Ένας χρόνος έχει περάσει από το ξέσπασμα της πανδημίας στη χώρα, προκαλώντας,  πέραν των υγειονομικών προβλημάτων, τον περιορισμό των δικαιωμάτων και κάνοντας εύφορο το έδαφος για την όξυνση των κοινωνικών διακρίσεων.

Η Παγκόσμια Ημέρα κατά του Ρατσισμού φέτος, λοιπόν, έχει ιδιαίτερη σημασία, με τις κοινωνικές οργανώσεις, σωματεία, φοιτητικούς συλλόγους, κόμματα της Αριστεράς κ.ά. να καλούν σε αντιρατσιστικά συλλαλητήρια σε πολλές πόλεις της Ελλάδας σήμερα, Σάββατο 20 Μαρτίου, (στην Αθήνα στις 3 μμ στην Ομόνοια), ώστε «να σώσουμε ζωές από τις δολοφονικές επιθέσεις των Μητσοτάκη και Χρυσοχοΐδη, για ανοιχτά σύνορα, ανοιχτές πόλεις, ανοιχτά σχολεία, για να κλείσουν τα στρατόπεδα και για να πάρουν ιθαγένεια όλα τα παιδιά», όπως τόνισε την Τετάρτη, στη συνέντευξη Τύπου της Κίνησης Ενωμένοι Ενάντια στο Ρατσισμό και τη Φασιστική Απειλή, ο Πέτρος Κωνσταντίνου.

 

Όξυνση των διακρίσεων

 

«Φέτος είναι η δεύτερη χρονιά που ο Περίπατος κατά των Διακρίσεων θα γίνει συμβολικά μόνο λόγω της πανδημίας», σημειώνει στην «Εποχή» η Ντίνα Βαρδαραμάτου, πρόεδρος της PRAKSIS, για τη δράση που συμμετέχουν πάνω από 65 οργανώσεις και διεξάγεται εδώ και 7 χρόνια, τονίζοντας πως «η σημασία του βέβαια είναι πιο επίκαιρη από ποτέ, αφού μέσα στις προϋπάρχουσες κοινωνικές διακρίσεις, τώρα εξαιτίας της υγειονομικής συγκυρίας προστίθενται οι διακρίσεις όσον αφορά την πρόσβαση σε διάφορες υπηρεσίες, από τον τομέα της υγείας μέχρι την τηλεκπαίδευση, που δεν είναι εφικτή για πολλά παιδιά. Ακόμα πιο έντονοι είναι δε οι αποκλεισμοί που βιώνουν οι άστεγοι, αφού με τις καφετέριες κλειστές, είναι ακόμα πιο δύσκολο να βρουν νερό ή τουαλέτα».

Έτσι και αυτό το χρόνο γίναμε μάρτυρες πολλών ρατσιστικών περιστατικών σε παγκόσμιο και εγχώριο επίπεδο, από τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ στις  ΗΠΑ από αστυνομικούς λόγω του χρώματος του δέρματός του, μέχρι τη συνέχεια του εγκλεισμού των προσφύγων στις δομές εδώ, με πρόφαση την πανδημία, ενώ το λοκντάουν είχε αρθεί για όλο τον υπόλοιπο πληθυσμό.

«Από την αρχή της διακυβέρνησης της ΝΔ και στο ζήτημα του ρατσισμού και των διακρίσεων έχουν σημειωθεί πολλά βήματα προς τα πίσω δυστυχώς. Κυριότερο παράδειγμα αποτελεί προφανώς η αντιμετώπιση των προσφύγων από την κυβέρνηση, όπου έκανε στροφή 180 μοιρών από την πολιτική που εφαρμοζόταν από το 2015, καταστρατηγώντας όλες τις πολιτικές ένταξης των προσφύγων, από την εκπαίδευση των παιδιών προσφύγων στα σχολεία μέχρι και τα προγράμματα ένταξης που σταμάτησαν, προωθώντας, ταυτόχρονα, τα κλειστά κέντρα κράτησης. Αντίστοιχα, με νόμο άλλαξε τη διαδικασία και κατέστησε πολύ δύσκολη την απόκτηση ιθαγένειας, ενώ και στα ζητήματα της  ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας έχει προβεί μόνο σε κινήσεις του φαίνεσθαι, βάζοντας άτομα ΛΟΑΤ στην κυβέρνηση, αντί να προχωρήσει σε ουσιαστικές πολιτικές», περιγράφει την κατάσταση η Ειρήνη Αγαθοπούλου, αναπληρώτρια τομεάρχισσα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Ισότητας και Καταπολέμησης των Διακρίσεων του ΣΥΡΙΖΑ.

Σημειώνει δε πως αυτή τη βδομάδα ανακοινώθηκε ότι «με απόφαση του πρωθυπουργού» συστήνεται επιτροπή με σκοπό τη σύνταξη Εθνικής Στρατηγικής για την Ισότητα των ΛΟΑΤΚΙ+, αλλά μάλλον πρόκειται για πυροτέχνημα, αν κρίνει κανείς ότι η ίδια κυβέρνηση κατήργησε τη θεματική εβδομάδα από τα σχολεία, που έθετε ζητήματα έμφυλης και σεξουαλικής ισότητας, αλλά και ότι διάφορα στελέχη της ΝΔ έχουν προβεί πολλάκις σε σεξιστικές, ομοφοβικές και τρανσοφοβικές δηλώσεις. Πιο πρόσφατο παράδειγμα, η στοχοποίηση λίγες μέρες πριν καθηγήτριας Σπουδών Φύλου του ΕΚΠΑ από τον Κωνσταντίνο Μπογδάνο, ζητώντας μάλιστα την απόλυσή της, αλλά και την κατάργηση των σπουδών φύλου εν γένει.

 

Υπάρχει ελπίδα

 

Ευτυχώς σε επίπεδο κοινωνίας αυτή η ρατσιστική στροφή δεν σημειώνεται το ίδιο έντονα, σύμφωνα με την πρόεδρο της PRAKSIS: «καθώς δεν έχουμε δει έντονη αύξηση της ξενοφοβίας, δηλαδή να κατηγορούν συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού πχ για την πανδημία. Παρόλ’ αυτά, επειδή η πανδημία δημιουργεί έντονες καταστάσεις φόβου, θυμού, αγωνίας κτλ, αυτά τα συναισθήματα μπορεί να δώσουν τροφή σε απόψεις μισαλλοδοξίας».

Καίριο ρόλο στην έκφραση τέτοιων απόψεων, άλλωστε, διαδραματίζει και πάλι η πολιτεία, όπως επισημαίνει η αναπλ. τομεάρχισσα του ΣΥΡΙΖΑ. «Η κοινωνική αντίδραση είναι αλληλένδετη πάντα με την κυβερνητική διαχείριση και έτσι φέτος είχαμε περιπτώσεις ξενοφοβικών αντιδράσεων για τη φιλοξενία προσφύγων ή την εκπαίδευση των παιδιών στα σχολεία, στις οποίες η κυβέρνηση υποχώρησε, κάνοντας ακόμα πιο πρόσφορο το έδαφος γι’ αυτές, αντί να τις καταλαγιάσει, όπως είχε φροντίσει να κάνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Παρόλα αυτά, υπάρχει αισιοδοξία γιατί τα κινήματα για τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων συνεχίζουν και είναι ζωντανά, παρά τις δυσκολίες της πανδημίας και της γενικότερης συντηρητικοποίησης που παρατηρείται διεθνώς».

 

Ζητούμενο η συμπεριληπτική πολιτεία

 

Ζητούμενο, βέβαια, παραμένει τόσο η λήψη συγκεκριμένων πολιτικών, όσο όμως, και κυριότερα, «η δημιουργία μιας συμπεριληπτικής πολιτείας. Μέχρι τώρα ξεκινάμε με μια αντίθετη λογική, ζητώντας από ομάδες ανθρώπων να “αποδείξουν” ότι δικαιούνται την πρόσβαση σε υπηρεσίες, την ένταξή τους, δικαιώματα κτλ, αντί να τους αντιμετωπίζουμε εξαρχής ως ίσους απέναντι στον νόμο, όπως θα έπρεπε», όπως εξηγεί η Ντίνα Βαρδαραμάτου. Προκειμένου βέβαια να γίνει αυτό, θα πρέπει «οι δράσεις της πολιτείας να ξεκινήσουν από το σχολείο και την οικογένεια. Όχι με ειδικά μαθήματα, αλλά να διαμορφωθούν έτσι όλα τα μαθήματα που να τα διέπει η αρχή ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και έχουν όλοι εξίσου αγωνίες, καημούς, όνειρα, ότι δεν διαχωριζόμαστε ανάλογα με το φύλο μας, το χρώμα μας, το σεξουαλικό μας προσανατολισμό κ.ο.κ. Δεν αρκεί να τρέχουμε να απαλύνουμε πληγές συμπτωματολογικά, όταν ο άλλος θα έχει καταστεί ήδη θύμα. Επίσης, θα πρέπει η πολιτεία να δείξει μηδενική ανοχή σε θέματα διακρίσεων και να ορίσει συγκεκριμένα πρωτόκολλα στις διαδικασίες στις υπηρεσίες, ώστε να μην υπάρχει ρατσιστική αντιμετώπιση από διάφορους υπαλλήλους, όπως πχ από τους αστυνομικούς», τονίζει η ίδια.

Αντίστοιχα, η Ειρήνη Αγαθοπούλου καλεί να είμαστε όλοι σε εγρήγορση, «καθώς είναι πρόσφορη περίοδος προς εκμετάλλευση από όσους επιθυμούν την περιστολή κάποιων δικαιωμάτων. Έπειτα, πρωταρχικός στόχος για την αντιμετώπιση του ρατσισμού θα πρέπει να είναι η επένδυση στην εκπαίδευση, τόσο των παιδιών, όσο και της υπόλοιπης κοινωνίας, για τα ζητήματα ισότητας. Άμεσα δε, θα πρέπει να διεκδικήσουμε τη βελτίωση της διαμονής των προσφύγων και την ένταξή τους, όπως και τη βοήθεια των τοπικών κοινωνιών που φιλοξενούν τον προσφυγικό πληθυσμό. Για να γίνουν, βέβαια, όλα αυτά, χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο. Σχέδιο που μια αριστερή κυβέρνηση μπορεί να το κάνει, η σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ δύσκολα…», καταλήγει.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet