Μια απεργία πείνας διέπεται παραδοσιακά από τρεις σταθερές:

1. Αποτελεί μια απελπισμένη χειρονομία άρνησης τη στιγμή που όλοι οι άλλοι δρόμοι έχουν κλείσει ή αυτή τουλάχιστον είναι η αίσθηση που έχει δημιουργηθεί. Παρά το πολιτικό περιεχόμενο της αποτελεί πάντοτε μια πράξη αυτοπροσβολής. Και μια πράξη αυτοπροσβολής δεν αποφασίζεται με «ορθολογικό» τρόπο.

2. Παρ’ όλο που προκαλεί έναν συλλογικό αγώνα αλληλεγγύης, οι καίριες αποφάσεις για την πορεία της, λαμβάνονται από ένα και μόνο πρόσωπο: Αυτό του απεργού πείνας.

3. Στηρίζεται στην υπόθεση ότι η εξουσία δεν θα θέλει να εισπράξει το κόστος του θανάτου ή της βαριάς σωματικής βλάβης του απεργού.

Στην απεργία πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα αυτή η τρίτη σταθερά δεν υπήρξε. Γιατί από ένα σημείο και μετά κατέστη σαφές ότι η εξουσία αν δεν επιδίωκε, τουλάχιστον θεωρούσε απολύτως διαχειρίσιμο το ρίσκο του θανάτου ή της βαριάς σωματικής βλάβης. Αυτή η στάση της εξουσίας δεν απορρέει ούτε μόνο ούτε κυρίως από μια λογική οικογενειακής βεντέτας. Αποτελεί κατά κύριο λόγο αποτέλεσμα της υιοθέτησης από το κυβερνητικό επιτελείο της στρατηγικής της έντασης. Μιας στρατηγικής που χρησιμοποιεί σαν όπλα την πρόκληση και την όξυνση για να οδηγήσει εντέλει σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, όπου διευκολύνεται η στοίχιση πίσω από το κράτος. Δεν χρειάζεται να πάμε στην Ιταλία της δεκαετίας του ’70 για να δούμε τα αποτελέσματα της κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Πριν ένα χρόνο, η κυβέρνηση παρουσίασε ως μίνι ελληνοτουρκικό πόλεμο την προσπάθεια μερικών χιλιάδων άοπλων μεταναστών να μπουν στην Ελλάδα. Το στρατήγημα απέδωσε, αφού τα ποσοστά δημοτικότητας της κυβέρνησης εκτινάχτηκαν στα ύψη.

 

Το όπλο του απεργού

 

Επομένως, αυτό που στις άλλες περιπτώσεις ήταν το μεγάλο όπλο του απεργού πείνας, στην περίπτωση του Κουφοντίνα θα μπορούσε να μετατραπεί σε μοχλό αυταρχικής επιβολής και αντιδραστικού καθορισμού των κεντρικών πολιτικών εξελίξεων. Γι’ αυτό πιστεύω ότι όταν η υγεία του Κουφοντίνα έφτασε στο απόλυτο όριο, η απόφαση να σταματήσει δεν ήταν ενδεδειγμένη μόνο από την ανθρώπινη πλευρά, αλλά και από την πολιτική. Πολλές φορές στην πολιτική (της αριστερής συμπεριλαμβανόμενης) είναι πολύ πιο χρήσιμη η σωφροσύνη από την αυτοθυσία. Τη συνειδητοποίηση της ανάγκης να κάνουμε κι ελιγμούς εκτός από εφόδους, θα πρέπει να την κρατήσουμε ως παρακαταθήκη για το μέλλον. Η απεργία πείνας έληξε, αλλά η στρατηγική της έντασης παραμένει εδώ.

 

Ο απολογισμός

 

Το αίτημα του Δημήτρη Κουφοντίνα δεν ικανοποιήθηκε. Και αυτό βαραίνει αρνητικά τόσο για τα δικαιώματα του ίδιου όσο και γενικά για την κατάσταση στις φυλακές. Ωστόσο, η απεργία πείνας δεν μπορεί να κριθεί μόνο από τη «στενή» σκοπιά του δικαιωματισμού. Κι αυτό γιατί από ένα σημείο και μετά εξελίχθηκε σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα, με τρόπο που δεν είχε συμβεί με καμιά άλλη απεργία στο παρελθόν. Συνδεόμενη μάλιστα με τις αντιστάσεις στην πανεπιστημιακή αστυνομία καθώς και στην αστυνομική βία ελέω λοκντάουν, διαμόρφωσε ένα μεγάλο κίνημα ενάντια στον αυταρχισμό και την αστυνομοκρατία. Είναι η πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια που σημειώθηκε μια μεγάλη ρωγμή στο ιδεολόγημα «χρειαζόμαστε πιο πολλή αστυνομία και πιο σκληρή καταστολή». Τόσο στο δρόμο όσο και στον δημόσιο διάλογο κερδήθηκε ένας νέος (πιο ευνοϊκός) συσχετισμός. Καταλαβαίνω ότι αυτή η «μεγάλη εικόνα» ίσως να μη λέει και πολλά σε όσους αντιμετωπίζουν τη «μικρή εικόνα» ενός σωφρονιστικού συστήματος που βρίσκεται στην πιο εφιαλτική φάση του. Ωστόσο, στην τρέχουσα συγκυρία μόνο αν αλλάξει η μεγάλη εικόνα μπορεί να πυροδοτηθούν αλλαγές στις πολλές μικρές εικόνες.

 

Ένα κίνημα

 

Τέλος θα ήθελα να κάνω μια παρατήρηση για τα καθ’ ημάς. Με τις πολύμορφες κινήσεις αλληλεγγύης στην απεργία πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα ξαναείδαμε μετά από αρκετά χρόνια τι σημαίνει ένα πραγματικά κοινωνικό κίνημα. Κίνημα σημαίνει κόσμος, πολύς κόσμος, στο δρόμο. Κίνημα σημαίνει αντίσταση στην αστυνομική βία. Κίνημα σημαίνει μια ρηξικέλευθη επιθυμία μετασχηματισμού, μια επιθυμία που δεν συμμορφώνεται αλλά συγκρούεται με τον κυρίαρχο συσχετισμό. Κίνημα σημαίνει συνάντηση διαφορετικοτήτων. Κι εδώ συναντήθηκαν πολλοί-ές και διαφορετικοί-ες: Κάποιοι που συμπαθούν τον Κουφοντίνα, κάποιοι που θεώρησαν δίκαιο το αίτημά του χωρίς να τον συμπαθούν κατ’ ανάγκη, κάποιοι που ήθελαν να βρουν ένα όχημα για να εκφράσουν τη γενική αντίθεσή τους στον αυταρχισμό, κάποιοι που απλώς θεώρησαν αδιανόητο να πεθάνει ένας κρατούμενος για ένα τόσο «μικρό» αίτημα, όπως είναι η μεταγωγή σε μια φυλακή. Αυτή τη συνάντηση των (ενίοτε συγκρουσιακών) διαφορετικοτήτων ας την κρατήσουμε και για το μέλλον. Θα μας φανεί χρήσιμη.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet