Ο Βίνφριντ Κρέτσμαν μοιάζει με κλασσικό Χριστιανοδημοκράτη ντυμένο με «πράσινο» κουστούμι. Ο πρωθυπουργός της Βάδης-Βυρτεμβέργης ενσαρκώνει με τον καλύτερο τρόπο τη διαπίστωση ότι για να μπορέσουν όχι απλώς να φλερτάρουν αλλά και να παντρευτούν με την εξουσία οι Πράσινοι θα πρέπει να παρουσιάσουν πρώτα τα πιστοποιητικά της συντηρητικοποίησής τους. Ο συγκεκριμένος πολιτικός το έχει κάνει προ πολλού, δίχως πια να προκαλεί τη δυσαρέσκεια της μερίδας εκείνης της κομματικής βάσης, που αυτοπροσδιορίζεται ως ριζοσπαστική.

Η Μαλού Ντράιερ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η απάντηση της σοσιαλδημοκρατίας στην Ανγκέλα Μέρκελ, αλλά σε τοπικό επίπεδο. Η πρωθυπουργός της Ρηνανίας-Παλατινάτου καταφέρνει να είναι δημοφιλής, χωρίς να έχει κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα. Ποντάρει στην πρακτική της ρητορική και μια τεχνοκρατική αντίληψη της πολιτικής. Έτσι εξασφαλίζει ποσοστά που σε εθνικό επίπεδο το κόμμα της ούτε να ονειρευτεί δεν τολμά.

Αυτοί οι δύο ήταν, λοιπόν, οι θριαμβευτές των εκλογών της περασμένης Κυριακής για τα τοπικά κοινοβούλια στα δύο αυτά γερμανικά κρατίδια, επιβεβαιώνοντας την τάση που λέει ότι σε δύσκολους καιρούς οι ψηφοφόροι προτιμούν να αποφύγουν τις δοκιμές και επιλέγουν αυτούς/αυτές που γνωρίζουν καλύτερα. Θα μπορούσε να είναι ένας λόγος για την Ανγκέλα Μέρκελ να αλλάξει απόφαση και να είναι ξανά υποψήφια στις εθνικές εκλογές του Σεπτεμβρίου. Όμως, η καγκελάριος έχει ξεπεράσει το στάδιο «γνωστή» και έχει φτάσει στη βαθμίδα «ανιαρή». Είναι πολλά 16 χρόνια στην εξουσία και αυτό το αποδεικνύει και με την παθητικότητά της τους τελευταίους μήνες στη διαχείριση της πανδημίας, που κάνει πολλούς πλέον να μιλούν για «κενό εξουσίας».

Η Μέρκελ υποχώρησε στην κόντρα με τους πρωθυπουργούς των κρατιδίων και οπαδών της χαλάρωσης, όταν η ίδια άφηνε να διαρρέει ότι επιμένει στο σκληρό λοκντάουν. Δεν βρήκε να πει λέξη για το σκάνδαλο χρηματισμού δικών της βουλευτών, που συνεχίζεται, καθώς όπως φαίνεται δεν αφορά «μόνο» τρεις εκλεγμένους αντιπροσώπους του λαού. Ανέχτηκε τις παλινωδίες του υπουργού Υγείας, Γιενς Σπαν, ο οποίος έχει καταφέρει να συγκεντρώσει τόσα πολλά επικριτικά αλλά και απαξιωτικά σχόλια όσο κανένας άλλος υπουργός αυτά τα δεκαέξι χρόνια, για τους λάθος χειρισμούς του σε όλες σχεδόν τις φάσεις της πανδημίας.

Σε αυτό το πλαίσιο και με δεδομένο ότι οι υποψήφιοι της Χριστιανοδημοκρατίας στα δύο προαναφερθέντα κρατίδια δεν ήταν και τίποτα προσωπικότητες που σου κόβουν την ανάσα, η ήττα για το κυβερνητικό συντηρητικό κόμμα ήταν ίσως λίγο παραπάνω παταγώδης, από ότι προβλέψιμη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα για το απέναντι μεν, συγκυβερνών δε στρατόπεδο. Η «εξαίρεση» Μαλού Ντράιερ δε μπορεί να κρύψει ούτε το αποκαρδιωτικό αποτέλεσμα του SPD στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, ούτε κυρίως το σταθερά χαμηλό βαρομετρικό σε όλες τις δημοσκοπήσεις για το Μπούντεσταγκ, που φέρνουν το κόμμα μονίμως τρίτο πίσω από τους Πράσινους.

Οι τελευταίοι ράβουν ήδη κυβερνητικά κουστούμια. Έχουν δανειστεί μάλλον τον ράφτη του Κρέτσμαν, αφού δεν αποκλείουν τη συγκυβέρνηση με τη Χριστιανοδημοκρατία, αλλά ούτε και ένα σενάριο «φωτεινού σηματοδότη»: Πράσινο-Κόκκινο-Κίτρινο μαζί δηλαδή με το SPD και τους Φιλελεύθερους, οι οποίοι πάλι άρχισαν να μεγαλοπιάνονται μετά τις επιτυχίες τους την τελευταία Κυριακή. Ένα σενάριο που θα έδινε την καγκελαρία στο άλλοτε κόμμα της οικολογίας, κάτι που φάνηκε να μην ενοχλεί ούτε τον Ολαφ Σολτς, πρόεδρο του SPD και εκπρόσωπο του συντηρητικού μπλοκ της σοσιαλδημοκρατίας.

Με άλλα λόγια αυτό που φαίνεται να πεθαίνει πριν την ώρα του είναι ένα σχήμα «αριστερής αλλαγής» με Πράσινους, SPD και die Linke. Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την αδυναμία της τελευταίας να εκφράσει την διευρυνόμενη κοινωνική ανασφάλεια, κάτι που την κράτησε και πάλι έξω από τα δύο τοπικά κοινοβούλια. Αν θέλει κανείς να είναι ειλικρινής θα πρέπει να ομολογήσει ότι η γερμανική κοινωνία συντηρητικοποιείται, άσχετα αν αυτή η τάση καμουφλάρεται από την θεωρητική «προοδευτικότητα» των Πρασίνων. Η Χριστιανοδημοκρατία χάνει μεν, αλλά παραμένει σταθερά πρώτη δύναμη και θα επιδιώξει να εμφανιστεί ως ο φάρος σε μια περίοδο αστάθειας. Η ακροδεξιά AfD παρά τις εσωτερικές της έριδες κρατήθηκε πάλι σε διψήφια ποσοστά και παγιώνεται ως μόνιμη πολιτική δύναμη. Με τους Φιλελεύθερους σε τροχιά ανόδου, τη συντηρητική σοσιαλδημοκρατία κάτω από το 20% και την Αριστερά κοντά στο 7% είναι μάλλον ουτοπικό να προσδοκά κανείς μια προοδευτική πλειοψηφία. Εκτός αν η ανασφάλεια μεγάλου μέρους των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων, η δυσαρέσκεια με τα άλλοτε μεγάλα κόμματα, οδηγήσει κάποιους να επιλέξουν άλλη διαδρομή από εκείνη της απάθειας και αποχής για να εκφράσουν την αντίδρασή τους. Αλλά αυτό προσεγγίζει περισσότερο την ευχή παρά την πρόβλεψη.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet