Το Σαββατοκύριακο που τα νοσοκομεία της Αττικής (και όχι μόνο) είχαν πλέον περάσει σε καθεστώς διαλογής, λίγες μέρες μετά τις όχι και τόσο καθησυχαστικές δηλώσεις του αρμόδιου υπουργού ότι «προσεύχεται» για να πάει καλά η οικονομία, ο πρωθυπουργός αποφάσισε να παίξει τη «μελωδία της ευτυχίας». Αυτό είναι το όραμα και η υπόσχεσή του για τη χώρα μετά το «άλμα δεκαετίας», που προέβλεψε μετά τον κάβο. Η ευτυχία. Και επειδή τα λόγια είναι φτηνά την άπλωσε και για επόμενα 100 χρόνια.

Για μια ακόμα φορά το «αφήγημά» του έχει τόσο μεγάλη βαρύτητα, όσο και οι εκθέσεις ιδεών παιδιών της έκτης Δημοτικού, υπό την καθοδήγηση ρομαντικών δασκάλων, οι οποίοι εκστασιάζονται από τη θεωρία του Κοέλιου για το σύμπαν και τις συνωμοσίες του. Δεν θα άξιζε δηλαδή να ασχοληθεί κανείς σοβαρά μαζί τους, αν δεν ήταν το αφήγημα ενός κυβερνήτη εν μέσω τρικυμίας.

Το πιο επικίνδυνο όμως είναι ότι αποδεικνύουν όχι μόνο την κενότητα, αλλά και τον αντικοινωνικό χαρακτήρα μιας πολιτικής, που δεν είναι καν τόσο νέα, η οποία προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από ωραία «απολιτίκ» λόγια με πολύ συγκεκριμένη στόχευση. Εδώ και μερικούς μήνες κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το εξαιρετικό βιβλίο των Έντγκαρ Καμπάνας και Εύας Ιλούζ «Ευτυχιοκρατία: Πώς η βιομηχανία της ευτυχίας κυβερνά τη ζωή μας», το οποίο ακριβώς απογυμνώνει αυτό το μύθο περί (προσωπικής) ευτυχίας και αποκαλύπτει ακόμα μια ζοφερή πτυχή του νεοφιλευθερισμού με εργαλείο του τον ατομικισμό.

Πίσω από την κυριαρχία της «ευτυχίας» ως ατομικού στόχου και επιδίωξης κρύβεται ακριβώς όχι μόνο η προσπάθεια να αγνοηθούν οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες μέσα στις οποίες το άτομο αναζητά και κυνηγά τους στόχους του. Αλλά και να απαξιωθούν έννοιες όπως συλλογικότητα και κοινή δράση, οι οποίες έτσι κι αλλιώς επιχειρήθηκε να δαιμονοποιηθούν από τους εκφραστές της αποκαλούμενης θετικής ψυχολογίας.

Η ευτυχία ως ιδέα ασαφής μεν, εξόχως εύηχη δε, θεοποιείται. Οσοι δεν την θέτουν ως πρώτη τους στόχευση μετατρέπονται σε φταίχτες. Οσοι νοιώθουν να ασφυκτιούν από την υπάρχουσα κατάσταση ενοχοποιούνται. Είναι η άλλη πλευρά της «ατομικής ευθύνης», που για τους κήρυκες του νεοφιλελευθερισμού έχει μετατραπεί σε υπέρτατο δόγμα για να απαλλάσσει διαχρονικά το κράτος και τις δομές του (μαζί και τις μεγάλες πολυεθνικές) από οποιεσδήποτε ευθύνες. Την επιχειρηματολογία αυτή την είδαμε να ξεδιπλώνεται άλλωστε με ιδιαίτερη σφοδρότητα τους τελευταίους μήνες για να καλύψει τις κυβερνητικές αδυναμίες στην αντιμετώπιση της πανδημίας.

Βεβαίως, είναι μάλλον υπερβολικό να πιστεύει κάποιος ότι ο πρωθυπουργός έχει μελετήσει αυτή τη θεωρία, είτε από την «καλή» της, από τους ιεροκήρυκές της δηλαδή, είτε από την «κακή» της, από σοβαρούς κριτικούς επιστήμονες, όπως οι δύο συγγραφείς του παραπάνω βιβλίου. Κάποιοι σύμβουλοί του θα είχαν τη φοβερή ιδέα να χρησιμοποιήσουν αυτό τον όρο μετά το «τελευταίο μίλι» και το «ξέφωτο» και όλα όσα έχουμε ακούσει τους τελευταίους μήνες. Ο επικοινωνισμός συνεχίζεται, προσπαθώντας να επικαλύψει την ανικανότητα και την προχειρότητα μιας κυβέρνησης, που έχει αποδείξει ότι πιστεύει στη δύναμη της ανισότητας, αποθεώνει τον ατομισμό και είχε σαν κεντρικό στόχο της πάντα την προώθηση συμφερόντων των ιδιωτών. Η κοινωνία όμως όχι μόνο υπάρχει, σε αντίθεση με τις επιθυμίες των θατσεριστών, αλλά έχει πλέον κουραστεί να μετατρέπεται σε πειραματόζωο για την ικανοποίηση των φαντασιώσεων αδέξιων προφητών. Και αυτό οφείλουν να το καταλάβουν όλοι όσοι διεκδικούν ρόλο στο πολιτικό σύστημα.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet