Η κυβέρνηση Μπάιντεν έδωσε την εντύπωση, αρχικά, ότι θα αναπροσαρμόσει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Ο υπουργός Εξωτερικών Άντονι Μπλίκεν ανάφερε στις αρχές Μαρτίου ότι η χώρα του «δεν θα προωθήσει τη δημοκρατία με πανάκριβες στρατιωτικές επεμβάσεις, ή με προσπάθειες για βίαιη αντροπή αυταρχικών καθεστώτων» και ότι αυτές οι τακτικές που ακολουθήθηκαν στο παρελθόν, δεν απέδωσαν. Όπως είπε, η Ουάσινγκτον θα «το κάνει αλλιώς» και θα αναδείξει την υπεροχή των μεταρρυθμίσεων και της δημοκρατίας με το παράδειγμά της. Ο Τζο Μπάιντεν στη διάσκεψη του Μονάχου για την ασφάλεια στις 19 Φεβρουαρίου ανακοίνωσε την «επιστροφή της Αμερικής» στη διεθνή σκηνή και δήλωσε ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί του θα πρέπει να υπερασπιστούν τη δημοκρατία. Αυτές οι δηλώσεις ερμηνεύτηκαν πως οι ΗΠΑ θα σταματήσουν να επεμβαίνουν στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών με πραξικοπήματα και «έγχρωμες επαναστάσεις» και θα ακολουθήσουν πολιτική «μαλακής ισχύος». Από την άλλη, πρόσθεσε ότι κύριο αίτημα είναι η αύξηση των αμυντικών δαπανών, για να συνεισφέρουν οι Ευρωπαίοι στη χρηματοδότηση της «κοινής αμυντικής ασπίδας».

 

Επεμβάσεις και πραξικοπήματα

 

Οι προσπάθειες δαιμονοποίησης, στο παρελθόν, του Σαντάμ Χουσεΐν και του Μουαμάρ Καντάφι οδήγησαν σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Δεν «πείστηκαν» ούτε οι Ιρακινοί, ούτε οι Λίβυοι, ότι η κατάσταση που τους επιβλήθηκε από την αμερικανική επέμβαση ήταν καλύτερη από τις προηγούμενες. Άλλα πραξικοπήματα, όπως στην Βενεζουέλα και την Βολιβία ανατράπηκαν με εκλογές. Οι αμερικανικές επεμβάσεις έγιναν με πρόσχημα τον «εκδημοκρατισμό» και την «οικοδόμηση κράτους», κατά τα δυτικά πρότυπα. Στην πράξη, στόχος ήταν η οικονομική αφαίμαξη. Τον «εκδημοκρατισμό» αναλάμβαναν να υλοποιήσουν αμερικανοί σύμβουλοι και στρατηγοί από τα λεγόμενα «δημοκρατικά ινστιτούτα». Οι επεμβάσεις αυτές, στην καλύτερη περίπτωση, συνοδεύονταν από πλήρη αποτυχία και στη χειρότερη δημιουργούσαν εμφύλιες συρράξεις, όπου οι αντιμαχόμενοι από κοινού, στο τέλος, στρέφονταν εναντίον των Αμερικανών. Η νέα αμερικανική κυβέρνηση διατείνεται ότι προκρίνει περισσότερο τις επεμβάσεις «μαλακής ισχύος». Αυτό σημαίνει, ότι θα χρησιμοποιούνται περισσότερο οι ΜΚΟ, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η προβολή της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του αμερικάνικου τρόπου ζωής και η επιβολή κυρώσεων.

 

Συνεργασία του Ειρηνικού

 

Το πώς θα πορευτεί η κυβέρνηση Μπάιντεν θα εξαρτηθεί από συνδυασμό πολλών παραγόντων. Η αμερικανική κυβέρνηση δεν είναι πλέον παντοδύναμη. Η παγκόσμια ηγεμονία της ολοένα και περισσότερο αποδυναμώνεται, κυρίως λόγω της διαρκώς αυξανόμενης οικονομικής ισχύος της Κίνας. Η αντιμετώπιση Κίνας και Ρωσίας από την Ουάσινγκτον αποδείχτηκε ισχυρός παράγοντας για την ενδυνάμωση της στρατηγικής τους συμμαχίας. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν συχνά ανάφερε ότι οι δύο χώρες δεν ενδιαφέρονται για σχηματισμό στρατιωτικής ένωσης, ούτε η κινεζική γεωπολιτική στρατηγική προσβλέπει σε στρατιωτικούς συνασπισμούς. Η Ρωσία δεν επιθυμεί στρατιωτικού τύπου εξάρτηση από την Κίνα και η τελευταία δεν ενδιαφέρεται να συμμετέχει σε αντιπαραθέσεις της Ρωσίας με τη Δύση. Όμως, όλο και συχνότερα πραγματοποιούνται κοινές στρατιωτικές ασκήσεις μεταξύ των δύο χωρών. Στρατιωτικοί αναλυτές μιλούν πλέον για άτυπη «Συνεργασία του Ειρηνικού» ή «Ευρωασιατική Συνεργασία».

Στις 22-23 Μαρτίου, ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας συναντήθηκε στο Πεκίνο με τον κινέζο ομόλογό του Βαν Ι. Στο κοινό ανακοινωθέν τονίστηκε ότι «δεν υπάρχει μόνο ένα μοντέλο δημοκρατίας» και ότι χρειάζεται «σεβασμός στα νόμιμα δικαιώματα των κυρίαρχων κρατών να αποφασίζουν αυτοτελώς για το δρόμο ανάπτυξης που θα ακολουθήσουν». Επίσης χαρακτηρίστηκε απαράδεκτη «η ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις κυρίαρχων κρατών, με πρόσχημα την προώθηση της δημοκρατίας».

Ο Σεργκέι Λαβρόφ πρότεινε να δημιουργηθεί ευρύς συνασπισμός χωρών απέναντι στις μονομερείς αμερικανικές κυρώσεις. Εξετάστηκαν, επίσης, τρόποι για την απεξάρτηση από τη δυτική οικονομική ηγεμονία, όπως η απομάκρυνση από τα διεθνή συστήματα πληρωμών, που ελέγχονται κυρίως από τις ΗΠΑ, μέσω της μετάβασης σε συναλλαγές με εθνικά και διεθνή νομίσματα, εναλλακτικά στο δολάριο.

 

Κατά τις «κινέζικης απειλής»

 

Αντίθετα, δεν κατέληξε σε κάποιο θετικό αποτέλεσμα η συνάντηση των αντιπροσωπειών των ΗΠΑ και της Κίνας, στην Αλάσκα στις 18 Μαρτίου. Ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών εκτόξευσε απειλές ότι η χώρα του μπορεί να περάσει σε ανοικτή αντιπαράθεση με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Εκ μέρους της κινεζικής αντιπροσωπείας, ο επικεφαλής για θέματα εξωτερικής πολιτικής της Κ.Ε. του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, Γιαν Τζέτσι, απάντησε με έντονο τρόπο αναφέροντας πως στις ΗΠΑ πλέον υπάρχει «αποδυναμωμένη δημοκρατία».

Οι κινέζοι εκπρόσωποι τόνισαν ότι θα ήταν καλύτερα οι ΗΠΑ να προσπαθήσουν να αποκαταστήσουν το κύρος τους, παρά να υπαγορεύουν στους άλλους τι να κάνουν. Όταν ο Άντονι Μπλίνκεν κατηγόρησε την Κίνα ότι με τις πράξεις της θέτει σε κίνδυνο την παγκόσμια ασφάλεια, η κινεζική αντιπροσωπεία αντέτεινε ότι οι ΗΠΑ πλέον δεν θα πρέπει να μιλούν εξ ονόματος όλου του κόσμου. Επίσης, ο κινέζος υπουργός Εξωτερικών Βαν Ι ανέφερε, ότι οι ΗΠΑ δε μπορούν να αντιμετωπίζουν την Κίνα από θέση ισχύος.

Οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών χειροτέρευσαν ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τραμπ, ο οποίος επιχείρησε να ξεκινήσει εμπορικό πόλεμο με την Κίνα. Οι ΗΠΑ κατηγορούν την Κίνα για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, για παραβίαση των κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας και του Ιράν, για καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καταπίεση των Ουιγούρων, καταστολή των διαδηλώσεων στο Χόνγκ-Κόνγκ και έλλειψη σεβασμού στο δικαίωμα της Ταιβάν για αυτοδιάθεση. Επίσης, κατηγορείται η Κίνα ότι απέκρυψε πληροφορίες για τον COVID-19 και για κυβερνοεπιθέσεις σε υποδομές των ΗΠΑ.

Η Κίνα αντιτίθεται και κατηγορεί τις ΗΠΑ, ότι προσπαθούν να εμποδίσουν την οικονομική της ανάπτυξη, επιβάλλοντας δασμούς στις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων. Η αντιφατικότητα της πολιτικής της κυβέρνησης Μπάιντεν είναι αντανάκλαση πολλών και αντικρουόμενων συμφερόντων στο εσωτερικό της. Ο συσχετισμός τους θα προσδιορίζει τη στάση των ΗΠΑ. Ο Τζο Μπάιντεν άλλωστε θεωρείται εκφραστής ελίτ στενά συνδεδεμένων με την κινεζική οικονομία.

Οι ΗΠΑ, προκειμένου να ενισχύσουν τη θέση τους κυρίως απέναντι στην Κίνα και την Ρωσία, προσπαθούν να επαναφέρουν παλιές συμμαχίες, όπως το κουαρτέτο στρατηγικής ένωσης Quad, στο οποίο μετείχαν οι ΗΠΑ, η Αυστραλία, η Ινδία και η Ιαπωνία. Στις 12 Μαρτίου έγινε τηλεδιάσκεψη των χωρών του Quad, με τη συμμετοχή και της Γαλλίας και αποφασίστηκε η πραγματοποίηση κοινής στρατιωτικής άσκησης στον Κόλπο της Βεγγάλης στις αρχές Απριλίου, η οποία θα στρέφεται κατά της «κινεζικής απειλής».

Σύμφωνα με τη λογική της κυβέρνησης Μπάιντεν, η Κίνα είναι ο βασικός αντίπαλος και η Ρωσία μια από τις μεγαλύτερες απειλές για τη διατήρηση της παγκόσμιας κυριαρχίας των ΗΠΑ. Εν τω μεταξύ, έχει ξεφτίσει το αμερικανικό όνειρο και το αφήγημα για υπεροχή της αμερικανικής δημοκρατίας, ιδιαίτερα μετά τα επεισόδια στο Καπιτώλιο και τις κατηγορίες για νοθεία.

Μιχάλης Ρένεσης Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet