Θα έπρεπε, άραγε, να μας ξαφνιάσει η προσωπική επίθεση, που εξαπέλυσε από το βήμα της Βουλής ο Γ. Βαρουφάκης εναντίον ηγετικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ κατά την πρόσφατη συζήτηση του νόμου για το Ελληνικό, κατονομάζοντάς τα ως υπεύθυνα ατομικά για όλα τα δεινά; Ισως όχι, γιατί δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνει, όπως γνωρίζουμε από το γνωστό βιβλίο του, που έγινε και ταινία.

 

Η επανάληψη της επίθεσης

 

Όταν όμως, μετά από λίγες μόνο μέρες, στη συζήτηση για τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής κατά του Νίκου Παππά, βρίσκει την ευκαιρία να επαναλάβει αυτή την προσωποποιημένη επίθεση μετατρέποντας την ομιλία του σε ένα «κατηγορώ» εναντίον της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, ισοπεδώνοντας τις ευθύνες για την ασύδοτη κατάσταση στο χώρο των μίντια επί δεκαετίες και μηδενίζοντας τις προσπάθειες να αντιστοιχηθεί αυτή, τουλάχιστον, με τις επιταγές του συντάγματος και των νόμων, τότε το ξάφνιασμα δεν αρκεί, χρειάζεται ερμηνεία των γεγονότων.

Γιατί στη συγκεκριμένη συνεδρίαση το ερώτημα ήταν «ναι» ή «όχι» στη σύσταση της προανακριτικής κατά του συγκεκριμένου προσώπου και χρειαζόταν ακροβατική δεινότητα για να μετατρέψει κάποιος την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα σε πολιτική καταγγελία του διασυρόμενου και απειλούμενου με ποινικές κυρώσεις πρώην υπουργού και του κόμματός του, χωρίς τον κίνδυνο να ταυτιστεί με την κυβερνητική πλειοψηφία (πράγμα που ορθά απέφυγε το ΚΚΕ). Το εύρημα της αποχής από την ψηφοφορία για τη σύσταση προανακριτικής πολιτικά δεν σημαίνει «όχι» και οπωσδήποτε δεν ενοχλεί ιδιαίτερα τη ΝΔ. Αντίθετα, την ικανοποιεί η ουσιαστική, άδικη και ισοπεδωτική ταύτιση της πολιτικής των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ στο πεδίο των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης. Ταύτιση που έρχεται σε πλήρη αντίθεση τόσο με την εχθρική στάση των συστημικών μέσων απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση και ως αξιωματική αντιπολίτευση, όσο και με τη σημερινή προνομιακή μεταχείριση που επιφυλάσσει η ΝΔ στους «ταλαιπωρημένους» από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ καναλάρχες.

 

Σύγκλιση ή διμέτωπος;

 

Εκείνο που κάνει πιο δύσκολη την ερμηνεία της στάσης τού Γ. Βαρουφάκη, είναι το γεγονός ότι πολύ πρόσφατα είχε απευθυνθεί τόσο στον ΣΥΡΙΖΑ όσο και στο ΚΚΕ προτείνοντας κάποιου είδους πολιτική συνεργασία και συνεννόηση. Πρόταση που ανακάλεσε στη μνήμη όλων μας τη θετική απήχηση από την κοινή στάση των τριών κομμάτων απέναντι στην αυταρχική απόπειρα αναστολής του δικαιώματος του συνέρχεσθαι με πρόσχημα την πανδημία. Τι είναι αυτό που προκαλεί σήμερα τη μεταστροφή; Αλλαξε η εκτίμηση για την κατάσταση, για τον ΣΥΡΙΖΑ, για τα οφέλη που θα μπορούσε να αποκομίσει το ΜέΡΑ25 από μια τέτοια πολιτική σύγκλισης; Εκτιμήθηκε από τον ίδιο ή συλλογικά από το κόμμα ότι είναι κατάλληλη η στιγμή, για να διεκδικηθεί μερίδιο από τη δεξαμενή, από την οποία και ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να αντλήσει εκλογικά; Θεωρεί πως ήρθε η ώρα να επιχειρήσει να χαράξει διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ και την ηγεσία του, τακτική που ούτε το ΚΚΕ δεν δοκιμάζει πια, όπως έκανε παλιότερα;

Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι σε δύο συνεντεύξεις που παραχώρησε, στον Β. Σκουρή και στον Μ. Κοτάκη, απάντησε με τον ίδιο τρόπο στο ερώτημα τι θα κάνει το κόμμα του στις επόμενες εκλογές, αν υπάρχει η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης χωρίς τη ΝΔ. Ούτε το ενδεχόμενο της ψήφου ανοχής σε μια τέτοια κυβέρνηση δεν άφησε να αιωρείται.

 

Η συλλογικότητα της προσωπικής ευθύνης

 

Πέρα, όμως, από τα αμιγώς πολιτικά ερωτήματα που εγείρει η συγκεκριμένη στάση, υπάρχει και ένα ζήτημα κανόνων πολιτικής συμπεριφοράς, για να το πούμε με τον ηπιότερο δυνατό τρόπο. Η προσωποποίηση των ευθυνών στην αριστερά, τουλάχιστον στη δική μας αριστερά, από δεκαετίες τώρα δεν γίνεται με καταγγελτικό τρόπο. Θέλουμε να την βλέπουμε σαν εξειδίκευση του απολογισμού μιας δράσης ή μιας περιόδου ή μιας πολιτικής, που έχει συλλογικό χαρακτήρα. Τόσο από την άποψη του πλήθους των ανθρώπων που συμμετέχουν στη συζήτηση, όσο και από την άποψη της απόδοσης και ανάληψης των ευθυνών. Το ζήτημα δεν είναι (και όποτε υπήρξε, κανένα πρόβλημα δεν έλυσε) να δακτυλοδείξουμε δυο-τρεις σαν υπεύθυνους, αλλά να αναζητήσουμε τις πολιτικές αιτίες των προβλημάτων, των λαθών, των αστοχιών καλλιεργώντας το αίσθημα της συνυπευθυνότητας. Γιατί αυτό το αίσθημα είναι που μπορεί να αποτρέψει τις αυθαιρεσίες και την επανάληψή τους. Όχι η υπόδειξη αποδιοπομπαίων τράγων. Η εξειδίκευση της ευθύνης, η λεπτομερέστερη απόδοσή της δεν μπορεί να καταντάει ένα είδος υπόδειξης «ατομικής ευθύνης» μέσα σε έναν αριστερό πολιτικό οργανισμό.

Είναι, λοιπόν, πολύ διαφορετικό πράγμα η εξειδίκευση των ευθυνών (προτιμότερο από την ατομοκρατική εξατομίκευση) και άλλο η απόσειση των ευθυνών με την επίρριψη της ενοχής προσωπικά σε κάποιους άλλους. Πιο πολύ με αυτό το τελευταίο μοιάζει η στάση του Γ. Βαρουφάκη, καθώς δεν έχει τύχει να ανιχνεύσουμε στις ομιλίες του στοιχεία αυτοκριτικού λόγου. Αντίθετα, η αίσθηση που αφήνουν συνήθως, είναι πως, όσο ο ίδιος μετείχε στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν – και ιδίως η διαπραγμάτευση. Ελπίζει προφανώς στην εξασθένηση της μνήμης μας όσον αφορά το περιεχόμενο της «συμφωνίας του Φεβρουαρίου» και τις εκτιμήσεις του για τις υποδείξεις της τρόικας.

Για όλα αυτά, όμως, και για πολλά άλλα θα ήταν λάθος να εξελιχθεί ένα πιγκ πογκ προσωπικών ευθυνών. Ευθύνεται συλλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ. Και ορθά μέχρι σήμερα, εξ όσων γνωρίζουμε, δεν επιχείρησε με δημόσιες τοποθετήσεις να διαπράξει το διαχωρισμό των ευθυνών, παρότι προέκυψε ο χωρισμός των δρόμων. Εχει αναλάβει, ως όφειλε, την ευθύνη για τις πράξεις και παραλείψεις και εκείνου. Καταβάλλει και το δικό του κόστος, όπως είχε ωφεληθεί και από την όποια συμβολή του. Δεν είναι παραχώρηση, υποχρέωσή του είναι. Ο Γ. Βαρουφάκης αντιλαμβάνεται πολύ καλά τη διαφορά. Απλώς επιλέγει μια διαφορετική συμπεριφορά, που εξυπηρετεί τα τρέχοντα πολιτικά σχέδιά του.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet