρχουν σειρές όπως οι "Άγριες μέλισσες", που ικανοποιούν με το παραπάνω την αισθητική μας, τότε δεν έχουμε παρά να είμαστε ευχαριστημένοι!». Και μέχρι αυτή τη στιγμή, ενάμιση χρόνο μετά, η άποψή μου παραμένει η ίδια!

Η ιστορία διαδραματίζεται κατά τις δεκαετίες 1950-1960. Όλα ξεκινούν με ένα φονικό και έχουν ως επίκεντρο τη διαμάχη της οικογένειας του μεγαλοκτηματία Δούκα Σεβαστού με τις αδελφές Ελένη, Ασημίνα και Δρόσω Σταμίρη. Από εκεί και μετά, βέβαια, συμβαίνουν πολλά και διάφορα. Χαρακτήρες εμπλέκονται, προστίθενται κι αφαιρούνται και συμβαίνουν διάφορα γεγονότα τα οποία εξυπηρετούν τη δράση.

Οι δύο σεναριογράφοι, Μελίνα Τσαμπάνη και Πέτρος Καλκόβαλης, παίζουν διαρκώς με τα νεύρα των θεατών καθώς οι ανατροπές και οι απρόσμενες εξελίξεις δίνουν και παίρνουν. Σκηνοθετεί ο Λευτέρης Χαρίτος, ένας σκηνοθέτης που γνωρίζει πολύ καλά το σινεμά και ξέρει πως να μεταλαμπαδεύει την κινηματογραφική αισθητική στην τηλεόραση. Μαζί του είναι οι Σπύρος Μιχαλόπουλος και Σταμάτης Πατρώνης.

Πρώτα απ’ όλα θα αναφερθώ στις σπουδαίες ερμηνείες όλων των ηθοποιών! Ο Χαρίτος φροντίζει ώστε όλοι οι ρόλοι, πρώτοι και δεύτεροι, να έχουν κατά διαστήματα κάποια «σολαρίσματα» αναδεικνύοντας έτσι το ταλέντο των ηθοποιών. Βέβαια, το ταλέντο για να αναδειχτεί χρειάζεται και τη σωστή σκηνοθετική καθοδήγηση. Ιδίως στους ρόλους αυτούς, όπως ακριβώς τους έχουν πλάσει οι σεναριογράφοι. Δηλαδή ρόλους οι οποίοι αναφέρονται σε χαρακτήρες οι οποίοι δεν είναι μονοσήμαντοι ούτε αμετάβλητοι. Αντίθετα, πρόκειται για χαρακτήρες οι οποίοι εξελίσσονται διαρκώς. Έτσι ώστε ακόμη και μέσα στον χειρότερο από αυτούς να διακρίνονται ψήγματα καλοσύνης και τρυφερότητας.

Έχω ακούσει αρνητικές κριτικές οι οποίες αναφέρονται στην εξέλιξη των γεγονότων. Σύμφωνα με αυτές, το σενάριο είναι παρατραβηγμένο και δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν όλα αυτά τα απίθανα! Καταρχάς διαφωνώ κάθετα πως τα όσα βλέπουμε δεν συμβαίνουν. Συμβαίνουν και παρασυμβαίνουν! Ίσως, όχι, όλα μαζεμένα, αλλά συμβαίνουν. Όσο για το παρατραβηγμένο θα μπορούσα να συμφωνήσω αλλά θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας πως μιλάμε για ένα σίριαλ εν εξελίξει. Δηλαδή, δεν πρόκειται για κάποιο σενάριο το οποίο έχει γραφτεί για συγκεκριμένο αριθμό επεισοδίων, με αρχή-μέση-τέλος, αλλά για ένα σενάριο το οποίο ξεκινά από μια κεντρική ιδέα και γράφεται συνεχώς. Το οποίο έχει αρχή, μέση η οποία επεκτείνεται και άγνωστο τέλος! Εφόσον η σειρά είναι πετυχημένη και φέρνει διαφημίσεις, άρα έσοδα στο σταθμό, ανανεώνεται το συμβόλαιο και συνεχίζεται. Και έτσι οι σεναριογράφοι και οι σκηνοθέτες οφείλουν να είναι σε επιφυλακή, να κατεβάζουν ιδέες για να συνεχιστεί η δράση.

Με αυτήν την οπτική, λοιπόν, πρέπει να γίνεται η όποια κριτική. Και έχοντας στο νου πως γίνονται εξαντλητικά γυρίσματα σχεδόν καθημερινά και για πολλές ώρες. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, εξακολουθώ να θεωρώ πως οι «Άγριες μέλισσες» είναι ένα αξιολογότατο σίριαλ το οποίο σέβεται τους θεατές και οι συντελεστές με τη σειρά τους τιμούν τη δουλειά που κάνουν. Είτε πίσω από τις κάμερες είτε μπροστά από αυτές είτε στα παρασκήνια.

 

 

Σε μια γειτονιά της Αθήνας

 

Η περιοχή του Γκύζη είναι αληθινή. Πρόκειται για τη γνωστή γειτονιά της Αθήνας που βρίσκεται στα βόρεια της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Εκεί, λοιπόν, στου Γκύζη, διαδραματίζονται τα όσα βλέπουμε στο σίριαλ της ΕΡΤ1, «Τα καλύτερά μας χρόνια».

Το σενάριο υπογράφουν ο Νίκος Απειρανθίτης και η Κατερίνα Μπέου και τη σκηνοθεσία, η γνωστή από τον κινηματογράφο, Όλγα Μαλέα.

Η υπόθεση εκτυλίσσεται στα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών και αυτά που βλέπουμε είναι τα όσα θυμάται ο αφηγητής, ο Άγγελος, που ήταν τότε μαθητής του δημοτικού και ο βενιαμίν της οικογένειας των Αντωνόπουλων. Ο Άγγελος, λοιπόν, είναι γιος του Στέλιου και της Μαίρης, μικρότερος αδελφός του Αντώνη και της Ελπίδας, εγγονός της Ερμιόνης, μητέρας της Μαίρης και ανιψιός της Νανάς, αδελφής της Μαίρης. Και γύρω από αυτούς υπάρχει μια ολόκληρη γειτονιά με διάφορους χαρακτηριστικούς τύπους ανθρώπων.

Η Μαλέα σκηνοθετεί με μια ξεκάθαρα κινηματογραφική αισθητική. Τολμώ να πω, πιο κινηματογραφική απ’ ό,τι στις ταινίες της! Και εδώ έχουμε ένα καλογραμμένο και έξυπνο σενάριο, με ωραίους διαλόγους αλλά, μαζί με το σενάριο, αυτό το οποίο αποτελεί το μεγάλο ατού της σειράς, είναι οι εξαιρετικές ερμηνείες!

Η σκηνοθέτιδα δίνει με ανάγλυφο τρόπο το κλίμα της εποχής. Σε αυτό βοηθά η χρησιμοποίηση κινηματογραφημένων επικαίρων της εποχής αλλά και τα εξαιρετικά φροντισμένα σκηνικά και τα κουστούμια. Με νοσταλγία και χιούμορ παρουσιάζει τα δύσκολα εκείνα χρόνια μέσα από τα μάτια του μικρού Άγγελου, χρόνια αθωότητας για εκείνον και μεγάλων αλλαγών για την Ελλάδα. Που όμως για τους μεγαλύτερους δεν ήταν ακριβώς έτσι, αλλά χρόνια στα οποία κυριαρχούσε ο φόβος και η ανασφάλεια.

Η Όλγα Μαλέα έχει επιδείξει ιδιαίτερη φροντίδα στους χαρακτήρες οι οποίοι παρουσιάζονται πολύ καλά δομημένοι. Και είναι χαρακτήρες ικανοί για το καλύτερο και το χειρότερο. Όπως για παράδειγμα ο πατέρας, ο Στέλιος, ο οποίος είναι ένα άνθρωπος που φροντίζει την οικογένειά του, αποφεύγει τους μπελάδες και φοβάται τα μπλεξίματα. Ένας χαρακτηριστικός τύπος μικροαστού, όπως ήταν εκατομμύρια άνθρωποι τότε. Ο οποίος όμως είναι ουσιαστικά ένας ήρωας, καθώς προσπαθεί με τιμιότητα να πετύχει το καλύτερο για την οικογένειά του. Ή ο περιπτεράς, φανατικός οπαδός της «επανάστασης» αλλά συνάμα ένας ιδιαίτερα ευαίσθητος άνθρωπος.

Χαρακτήρες ζωντανοί και γεμάτοι αντιφάσεις, σκληροί και τρυφεροί, πονηροί και αγαθοί, άνθρωποι με σάρκα και οστά, άνθρωποι της διπλανής πόρτας.

Εκτός, όμως, από τη νοσταλγία που μπορεί να νιώσει ο καθένας και η καθεμία, που έζησε ως παιδί εκείνα τα χρόνια, η Όλγα Μαλέα δεν παραλείπει να μιλήσει, μέσα από τα βιώματα των Αντωνόπουλων και των γειτόνων τους, για το φόβο που σκέπαζε τη χώρα και τη βαρβαρότητα των βιαστών της δημοκρατίας. Ένα πολύ καλό μάθημα σύγχρονης ελληνικής ιστορίας για τις μικρότερες ηλικίες και μια ιδιαίτερα χρήσιμη υπενθύμιση για τους μεγαλύτερους.

 

Ολίγα περί της ΕΡΤ

 

Η ποιότητα και η επιτυχία της σειράς «Τα καλύτερά μας χρόνια» αναδεικνύουν τις τεράστιες δυνατότητες της δημόσιας τηλεόρασης. Κάτι το οποίο φαίνεται και από άλλες εκπομπές ψυχαγωγικού και μορφωτικού περιεχομένου, όπως τις πολύ καλές κινηματογραφικές ταινίες οι οποίες μεταδίδονται καθημερινά από την ΕΡΤ2, από άλλες σειρές της ΕΡΤ1 αλλά και από άλλες εκπομπές όπως για παράδειγμα το «Μουσικό κουτί».

Βλέπουμε, λοιπόν, μια δημόσια τηλεόραση διχασμένη. Από τη μια μεριά έχουμε τον τομέα ενημέρωσης, το μακρύ χέρι της κυβέρνησης, του οποίου ουσιαστικός προϊστάμενος είναι ο «επιτελικός» πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. Που είναι ένας άθλιος προπαγανδιστικός μηχανισμός ο οποίος ξεκινά από τα δελτία ειδήσεων και επεκτείνεται σε όλες σχεδόν τις ενημερωτικές εκπομπές όπου αναπαράγεται το κυβερνητικό αφήγημα. Δεν χρειάζεται, νομίζω να επεκταθώ περισσότερο.

Από την άλλη πλευρά, ο τομέας ψυχαγωγίας παρουσιάζει σημάδια βελτίωσης σε όλους τους τομείς και με προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης. Κι αναρωτιέμαι, γιατί η κυβέρνησή μας, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, δεν φρόντισε καθόλου αυτό το κομμάτι της δημόσια τηλεόρασης;

Τουλάχιστον ας μας γίνει μάθημα!

Στράτος Κερσανίδης strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet