Η «κωλοτούμπα» της Μέρκελ την περασμένη Τετάρτη ήταν η πιο πρόσφατη και πιο κραυγαλέα απόδειξη. Αν κάτι μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα είναι ότι σε μεγάλο βαθμό τα πολιτικά συστήματα στο σύνολό τους θα εισέλθουν στην μετα-πανδημία εποχή με την αξιοπιστία τους ακόμα πιο τραυματισμένη και τις προβλέψεις για το πώς θα μεταλλαχθούν να φαντάζουν αδύνατες.

 

Εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς. Το να έχει προκαθορίσει ένας πολιτικός το πότε θα αποχωρήσει έχει πλεονεκτήματα, αλλά και μειονεκτήματα. Η Ανγκέλα Μέρκελ θα μπορούσε να γράψει μετά το Σεπτέμβριο ένα βιβλίο για αυτό. Το γεγονός ότι δεν έχει να «διαγωνιστεί» ξανά η ίδια σε εκλογές της επιτρέπει να εμφανίζεται ως υπερασπίστρια μη δημοφιλών αποφάσεων, δηλαδή ακόμα σκληρότερων περιοριστικών μέτρων, αφού δεν φοβάται αυτό που στην Ελλάδα αποκαλούμε «πολιτικό κόστος». Ταυτόχρονα ακριβώς επειδή είναι πλέον καγκελάριος με ημερομηνία λήξεως, κάνει πολύ πιο ελκυστική την επιλογή της δημόσιας αμφισβήτησή της από τους αντιπάλους της.

Αυτό το έργο το έχουν δει πολλές φορές φέτος τα γερμανικά ΜΜΕ και την περασμένη Δευτέρα έφτασε στην (μέχρι νεοτέρας;) κορύφωσή του. Οι απόψεις της καγκελαρίου για σκληρά μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας δεν έγιναν δεκτές στο σύνολό τους και η ίδια έφτασε να απειλήσει τους πρωθυπουργούς των 16 ομόσπονδων κρατιδίων ότι θα δηλώσει δημόσια τη διαφωνία της με τις δικές τους προτάσεις. Μετά από ένα 12ωρο διαβουλεύσεων και «τσακωμών» επιτεύχθηκε τελικά κάποιου είδους συμβιβασμός, τον οποίο όμως περιέλαβαν και έκαναν φύλλο και φτερό όλα σχεδόν τα ΜΜΕ, ανεξαρτήτως πολιτικής προτίμησης, αλλά και προσέγγισης της κρίσης. Εξίσου ηχηρές και οι επικρίσεις από την ίδια της την κοινοβουλευτική ομάδα. Αυτή είναι έτσι κι αλλιώς παραδοσιακά η τύχη των «φαύλων συμβιβασμών».

 

Άτακτη υποχώρηση

 

Χρειάστηκαν τελικά 33 ώρες για να επανέλθει με δημόσιο μήνυμά της η καγκελάριος, να παραδεχτεί ότι η απόφαση για σκληρό λοκντάουν το πενθήμερο του Πάσχα των καθολικών/προτεσταντών από την 1η έως την 5η Απριλίου ήταν λάθος και να την αναιρέσει η ίδια, ζητώντας δημόσια «συγγνώμη» από τους συμπατριώτες της, που θέλησε να τους επιβάλει δύο ακόμα ημέρες αργίας έτσι ξαφνικά και απρογραμμάτιστα. Ήταν μια μοναδική και ανεπανάληπτη στιγμή της θητείας της. Για κάποιους έδειξε μεγαλείο έστω με καθυστέρηση, για κάποιους άλλους απλή αμηχανία. Απόδειξη πλήρους απώλειας ελέγχου της κατάστασης.

 

Ένα αποτυχημένο μοντέλο

 

Όπως έγραψαν κάποιοι, η μέρα αυτή θα περάσει στην ιστορία. Όχι μόνο γιατί συμβολίζει την αποκαθήλωση του «προτύπου Μέρκελ» και επιβεβαιώνει ότι η Γερμανία εισέρχεται σε μια περίοδο ασυνήθιστης πολιτικής αστάθειας. Η αποτυχία διαχείρισης της πανδημίας, οι παλινωδίες και οι αντιφατικές αποφάσεις, οι καθυστερήσεις με τον εμβολιασμό και τα τεστ ουσιαστικά εξηγεί γιατί με τον ίδιο πάνω-κάτω τρόπο κύλησαν τα πράγματα εδώ και ένα χρόνο στην Ευρώπη, που συχνά την αποκαλούμε «γερμανική». Η αποτυχία της Γερμανίας ταυτίζεται με την αποτυχία της Ευρώπης. Αυτό μπορεί να το δει κανείς ακόμα και σε απλά πράγματα όπως η υιοθέτηση για παράδειγμα από την Ελλάδα του μοντέλου «δωρεάν τεστ αυτοδιάγνωσης», το οποίο για λογιστικούς λόγους ούτε στην χώρα που αυτοθαυμαζόταν ως «πρωταθλήτρια της αποτελεσματικότητας» μπόρεσε να λειτουργήσει απρόσκοπτα.

Η προσπάθεια να τεθεί εξ΄ αρχής η «οικονομία» πάνω από τη δημόσια υγεία, η υποταγή στις υποδείξεις των φαρμακευτικών, οι αποκαλύψεις για σκάνδαλα με αναθέσεις σε «ημέτερους», τα μαχαιρώματα μεταξύ υπουργών, η αποφυγή οποιασδήποτε συζήτησης για την απογύμνωση των αξιωμάτων του νεοφιλελευθερισμού και την ανάγκη ενός άλλου μοντέλου, oι επιδοτήσεις σε μεγάλες πολυεθνικές, οι κωλυσιεργίες στην ενίσχυση των μικρών, η αδιαφορία της πολιτικής «ελίτ» για τις οικονομικά πιο «ευπαθείς» ομάδες του πληθυσμού και για την επιβεβαιωμένη διόγκωση των ανισοτήτων. Όλα αυτά συνέθεσαν ένα αποκρουστικό τελικά μίγμα αποτυχίας. Και η λίστα θα μπορούσε να μεγαλώσει κι άλλο. Η πανδημία καταστρέφει πολιτικές καριέρες και αλλάζει τα δεδομένα.

 

Δέσμια του νεοφιλελεύθερου εαυτού της

 

Η Ανγκέλα Μέρκελ είχε καταφέρει να έχει κάποιες φορές ένα «ανθρώπινο πρόσωπο», αλλά ποτέ δεν είχε απαρνηθεί την ιδεολογία της. Υπήρξε πάντα νεοφιλελεύθερη. Απλώς ευτύχησε να ζήσει σε μια χώρα, όπου οι σοσιαλδημοκράτες είχαν κάνει ήδη τη βρώμικη δουλειά πριν από αυτή και έτσι δεν χρειάστηκε να κάνει τις χοντροκομμένες χειρουργικές παρεμβάσεις τύπου Θάτσερ. Άλλωστε, η οικονομία της χώρας δεν είχε προβλήματα τόσο βαθιά όσο εκείνα της Βρετανίας στα τέλη της δεκαετίας του '70. Η πολιτική της όμως πάντα φρόντιζε να εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα και αυτά προσπάθησε να διαφυλάξει και τώρα εν μέσω πανδημίας. Απλώς η λογική της και το επιστημονικό της υπόβαθρο την βοηθούσαν σε συγκεκριμένες στιγμές να καταλαβαίνει ότι μια σκληρή για την οικονομία απόφαση σήμερα, θα μπορέσει να αποτρέψει ακόμα σκληρότερες αύριο. Δεν είναι τυχαίο ότι με εξαίρεση το πρώτο σκληρό lockdown ποτέ δεν τόλμησε να επιβάλει περιορισμούς στη βιομηχανία και συνολικά στον τομέα της παραγωγής. Μοντέλο που ακολούθησαν και άλλες χώρες με τις γνωστές συνέπειες, «θυσιάζοντας» μικρομεσαίους και επισφαλώς εργαζόμενους. Το πρόβλημα είναι ακριβώς αυτό. Δηλαδή ότι το παράδειγμα της Γερμανίας προσπαθούν να ακολουθήσουν και άλλες χώρες που δεν έχουν ούτε την ισχυρή οικονομική της βάση, ούτε το παραγωγικό της δυναμικό για μια τέτοια επανεκκίνηση. Προορίζονται μάλλον για πελάτες ή έστω μεσάζοντες. Όσοι πιστεύουν ότι όταν θα αρχίσει να «βάζει μπροστά» η γερμανική οικονομία θα ακολουθήσουν άμεσα και οι υπόλοιπες χώρες κάνουν ένα σοβαρό λάθος λογικής.

Άλλωστε, όλες οι εκτιμήσεις λένε ότι η όποια «ανάκαμψη» δεν θα μοιραστεί «δίκαια» για όλες τις παραγωγικές δυνάμεις. Οι μικρομεσαίοι θα συμπιεστούν και πολλοί θα ρίξουν λευκή πετσέτα. Οι χαμηλόμισθοι θα δουν το χάσμα ανάμεσά τους και στις ανώτερες τάξεις να φαρδαίνει. Οι ανισότητες ήδη έχουν μεγαλώσει.

 

Έτοιμη εναλλακτική λύση

 

Η Γερμανία έχει ωστόσο ένα ακόμα πλεονέκτημα σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης, όπου όλη αυτή η κοινωνική ανασφάλεια και δυσαρέσκεια μπορεί να οδηγήσει σε απρόβλεπτες πολιτικές εξελίξεις. Εδώ θα υπάρξει αστάθεια, αλλά έχουν προβλεφθεί και οι ασφαλιστικές δικλείδες για να μην ξεφύγει ολότελα το πράγμα και η αμφισβήτηση για το πολιτικό σύστημα πάρει ανεξέλεγκτες μορφές, όπως για παράδειγμα φοβούνται πολλοί ότι θα μπορούσε να συμβεί στη Γαλλία ή στην Ιταλία. Έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν ένα σημαντικό ανάχωμα προς ακραίες πολιτικές, χάρις στη μετατροπή των Πρασίνων σε μια «οικολογική» και μερικές φορές και χαζοχαρούμενη εκδοχή της Χριστιανοδημοκρατίας. Είναι πολύ πιθανό μετά τις εκλογές να προκύψει μια κατάσταση, όπου κανείς δεν θα μπορεί να δημιουργήσει στιβαρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία χωρίς τους Πράσινους αλλά ούτε και χωρίς τους Χριστιανοδημοκράτες. Έτσι αναπόφευκτα τα δύο κόμματα θα ενώσουν τις δυνάμεις τους για να κυβερνήσουν. Θα έχουμε έτσι ένα νεωτεριστικό νεοφιλελεύθερο και εξαγωγικά προσανατολισμένο οικονομικό μοντέλο με άλλοθι οικολογικότητας. Ήδη μεγάλες εταιρίες όπως η Volkswagen υπόσχονται να βάλουν τα δυνατά τους για να ξεπεράσουν την Tesla. Ζητήματα, όπως από το που θα προέρχονται οι σπάνιες πρώτες ύλες, αλλά και που θα ανακυκλώνονται οι εκατομμύρια τόνοι των «φιλικών στο περιβάλλον ηλεκτρικών οχημάτων» (οι μπαταρίες κυρίως) προς το παρόν συζητιούνται μόνο περιφερειακά. Πιθανώς μετά από δεκαετίες ένα άλλο οικολογικό κίνημα να βρεθεί να αγωνίζεται για την αντικατάστασή τους με κάτι άλλο.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet