ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΣ
Άρθρο 1 Σκοπός

«Ο παρών νόμος αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου δια της ενεργού παρουσίας και των δύο γονέων κατά την ανατροφή του και την εκπλήρωση της ευθύνης τους έναντι αυτού».
Σχόλιο: Το συμφέρον του τέκνου είναι μία αόριστη νομική έννοια που εξειδικεύεται κατά περίπτωση από το Δικαστήριο. Δεν υπάρχει ένας ενδεδειγμένος τρόπος εξυπηρέτησης του συμφέροντος του τέκνου. Σε κάποιες περιπτώσεις το συμφέρον του τέκνου υπαγορεύει την αφαίρεση της γονικής μέριμνας από τον ένα γονέα ή και από τους δύο γονείς και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το συμφέρον του τέκνου εξυπηρετείται με την ενεργό παρουσία και των δύο γονέων.

 

Άρθρο 2 Αντικείμενο
«Αντικείμενο του νόμου αποτελεί η αναμόρφωση των σχέσεων μεταξύ γονέων και τέκνου μετά τη διακοπή της συμβίωσης των συζύγων, το διαζύγιο, την ακύρωση του γάμου ή τη λύση του συμφώνου συμβίωσης».

Σχόλιο: Δεν προσδιορίζεται από τον νομοθέτη σε σχέση με ποιο καθεστώς επιχειρείται να επιτευχθεί η αναμόρφωση: της διαμορφωθείσας κατά την διάρκεια της συμβίωσης κατάστασης ή της προϊσχύσασας μορφής του νόμου και της κρατούσης νομολογίας; Είναι φανερό ότι ο νομοθέτης προβαίνει σε εξαγγελίες που εμπεριέχουν εκ προοιμίου αρνητική ως προς τα νομοθετικώς ισχύοντα και δικαστικώς εφαρμοζόμενα στόχευση και κριτική, η οποία δεν προσήκει σε νομοθετικό έργο και γεννά αμφιβολίες σε σχέση με την αμεροληψία και την ουδετερότητά του.

 

Άρθρο 3 Κατοικία ανηλίκου - Τροποποίηση άρθρου 56 ΑΚ
«Ο ανήλικος που τελεί υπό γονική μέριμνα έχει κατοικία την κατοικία των γονέων του ή του γονέα που ασκεί μόνος του τη γονική μέριμνα. Αν τη γονική μέριμνα ασκούν και οι δύο γονείς χωρίς να έχουν την ίδια κατοικία, ο ανήλικος έχει κατοικία την κατοικία του γονέα με τον οποίο συνήθως διαμένει.
Η επίδοση εγγράφων που αφορούν το τέκνο γίνεται στην κατοικία οποιουδήποτε εκ των γονέων ή σε τρίτο που ασκεί την γονική μέριμνα.
Ο ανήλικος που τελεί υπό επιτροπεία ή όποιος τελεί υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, έχει κατοικία την κατοικία του επιτρόπου ή του δικαστικού συμπαραστάτη του.».
Προστίθεται στην υπάρχουσα μορφή του άρθρου η πρόβλεψη «Η επίδοση εγγράφων που αφορούν το τέκνο γίνεται στην κατοικία οποιουδήποτε εκ των γονέων ή σε τρίτο που ασκεί την γονική μέριμνα».
Σχόλιο: Η διάταξη είναι προβληματική και αντίκειται στον θεμελιώδη κανόνα της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας από τους γονείς. Οι γονείς, εφόσον ασκούν από κοινού την γονική μέριμνα, είναι και οι δύο νόμιμοι αντιπρόσωποι των ανηλίκων τέκνων τους σε κάθε προσωπική ή περιουσιακή υπόθεση που το αφορά. Η εκπροσώπηση του ανηλίκου τέκνου πρέπει να γίνεται υποχρεωτικά και από τους δύο γονείς προς τους οποίους πρέπει να επιδίδεται η κλήση για δικαστική παράσταση και δεν αρκεί για τη νομότυπη κλήτευση η κλήτευση του ενός (1510 παρ. 1 εδ. β και 126 ΚΠολΔ παρ 1 εδ. β).
Eξάλλου, κανένα πρόσωπο (ούτε ο ανήλικος) δύναται να έχει διπλή κατοικία. Σε περίπτωση χωριστής διαβίωσης των γονέων, το κριτήριο της συνήθους διαμονής είναι προβληματικό. Η επίδοση δικογράφου σε οποιοδήποτε γονέα, δηλ. ακόμη και σε αυτόν με τον οποίο το τέκνο δεν διαμένει συνήθως θα δημιουργήσει τεράστια προβλήματα, ιδίως σε περίπτωση τεταμένων σχέσεων μεταξύ των γονέων (λ.χ. αν το τέκνο έχει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία).

 

Άρθρο 5 Συμφέρον τέκνου - Τροποποίηση άρθρου 1511 ΑΚ
Άρθρο 1511 Άσκηση - ανάθεση γονικής μέριμνας κατά το συμφέρον του τέκνου

1. Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.
2. Στο συμφέρον του τέκνου, που εξυπηρετείται πρωτίστως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του, καθώς επίσης και στην αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθένα από αυτούς, πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο άσκησής της. Η απόφαση του δικαστηρίου λαμβάνει ιδίως υπόψη την ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, τη συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και τη συμμόρφωσή του με δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και με προηγούμενες συμφωνίες που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν το τέκνο.
3. Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας ιδίως του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας.
4. Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του, πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα και τα συμφέροντά του, εφόσον η γνώμη του τέκνου κριθεί από το δικαστήριο ότι δεν αποτελεί προϊόν καθοδήγησης ή υποβολής.».
Στην προτεινόμενη μορφή του σήμερα ισχύοντος άρθρου προστίθεται, στο εδάφιο 2, η εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος του τέκνου που λαμβάνει υπ’ όψιν του το δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασής του για την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή για τον τρόπο άσκησής της, με την φράση «που εξυπηρετείται πρωτίστως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του, καθώς επίσης και στην αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθένα από αυτούς». Προστίθεται επίσης το εδάφιο «Η απόφαση του δικαστηρίου λαμβάνει ιδίως υπόψη την ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, τη συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και τη συμμόρφωσή του με δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και με προηγούμενες συμφωνίες που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν το τέκνο».
Σχόλιο: Το προτεινόμενο άρθρο επιχειρεί και πάλι να εξειδικεύσει την αόριστη νομική έννοια του συμφέροντος του τέκνου, η οποία είναι έννοια νομική, με αξιολογικό περιεχόμενο, εκάστοτε εξειδικευόμενο από το ουσιαστικό δικαστήριο. Γι` αυτό η κρίση του δικαστηρίου ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε και για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. (ΑΠ 1976/2008). Σύμφωνα με πάγια νομολογία των εθνικών μας δικαστηρίων, το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του. Δηλαδή σύμφωνα με την πάγια νομολογία για την εκτίμηση του συμφέροντος του τέκνου λαμβάνονται υπ’ όψιν όλες οι περιστάσεις της εκάστοτε περίπτωσης που ποικίλουν και είναι, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, ο δεσμός του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, ενδεχομένως και με πρόσωπα του ευρύτερου περιβάλλοντος, το μέχρι και την διάσπαση ή το διαζύγιο σταθερώς διαμορφωμένο περιβάλλον και οι συνήθειες του παιδιού, ο χρόνος που μπορεί κάθε γονέας να διαθέσει, η καλή ψυχική και σωματική υγεία του γονέα κ.α.
Στον βαθμό που στο Νομοσχέδιο επιλέγονται περιοριστικώς κάποια από τα ενδεικτικά κριτήρια καθίσταται η διάταξη στενή και εξόχως προβληματική κατά την εφαρμογή της.
Οπωσδήποτε, κατά πάγια νομολογία, για τη λήψη της απόφασης προς το συμφέρον του τέκνου δεν εξετάζεται ο λόγος του διαζυγίου ή της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης ή ιδίως ποιος από τους δύο ευθύνεται για την λύση του γάμου εκτός και εάν η συμπεριφορά του υπαιτίου γονέα έχει επιδράσει στην άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας με τρόπο που αντιτίθεται στο συμφέρον του τέκνου και αναμένεται και έναντι του τέκνου η τήρηση ανάλογης συμπεριφοράς.
Ωστόσο η αναφορά στο αναμορφούμενο παρόν άρθρο –στο δεύτερο προστιθέμενο εδάφιο–, της φράσης «της συμπεριφοράς κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα» χωρίς σύνδεση της συμπεριφοράς με δυσμενείς συνέπειες για το τέκνο και πρόκλησης βλάβης σε αυτό, κινδυνεύει να εισαγάγει το στοιχείο της υπαιτιότητας στις σχέσεις των πρώην συζύγων ως καίριο για την ανάθεση της επιμέλειας του τέκνου. Από μόνη της δε, η αδόκιμη και αόριστη η φράση «κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα» θα οδηγήσει νομοτελειακά σε δικόγραφα 100άδων σελίδων που θα αναλύουν λεπτομερειακά όλη τη συμπεριφορά των γονέων από τη γέννηση του παιδιού και κατ’ αποτέλεσμα θα επιτείνει την αντιδικία μεταξύ των γονέων.
Τέλος, δεν μπορεί να ανάγεται ως κριτήριο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του τέκνου η τήρηση από τον γονέα τυχόν προγενέστερων συμφωνιών (ακόμη και εξωδικαστικών), οι οποίες de factο ενδέχεται να αποδείχθηκαν αντίθετες με το συμφέρον του τέκνου.
Αναφορικώς με την πρόβλεψη ότι «για την ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας θα λαμβάνεται υπ’ όψιν η συμμόρφωση του γονέα με δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και με προηγούμενες συμφωνίες που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν το τέκνο» τίθεται το ζήτημα στην μεν μη συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις εάν έχει κριθεί δικαστικώς στα ποινικά δικαστήρια η μη συμμόρφωση με το διατακτικό αυτών (άρθρο 169Α Ποινικού Κώδικα) και αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι που επιβάλλουν στον γονέα, για την προστασία του συμφέροντος του τέκνου του, να μην συμμορφωθεί με τις δικαστικές αποφάσεις οι οποίοι υπήρχαν κατά την έκδοσή τους ή προέκυψαν μετά. (κακοποίηση του τέκνου κατά την διάρκεια της επικοινωνίας, ασέλγεια κ.α.), δηλαδή αν έχουν τελεσθεί σε βάρος του τέκνου ή του άλλου γονέα ποινικά αδικήματα που βρίσκονται στο στάδιο της διερεύνησης. Είναι γνωστό πόσο χρονοβόρα μπορεί να είναι η σχετική ποινική διαδικασία, ιδίως μάλιστα όσον αφορά κακουργηματικές πράξεις, ώστε στον χρόνο που εκδικάζεται σε επίπεδο ασφαλιστικών μέτρων ή κυρίας δίκης η ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας να μην έχει προλάβει εκδοθεί ποινική απόφαση κατά του υπαιτίου γονέα.
Συνεπώς, δεν μπορεί να τίθεται το ανελαστικό κριτήριο της μη συμμόρφωσης με δικαστικές αποφάσεις ή εισαγγελικές διατάξεις ως καθοδηγητικός και καθοριστικός παράγοντας για την ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας.
Περεταίρω, το εδάφιο 4 προβλέπει: «Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του, πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα και τα συμφέροντά του, εφόσον η γνώμη του τέκνου κριθεί από το δικαστήριο ότι δεν αποτελεί προϊόν καθοδήγησης ή υποβολής.».
Η προϋπόθεση «εφόσον η γνώμη του τέκνου κριθεί από το δικαστήριο ότι δεν αποτελεί προϊόν καθοδήγησης ή υποβολής» ενυπήρχε ως σιωπηρή παραδοχή σε όλες τις εκτιμήσεις της γνώμης του τέκνου από τα δικαστήρια. Στις περιπτώσεις όπου η γνώμη του τέκνου δεν λαμβανόταν υπ’ όψιν, ήταν λόγω έλλειψης ωριμότητας ή ένδειξης επηρεασμού της από τον άλλο γονέα και η σχετική αξιολόγηση του δικαστηρίου περιλαμβανόταν ρητώς και αιτιολογημένως στο σκεπτικό της αποφάσεως. Ωστόσο, η ρητή εισαγωγή της πρόβλεψης αυτής δεικνύει την αρνητική στόχευση του νομοσχεδίου σε σχέση με το συμφέρον του τέκνου και απηχεί την δυστυχώς διαδομένη προκατάληψη ότι το παιδί δεν έχει ελεύθερη βούληση, παραβιάζοντας έτσι διεθνείς κανόνες και συμβάσεις για την προστασία των δικαιωμάτων και της προσωπικότητας του παιδιού, το οποίο θεωρείται αυτοτελής προσωπικότητα με δική του βούληση και αυτοτελώς προστατευτέα δικαιώματα. Ιδίως η πρόβλεψη αυτή παραβιάζει την διάταξη του άρθρου 12 της Διεθνούς Συμβάσεως για τα δικαιώματα του παιδιού, σύμφωνα με την οποία λαμβάνεται υπ’ όψιν η γνώμη του παιδιού αναλόγως με την ηλικία και την ωριμότητά του χωρίς άλλα κριτήρια.

 

Άρθρο 6 Διαμεσολάβηση - Αντικατάσταση άρθρου 1512 ΑΚ
Το άρθρο 1512 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 1512 Σε περίπτωση διαφωνίας

Κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας οι γονείς υποχρεούνται να καταβάλλουν προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων, προσφεύγοντας, εάν είναι απαραίτητο, σε διαμεσολάβηση. Αν διαφωνούν και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το δικαστήριο.».
Σχόλιο: Παρ’ ότι η διαμεσολάβηση έχει ήδη καταστεί υποχρεωτική από το νόμο 4640/2019 προκειμένου η υπόθεση να μπορεί να συζητηθεί στο δικαστήριο, το νομοσχέδιο επιτείνει την ήδη υπάρχουσα παραβίαση του άρθρου 48 της Συμβάσεως της Κωνσταντινούπολης, που κυρώθηκε με τον Νόμο 4531/2018, που ορίζει ότι «Τα Μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα για να απαγορεύσουν τις υποχρεωτικές εναλλακτικές διαδικασίες επίλυσης διαφορών, συμπεριλαμβανομένης της διαμεσολάβησης και του συμβιβασμού, αναφορικά με όλες τις μορφές βίας που καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας Σύμβασης». Και τούτο γιατί προβλέπει την διενέργεια διαμεσολάβησης και κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας χωρίς να προβλέπει εξαίρεση στις περιπτώσεις όπου έχει λάβει ώρα ενδοοικογενειακή βία ή και άλλες μορφές βίας εις βάρος του γονέα ή/και του τέκνου, επιτείνοντας την θυματοποίηση του γονέα αυτού, παραγνωρίζοντας και το πραγματικό δεδομένο ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μπορεί να λειτουργήσει ο θεσμός της διαμεσολάβησης.

 

Άρθρο 7 Από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου και διάστασης των συζύγων - Αντικατάσταση τίτλου και άρθρου 1513 ΑΚ
«Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο επιχειρεί τις πράξεις που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 1516 του Αστικού Κώδικα, κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης του άλλου γονέα».
Σχόλιο: Η νέα διάταξη εναρμονίζεται με τον κανόνα της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας και από τους δύο γονείς, που εισάγει το άρθρο 1510 ΑΚ. Ωστόσο, στο υπό τροποποίηση άρθρο η προσθήκη του επιρρήματος «εξίσου» προκαλεί ερμηνευτικά προβλήματα καθώς δεν είναι ξεκάθαρο αν αναφέρεται σε ισότητα στην κατανομή του χρόνου ή σε ισοτιμία  ως προς την άσκηση του δικαιώματος. 

Η πρότασή μας: Να απαλειφθεί το επίρρημα «εξίσου»

 

Άρθρο 8 Παρέκκλιση από την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας – Αντικατάσταση τίτλου και άρθρου 1514 ΑΚ
Άρθρο 1514 Παρέκκλιση από την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας

1. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 1513 του Αστικού Κώδικα, οι γονείς μπορούν με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας να ρυθμίζουν, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο (2) ετών, διαφορετικά την κατανομή της γονικής μέριμνας, ιδίως να αναθέτουν την άσκησή της στον έναν από αυτούς, και να καθορίζουν τον τόπο κατοικίας του τέκνου τους, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει, καθώς και τον τρόπο επικοινωνίας του με τον άλλο γονέα.
2. Αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων και ιδίως αν ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει σ’ αυτή ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας ή αν η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου, καθένας από τους γονείς μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο.
3. Το δικαστήριο μπορεί ανάλογα με την περίπτωση:
α) να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ’ ιδίαν θέματα ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο,
β) να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ή να λάβει οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέτρο,
γ) να διατάξει διαμεσολάβηση ή την επανάληψη διακοπείσας διαμεσολάβησης, ορίζοντας συγχρόνως τον διαμεσολαβητή.
Για τη λήψη της απόφασής του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου για την άσκηση της γονικής μέριμνας.».
Σχόλιο: Εισάγεται στις προβλέψεις του υπάρχοντος άρθρου 1513 ΑΚ η ρύθμιση της δυνατότητας των γονέων να μπορούν με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας να ρυθμίζουν, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο (2) ετών, διαφορετικά την κατανομή της γονικής μέριμνας, ιδίως να αναθέτουν την άσκησή της στον έναν από αυτούς, και να καθορίζουν τον τόπο κατοικίας του τέκνου τους, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει, καθώς και τον τρόπο επικοινωνίας του με τον άλλο γονέα.
Επίσης, εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ανατίθεται από το δικαστήριο η άσκηση της γονικής μέριμνας στον έναν γονέα ή και στους δύο από κοινού ή σε τρίτον.
Ωστόσο, δημιουργείται μία σημαντική ασάφεια με την αναφορά του τελευταίου εδαφίου, που προβλέπει ότι για τη λήψη της απόφασής του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου για την άσκηση της γονικής μέριμνας.
Δεν καθίσταται και πάλι σαφές αν ο νομοθέτης αναφέρεται στην άσκηση της γονικής μέριμνας, της οποίας ο κανόνας είναι η κοινή άσκηση ή στην άσκηση της επιμέλειας, επιμέρους έκφανσης της γονικής μέριμνας.
Τέλος, η διάταξη, δίνοντας την δυνατότητα στο δικαστήριο μετά από προσφυγή του γονέα που παραπονείται για τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας από τον άλλο γονέα, να διατάξει διαμεσολάβηση παραβιάζει, όπως αναφέρθηκε παραπάνω στο σχόλιό μας στο άρθρο 1512 ΑΚ, την διάταξη του άρθρου 48 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, που κυρώθηκε με τον Νόμο 4531/2018.
Η διαμεσολάβηση συνιστά εναλλακτικό τρόπο επίλυσης διαφοράς που προϋποθέτει την εκούσια συμμετοχή των ενδιαφερομένων μερών (τούτο αποτελεί προϋπόθεση επιτυχίας της επιτυχούς έκβασής της). Το Δικαστήριο απεκδύεται της υποχρέωσής του να επιληφθεί διαφοράς και να την επιλύσει. Παρέχεται «εύκολη» διέξοδο στο Δικαστήριο να αρνηθεί την τομή της διαφοράς, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ταυτόχρονα, συνολικά θεωρούμενο το νομοσχέδιο αυξάνει θεαματικά τις περιπτώσεις όπου οι από κοινού ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς δικαιούνται να προσφεύγουν στο Δικαστήριο (σχεδόν σε κάθε διαφωνία τους για θέματα που αφορούν το τέκνο).
Προβληματική τέλος είναι και η επανειλημμένη αναφορά του νομοσχεδίου σε αυξημένη αποδεικτική αξία των (προγενέστερων) συμφωνιών των γονέων. Ελλοχεύει ο κίνδυνος να αποτελέσουν τα ανήλικα τέκνα προϊόν συναλλαγής στην ευρύτερη διευθέτηση όλων των ζητημάτων που ανακύπτουν από τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης.

 

Άρθρο 9 Τέκνα χωρίς γάμο των γονέων τους - Αντικατάσταση άρθρου 1515 ΑΚ
Άρθρο 1515 Τέκνα χωρίς γάμο των γονέων τους

Η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του ανήκει στη μητέρα του. Όταν το τέκνο αναγνωρίζεται εκούσια ή δικαστικά με αγωγή που άσκησε ο πατέρας, αποκτά γονική μέριμνα και ο πατέρας, την οποία ασκεί από κοινού με τη μητέρα. Αν οι γονείς δεν ζουν μαζί, εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 1513 και 1514 του Αστικού Κώδικα.
Σε περίπτωση δικαστικής αναγνώρισης, στην οποία αντιδίκησε ο πατέρας, αυτός δεν ασκεί γονική μέριμνα ούτε αναπληρώνει τη μητέρα στην άσκησή της, εκτός αν υπάρχει συμφωνία των γονέων. Το δικαστήριο μπορεί, αν το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου, να αποφασίσει διαφορετικά μετά από αίτηση του πατέρα.»
Σχόλιο: Στην διάταξη αυτή εισάγεται η πρόβλεψη της άσκησης της γονικής μέριμνας και από τον εξ αναγνωρίσεως πατέρα εφόσον αυτός δεν αντιδίκησε στην δίκη της αναγνώρισης του τέκνου. Στην ισχύουσα μορφή ο εξ αναγνωρίσεως πατέρας είναι φορέας της γονικής μέριμνας αλλά την ασκεί μόνον αν η μητέρα έχει εκπέσει ή αν αυτή να την ασκήσει για νομικούς ή πραγματικούς λόγους ή αν υπάρχει συμφωνία των γονέων.
Ενώ η αιτιολογική έκθεση αναφέρει ως σκοπό του άρθρου τη θέσπιση της δυνατότητας για τον πατέρα που έχει εναχθεί με αγωγή αναγνώρισης πατρότητας να ζητήσει από το Δικαστήριο να ασκεί από κοινού με την μητέρα την γονική μέριμνα του τέκνου (κάτι δηλαδή που υπό και τον ισχύοντα Αστικό Κώδικα προβλέπεται), τελικά αυτό που έρχεται να αλλάξει το συγκεκριμένο υπό ψήφιση άρθρο είναι η μέχρι τώρα ρύθμιση περί άσκησης της γονικής μέριμνας αποκλειστικά από την μητέρα εκουσίως αναγνωρισμένου τέκνου εκτός γάμου!
Βεβαίως η σύγχρονη οικογένεια μπορεί να στηρίζεται και σε ένα συναινετικό μοντέλο ελεύθερης συμβίωσης των γονέων. Το ζήτημα δημιουργείται σε περιπτώσεις που το τέκνο δεν έχει προκύψει μέσα από έναν σταθερό δεσμό των γονέων του και εδώ ελλοχεύει ο κίνδυνος, στην περίπτωση τυχαίας ερωτική συνεύρεσης από όπου προέκυψε μια κυοφορία, η μητέρα να έχει επιφυλάξεις και να αποτρέπεται τελικά να συναινέσει σε μια εκούσια αναγνώριση του τέκνου, υπό τη αγωνία ότι δεν είναι σίγουρη για την συνολική συμπεριφορά του πατέρα κατά την ενάσκηση από κοινού της γονικής μέριμνας του τέκνου. Δεν πρέπει συνεπώς να νομοθετηθεί η κατά τεκμήριο συνάσκηση της γονικής μέριμνας σε περιπτώσεις εκούσιας αναγνώρισης τέκνων αλλά να προβλέπεται η δικαστική ρύθμιση της κοινής άσκησης γονικής μέριμνας.

 

Άρθρο 10 Πράξεις από τον ένα γονέα - Τροποποίηση άρθρου 1516 ΑΚ
Άρθρο 1516 Πράξεις από τον ένα γονέα

Ο καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναφερόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας:
1. Όταν πρόκειται για συνήθεις πράξεις επιμέλειας του προσώπου του τέκνου ή για την τρέχουσα διαχείριση της περιουσίας του ή για πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα,
2. Όταν πρόκειται για τη λήψη δήλωσης της βούλησης που είναι απευθυντέα προς το τέκνο.
Στις περιπτώσεις διακοπής της συμβίωσης των γονέων, διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου τους, καθώς και όταν πρόκειται για τέκνο γεννημένο χωρίς γάμο των γονέων του, κάθε ένας από τους γονείς μπορεί να ασκεί τις αξιώσεις διατροφής που έχει το τέκνο κατά του άλλου γονέα ή τρίτου.»
Σχόλιο: Στο συγκεκριμένο άρθρο αφαιρείται η πρόβλεψη ότι τις αξιώσεις διατροφής τις ασκεί ο γονέας που έχει την επιμέλεια κατά του γονέα που δεν έχει την επιμέλεια του τέκνου και εισάγεται η πρόβλεψη ότι κάθε γονέας μπορεί να ασκεί κατά του άλλου τις αξιώσεις διατροφής του τέκνου. Η διάταξη εναρμονίζεται με την γενική διάταξη του άρθρου 1484 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία το ανήλικο έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του εφόσον τα εισοδήματά του δεν αρκούν για την διατροφή του. Ωστόσο, στις σχετικές δίκες θα εκλείπει το έννομο συμφέρον του γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια του τέκνου να ζητά διατροφή από τον γονέα που ασκεί την επιμέλειά του και υποβάλλεται στις καθημερινές δαπάνες για λογαριασμό του τέκνου. Αν ασκηθεί τέτοια αγωγή θα απορρίπτεται ως απαράδεκτη ή ουσία αβάσιμη. Συνεπώς δεν γίνεται αντιληπτός ο στόχος και το πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης.
Πέραν των ανωτέρω, η διάταξη αυτή είναι βαθιά προβληματική τόσο από δογματική όσο και από πρακτική σκοπιά καθώς δίνει την δυνατότητα και στους δύο γονείς, να ασκούν ένδικα βοηθήματα. Άμεσο αποτέλεσμα από την εφαρμογή της θα είναι τουλάχιστον ο διπλασιασμός (ποσοτικά) των εισαγωγικών δικογράφων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την επιβάρυνση των πινακίων και τις χρεώσεις. Ως απάντηση σε μία αγωγή διατροφής προσήκει πλέον η άσκηση αντίθετης αγωγής διατροφής του άλλου γονέα (όχι απλώς η προβολή απαντητικών ισχυρισμών - ενστάσεων).

 

Άρθρο 11 Επιμέλεια του προσώπου - Προσθήκη εδαφίου στο άρθρο 1518 ΑΚ
Άρθρο 1518 Επιμέλεια του προσώπου

Η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του.
Κατά την ανατροφή του τέκνου οι γονείς το ενισχύουν, χωρίς διάκριση φύλου, να αναπτύσσει υπεύθυνα και με κοινωνική συνείδηση την προσωπικότητά του. Η λήψη σωφρονιστικών μέτρων επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτά είναι παιδαγωγικώς αναγκαία και δεν θίγουν την αξιοπρέπεια του τέκνου.
Κατά τη μόρφωση και την επαγγελματική εκπαίδευση του τέκνου οι γονείς λαμβάνουν υπόψη τις ικανότητες και τις προσωπικές του κλίσεις. Γι’ αυτό τον σκοπό οφείλουν να συνεργάζονται με το σχολείο και αν υπάρχει ανάγκη, να ζητούν τη συνδρομή αρμοδίων κρατικών υπηρεσιών ή δημοσίων οργανισμών.
Κάθε γονέας υποχρεούται να διαφυλάσσει και να ενισχύει την σχέση του τέκνου με τον άλλο γονέα, τους αδελφούς του, καθώς και με την οικογένεια του άλλου γονέα, ιδίως όταν οι γονείς δεν ζουν μαζί ή ο άλλος γονέας έχει αποβιώσει.».
Σχόλιο: Προστίθεται η πρόβλεψη «κάθε γονέας υποχρεούται να διαφυλάσσει και να ενισχύει την σχέση του τέκνου με τον άλλο γονέα, τους αδελφούς του, καθώς και με την οικογένεια του άλλου γονέα, ιδίως όταν οι γονείς δεν ζουν μαζί ή ο άλλος γονέας έχει αποβιώσει». Ωστόσο τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να θεσπισθεί άνευ ετέρου. Υπάρχουν περιπτώσεις που συντρέχουν απολύτως δικαιολογημένοι λόγοι για τους οποίους το παιδί δεν επιθυμεί να διατηρήσει στενή ή και επιθυμεί να μην διατηρήσει καμία σχέση με τον μη έχοντα την επιμέλειά του γονέα και την οικογένειά του (π.χ κακοποίηση, ασέλγεια κ.α.) και κατ’ επέκταση ο άλλος γονέας δεν μπορεί να έχει εκ του νόμου υποχρέωση να κάμψει την βούληση του παιδιού του και να το εκθέσει σε κίνδυνο. Αυτή η πρόβλεψη καταλύει την αυτοπροαίρετο της βουλήσεως του παιδιού και τα διεθνώς αναγνωρισμένα δικαιώματά του, κυρίως όμως το δικαίωμα στην προσωπικότητα.
Επιπροσθέτως, η συγκεκριμένη προσθήκη περί υποχρέωσης εκάστου γονέα να διαφυλάξει και να ενισχύσει τη σχέση των τέκνων με τον έτερο γονέα και την οικογένειά του φοβούμαστε πως εντάσσεται στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της αμφισβητούμενης επιστημονικής σημασίας  «γονεϊκής αποξένωσης» που θέλησε να προωθήσει το πολλά υποσχόμενο σ/ν, ωστόσο αποτελεί ευθύνη του κάθε γονέα πρωτίστως το να οικοδομεί μια υγιή σχέση συναισθηματικής εγγύτητας με το τέκνο του. Περαιτέρω η οριζόντια αναφορά σε υποχρέωση διαφύλαξης και ενίσχυσης είναι προβληματική στις περιπτώσεις που ο έτερος γονέας δεν ενεργεί, παρότι εξίσου οφείλει, προς την ίδια κατεύθυνση!
Η διάταξη αυτή θα γεννήσει σωρεία νέων δικών, υπερφορτώνοντας τα Δικαστήρια όλης της χώρας (συνεκτιμωμένου του γεγονότος ότι καλύπτει και τις εκκρεμείς υποθέσεις). Ιδίως εν όψει της νέας διάταξης του άρθρ. 1532 ΑΚ.
Η πρότασή μας: Ορθότερο κρίνεται να θεσπιστεί μια υποχρέωση παράλειψης κάθε αδικαιολόγητης πράξης που αποσκοπεί στην υπονόμευση της σχέσης του τέκνου με τον έτερο γονέα.

 

Αρθρο 12 Από κοινού άσκηση της επιμέλειας του τέκνου σε σημαντικά ζητήματα - Αντικατάσταση τίτλου και άρθρου 1519 ΑΚ
Άρθρο 1519 Σημαντικά ζητήματα επιμέλειας τέκνου

Όταν η επιμέλεια ασκείται από τον ένα γονέα ή έχει γίνει κατανομή της μεταξύ των γονέων, οι αποφάσεις για την ονοματοδοσία του τέκνου, για το θρήσκευμα, για ζητήματα της υγείας του, εκτός από τα επείγοντα και τα εντελώς τρέχοντα, καθώς και για ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του, λαμβάνονται από τους δύο γονείς από κοινού. Τα δύο τελευταία εδάφια του άρθρου 1510 και το άρθρο 1512 του Α.Κ. εφαρμόζονται αναλόγως.
Για τη μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου που επιδρά ουσιωδώς στο δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, απαιτείται προηγούμενη έγγραφη συμφωνία των γονέων ή προηγούμενη δικαστική απόφαση που εκδίδεται μετά από αίτηση ενός από τους γονείς. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο.
Ο γονέας στον οποίο δεν έχει ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας έχει το δικαίωμα να ζητά από τον άλλο πληροφορίες για το πρόσωπο και την περιουσία του τέκνου.».
Σχόλιο: Το άρθρο αυτό, όπως τροποποιείται, αντιφάσκει προς την προηγούμενη γενικότερη διάταξη του άρθρου 1518 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία στην έννοια της επιμέλειας υπάγεται η γενικότερη επίβλεψη του τέκνου, η εκπαίδευση και η επιλογή του τόπου διαμονής του. Η εξαίρεση που διαλαμβάνει το παρόν άρθρο, υπάγει τα ζητήματα υγείας, εκτός από τα επείγοντα και εντελώς τρέχοντα, καθώς και τα ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του παιδιού στην υποχρεωτική συμφωνία και των δύο γονέων, και στην περίπτωση μη επίτευξης αυτής της συμφωνίας, στην κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 1512 ΑΚ, εδ. β’, υποχρεωτική προσφυγή στο δικαστήριο για την άρση της διαφωνίας. Αυτή η πρόβλεψη, εκτός του ότι αντιστρατεύεται τη νομοθετικά ισχύουσα έννοια της επιμέλειας, θα προκαλέσει πλείστα όσα ερμηνευτικά προβλήματα, όπως επί παραδείγματι το πώς θα κρίνεται ο επείγων σε αντιδιαστολή προς τον τρέχοντα χαρακτήρα και πώς θα διαφοροποιούνται οι αποφάσεις επί εκπαιδευτικών θεμάτων σε αυτές  που είναι αποφασιστικές και σε αυτές που δεν είναι.
Το βέβαιο είναι ότι θα δημιουργηθούν τεράστια θέματα φόρτου υποθέσεων των δικαστηρίων, καθώς οι γονείς που δεν έχουν καλές σχέσεις και συνεννόηση θα καταφεύγουν σε αυτά, με τον γονέα που δεν έχει την επιμέλεια να αντιμάχεται τις αποφάσεις του άλλου γονέα. Κατ’ αποτέλεσμα, ζητήματα καθημερινότητας του παιδιού θα τίθενται σε αναστολή μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το δικαστήριο. Ο γονέας που έχει την επιμέλεια, ο οποίος και φέρει τα οικονομικά βάρη της ανατροφής του παιδιού με πενιχρή, πολλές φορές ενίσχυση-διατροφή από τον άλλο γονέα, θα είναι υποχρεωμένος να υποβάλλεται σε οικονομικά έξοδα για την συνεχή δικαστική του εκπροσώπηση. Τέλος, η διάταξη όπως και άλλες διατάξεις εντός του νομοσχεδίου, αμφισβητεί το τεκμήριο που έχουν οι αποφάσεις του έχοντος την επιμέλεια γονέα ότι λαμβάνονται προς το συμφέρον του τέκνου και οδηγεί στην αποδυνάμωση των διακριτικών του ευχερειών επί ζημία τελικώς του συμφέροντος του ίδιου του τέκνου.
Περαιτέρω, η πρόβλεψη ότι «για τη μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου που επιδρά ουσιωδώς στο δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, απαιτείται προηγούμενη έγγραφη συμφωνία των γονέων ή προηγούμενη δικαστική απόφαση που εκδίδεται μετά από αίτηση ενός από τους γονείς. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο» αντίκειται προς το ισχύον αλλά και το ίδιο το προτεινόμενο άρθρο 1518 παρ. 1. Συμφώνως προς το τελευταίο, ο έχων την επιμέλεια του τέκνου γονέας μπορεί να προσδιορίζει τον τόπο διαμονής του, εφόσον αυτό το δικαίωμα υπάγεται στην έννοια της επιμέλειας του προσώπου. Το ισχύον αλλά και το προτεινόμενο άρθρο 1519 ΑΚ, εκτός του ότι αντιβαίνουν προς την ανωτέρω γενικότερη διάταξη του άρθρου 1518 ΑΚ, επιρρίπτουν χωρίς διακρίσεις και ειδικότερες προϋποθέσεις (π.χ. μετεγκατάσταση του έχοντος την επιμέλεια γονέα σε άλλη χώρα) και κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, στον γονέα που ασκεί την επιμέλεια, ένα βάρος το οποίο όχι μόνον νομικώς προσκρούει στην έννοια της επιμέλειας αλλά περιορίζει το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα του γονέα αυτού στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και στο δικαίωμα εργασίας.
Είναι σαφές ότι ένας γονέας που θα ασκεί την επιμέλεια του παιδιού υπό τους δεκάδες περιορισμούς που θέτει το νομοσχέδιο, δέσμιος στην πραγματικότητα της συναίνεσης του άλλου γονέα, δεν θα είναι ήρεμος και ευτυχισμένος και αυτό θα έχει το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο, δηλαδή θα αποβεί εις βάρος και όχι προς όφελος των συμφερόντων του τέκνου που διαμένει κατά κύριο λόγο μαζί του.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΚΑΚΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
Άρθρο 13 Δικαίωμα επικοινωνίας - Αντικατάσταση άρθρου 1520 ΑΚ
Άρθρο 1520 Προσωπική επικοινωνία

1. Ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση της, κατά το δυνατό, ευρύτερης επικοινωνίας με αυτό, στην οποία περιλαμβάνονται, τόσο η φυσική παρουσία και επαφή αυτού με το τέκνο, όσο και η διαμονή του τέκνου στην οικία του. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο οφείλει να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία του τέκνου με τον άλλο γονέα σε καθημερινή βάση. Ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με φυσική παρουσία με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει, τεκμαίρεται στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου επικοινωνίας, εκτός αν ο γονέας αυτός ζητά μικρότερο χρόνο επικοινωνίας, ή επιβάλλεται να καθορισθεί μικρότερος ή μεγαλύτερος χρόνος επικοινωνίας για λόγους που αφορούν στις συνθήκες διαβίωσης ή στο συμφέρον του τέκνου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, δεν διαταράσσεται η καθημερινότητα του τέκνου. Αποκλεισμός ή περιορισμός της επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους, ιδίως όταν ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για ενδοοικογενειακή βία ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.
2. Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους ανώτερους ανιόντες και τους αδελφούς του, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τρίτους που έχουν αναπτύξει μαζί του κοινωνικοσυναισθηματική σχέση οικογενειακής φύσης, εφόσον με την επικοινωνία εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου.
3. Τα σχετικά με την επικοινωνία ζητήματα καθορίζονται ειδικότερα είτε με έγγραφη συμφωνία των γονέων είτε από το δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται και η παρ. 4 του άρθρου 1511. Όταν συντρέχει περίπτωση κακής ή καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας, ο άλλος γονέας ή κάθε ένας από τους γονείς, αν πρόκειται για επικοινωνία με τρίτο, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο τη μεταρρύθμιση της επικοινωνίας.»
Σχόλιο: Το εξόχως προβληματικό αυτό άρθρο επιχειρεί να εξειδικεύσει το ισχύον άρθρο, ωστόσο αποτυγχάνει, καθώς δεν μπορεί να εξειδικευθεί ο τρόπος ασκήσεως των λειτουργικών δικαιωμάτων του οικογενειακού διακαίου, ακριβώς λόγω της φύσεώς τους, δηλαδή της ρευστότητας και της πολυπλοκότητας της φύσεως των οικογενειακών σχέσεων και της αορίστου νομικής εννοίας του συμφέροντος του τέκνου, προς το οποίο κάθε διάταξη και απόφαση πρέπει να αποβλέπει. Δημιουργεί δε προβλήματα υπολογισμού του τεκμηρίου επικοινωνίας 1/3 (σε ποια βάση θα υπολογίζεται αυτό, ημερήσια, μηνιαία ή ετήσια, θα αφαιρούνται οι ώρες ύπνου του τέκνου, θα αφαιρούνται οι ώρες σχολείου ή δραστηριοτήτων κ.α.) τόσο κατά την έκδοση της αποφάσεως όσο (το κυριότερο) και κατά την εφαρμογή αυτής, με αποτέλεσμα να βλάπτεται η ομαλή διαβίωση του έχοντος την επιμέλεια γονέα και του ίδιου του τέκνου, και να βρίσκονται αυτοί σε ανασφάλεια ως προς το τι ισχύει και πώς εφαρμόζεται. Το κυριότερο είναι ότι κάθε περίπτωση είναι μοναδική και η εφαρμογή ενός οριζόντιου κανόνα θα δημιουργήσει προβλήματα που θα αποβούν τελικώς εις βάρος του συμφέροντος του τέκνου. Περαιτέρω, ο γονέας που έχει την επιμέλεια του τέκνου μπορεί για σοβαρούς λόγους να μην υποχρεούται να ενθαρρύνει την καθημερινή ή οπωσδήποτε ευρύτατη επικοινωνία του τέκνου με τον άλλο γονέα, ενώ μία τέτοια υποχρέωση αίρει το αυτοπροαίρετο της βουλήσεως του παιδιού και παραβιάζει το δικαίωμα στην προσωπικότητά του.
Περαιτέρω, η συχνή μετάβαση του τέκνου από το σπίτι του ενός γονέα στο σπίτι του άλλου θα διαταράξει το αναγκαίο για την ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού αίσθημα ασφάλειας, ενώ παρεισφρέουν και άλλα πρακτικά προβλήματα, όπως οι δραστηριότητες του παιδιού ανάλογα με την ηλικία του που πρέπει να τηρηθούν, η μεγάλη χιλιομετρική απόσταση των δύο οικιών, η ύπαρξη δύο παιδιών με διαφορετικά προγράμματα και διαφορετικό χρόνο υπολογισμού του «1/3», η αδυναμία συνεννόησης των γονέων σε περίπτωση συγκρουσιακού διαζυγίου ή διαστάσεως, η οποία όμως (συνεννόση) θα επιβάλλεται να υπάρχει όταν η επικοινωνία με τον άλλο γονέα θα είναι τόσο συχνή, ιδίως όταν τα παιδιά είναι μικρής ηλικίας.
Το σπουδαιότερο πρόβλημα της διατάξεως είναι ότι προβλέπει ότι ο αποκλεισμός ή περιορισμός της επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους, ιδίως όταν ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για ενδοοικογενειακή βία ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. Η πρόβλεψη της αμετάκλητης καταδίκης σε περίπτωση τέλεσης των παραπάνω ποινικών αδικημάτων σε βάρος του παιδιού θα καταλείπει εις βάρος της σωματικής και ψυχικής υγείας του παιδιού ένα μεγάλο χρονικό διάστημα (είναι γνωστό πόσα χρόνια μπορεί να διαδράμουν μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί κακουργηματικής πράξεως, ακόμη και 8 χρόνια), εντός του οποίου το παιδί θα εκτίθεται σε πράξεις βίας από την πλευρά του άλλου γονέα χωρίς ο έχων την επιμέλεια γονέας, σύμφωνα με την διάταξη, να μπορεί να το προστατεύσει.
Τούτο θα αποδειχθεί ως ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα ενόψει της νεοπαγούς διατάξεως του άρθρου 169Α του Ποινικού Κώδικα, κατά την οποία η παραβιάσεις του διατακτικού δικαστικών αποφάσεων τιμωρούνται πλέον άνευ προθέσεως του δράστη.
Δημιουργεί δε τεράστια απορία το γεγονός, ότι, για μεν την κατάφαση της κακής άσκησης της γονικής μέριμνας και την αφαίρεση της επιμέλειας από τον γονέα που την ασκεί, στο επόμενο άρθρο 1532 ΑΚ, αρκούν περιστατικά μη βεβαιωμένα, δυσκόλως ερμηνευόμενα, πιθανολογούμενα, νεφελώδη και δυσαπόδεικτα, όπως η αορίστως προβλεπόμενη, «με υπαιτιότητα του έχοντος την επιμέλεια γονέα, διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του και η με κάθε τρόπο πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων του τέκνου με αυτούς», ενώ στην περίπτωση τέλεσης σοβαρών αδικημάτων σε βάρος του τέκνου δεν αρκεί η άσκηση της ποινικής διώξεως ή η απόφαση σε πρώτο βαθμό αλλά απαιτείται η έκδοση αμετάκλητης απόφασης! Τίθενται συνεπώς τα ακόλουθα εύλογα ερωτήματα:
Α) πώς προστατεύεται το συμφέρον του τέκνου στις περιπτώσεις αυτές,
Β) γιατί η διασφάλιση της επικοινωνίας του μη έχοντος την επιμέλεια γονέα προτάσσεται έναντι του σπουδαιότερου εννόμου συμφέροντος  του τέκνου,
Γ) γιατί κατ’ αποτέλεσμα προστατεύεται ο γονέας που ασκεί την επιμέλεια λιγότερο και μπορεί αυτή να του αφαιρεθεί για τους παραπάνω μη βεβαιούμενους και ασαφείς λόγους έναντι του γονέα που έχει το δικαίωμα επικοινωνίας, ο οποίος δεν μπορεί να χάσει το δικαίωμα αυτό μόνον αν καταδικασθεί αμετακλήτως για τέλεση ποινικών αδικημάτων σε βάρος του τέκνου ή σε βάρος του άλλου γονέα.
Δ) Γιατί ο νομοθέτης επιλέγει να παραβιάσει ευθέως την διάταξη του άρθρου 31 της Συμβάσεως της Κωνσταντινούπολης, σύμφωνα με την οποία «τα Μέρη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα προκειμένου να διασφαλισθεί ότι κατά τον καθορισμό της επιμέλειας και των δικαιωμάτων επίσκεψης των παιδιών, θα λαμβάνονται υπόψιν τα περιστατικά βίας που καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας Σύμβασης. Τα Μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι η άσκηση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων επίσκεψης ή επιμέλειας δεν θίγει τα δικαιώματα και την ασφάλεια του θύματος ή των παιδιών.
Στην παραπάνω διάταξη του νομοσχεδίου δημιουργείται μαχητό τεκμήριο καλής άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας και μαχητό τεκμήριο κακής άσκησης του δικαιώματος της επιμέλειας του τέκνου.
Σε κάθε περίπτωση, η ως άνω επιχειρούμενη εξειδίκευση του νόμου θα προκαλέσει μεγαλύτερες από τις υπάρχουσες αντιδικίες και δικαστικές διαμάχες στις περιπτώσεις όπου προϋπάρχει μία κακή σχέση των εν διαστάσει ή διαζευγμένων γονέων.
Τέλος, η απαίτηση της αμετάκλητης καταδίκης για ενδοοικογενειακή βία, ως σοβαρού λόγου αποκλεισμού ή περιορισμού της επικοινωνίας αντιβαίνει στο νόμο 3500/2006 όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4531/2018 (σε συμμόρφωση δηλαδή με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης), που προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής περιοριστικών μέτρων (μη προσέγγισης της κατοικίας, των σχολείων και των εκπαιδευτηρίων των τέκνων κλπ.) δηλαδή την απαγόρευση της επικοινωνίας, ήδη από το αρχικό στάδιο της υποβολής της μήνυσης από το θύμα.

 

Άρθρο 14 Συνέπειες κακής άσκησης - Αντικατάσταση άρθρου 1532 ΑΚ
«Άρθρο 1532 Συνέπειες κακής άσκησης

Αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου ή ο εισαγγελέας, να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο.
Κακή άσκηση της γονικής μέριμνας συνιστούν ιδίως: α. η υπαίτια μη συμμόρφωση προς αποφάσεις και διατάξεις δικαστικών και εισαγγελικών αρχών που αφορούν το τέκνο ή προς την υπάρχουσα συμφωνία των γονέων για την άσκηση της γονικής μέριμνας, β. η διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του και η με κάθε τρόπο πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων του τέκνου με αυτούς, γ. η υπαίτια παράβαση των όρων της συμφωνίας των γονέων ή της δικαστικής απόφασης για την επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει και η με κάθε άλλο τρόπο παρεμπόδιση της επικοινωνίας, δ. η κακή άσκηση και η υπαίτια παράλειψη της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας από τον δικαιούχο γονέα, ε. η αδικαιολόγητη άρνηση του γονέα να καταβάλλει τη διατροφή που επιδικάστηκε στο τέκνο από το δικαστήριο ή συμφωνήθηκε μεταξύ των γονέων, στ. η αμετάκλητη καταδίκη του γονέα για ενδοοικογενειακή βία ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.
Το δικαστήριο, στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, δύναται να αφαιρέσει από τον υπαίτιο γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας ή την επιμέλεια, ολικά ή μερικά, και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο γονέα, καθώς επίσης να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο προς διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου. Αν συντρέχουν στο πρόσωπο και των δύο γονέων οι περιπτώσεις του δευτέρου εδαφίου, το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει την πραγματική φροντίδα του τέκνου ή ακόμα και την επιμέλειά του ολικά ή μερικά σε τρίτο ή και να διορίσει επίτροπο.
Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου και επίκειται άμεσος κίνδυνος για τη σωματική ή την ψυχική υγεία του τέκνου, ο εισαγγελέας διατάσσει κάθε πρόσφορο μέτρο για την προστασία του, μέχρι την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός ενενήντα (90) ημερών, με δυνατότητα αιτιολογημένης παράτασης της προθεσμίας αυτής κατά ενενήντα (90) επιπλέον ημέρες.»
Σχόλιο: Και πάλι σε αυτήν την διάταξη ο νόμος προσπαθεί να εξειδικεύσει την αόριστη νομική έννοια της κακής άσκησης της γονικής μέριμνας.
Πέρα από το ερμηνευτικό πρόβλημα που παρουσιάζει η διάταξη και την ευθεία αντίθεση στην οποία έρχεται με την διάταξη του άρθρου 1520 ΑΚ, --η οποία απαιτεί για τον περιορισμό ή τον αποκλεισμό του δικαιώματος επικοινωνίας για τα αδικήματα της ενδοοικογενειακής βίας κ.α. αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, ενώ η παρούσα διάταξη αρκείται σε απλές αιτιάσεις για την αφαίρεση της επιμέλειας ή της γονικής μέριμνας--, παρουσιάζει και πρόβλημα απόδειξης και σχηματισμού δικανικής κρίσης του δικαστηρίου, αναφορικώς με την διαπίστωση της διατάραξης της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του και η με κάθε τρόπο πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων του τέκνου με αυτούς και κυρίως αναφορικώς με το πώς αυτή η διατάραξη θα διαπιστώνεται ότι οφείλεται στον άλλο γονέα. Με την κατάθεση μαρτύρων στην καλυτέρα περίπτωση επηρεασμένων από την αντιδικία των γονέων και στην χειρότερη καθοδηγούμενων ή με ψυχοικοινωνική έκθεση ενός αρμοδίου φορέα; Και αν αποδεικτικώς οι μάρτυρες είναι αρκετοί προς τον σκοπό αυτόν γιατί δεν διαλαμβάνεται στον νόμο μνεία για την αξιοπιστία τους, ενώ διαλαμβάνεται μνεία για την μη επιρροή του τέκνου από τον έναν γονέα κατά την έκφραση της άποψής του; Παρομοίως πώς θα αποδεικνύεται η μη υπαιτιότητα στην μη συμμόρφωση με αποφάσεις επικοινωνίας από τον έχοντα την επιμέλεια γονέα, όταν για τον ισχυρισμό ότι διαπράττονται ή διαπράχθηκαν τα μνημονευόμενα στο νόμο ποινικά αδικήματα από τον γονέα που ασκεί την επικοινωνία θα χρειάζεται αμετάκλητη ποινική απόφαση, και κάθε άλλη παράβαση δικαιώματος επικοινωνίας θα θεωρείται εξ αντιδιαστολής υπαίτια και άρα ικανή να οδηγήσει στην αφαίρεση της επιμέλειας ή και της γονικής μέριμνας; 
Από την επισκόπηση των προτεινόμενων άρθρων παρατηρείται μία δυσπιστία στην μέχρι και σήμερα κρίση του δικαστή, μία αμφισβήτηση στις καλές προθέσεις του γονέα που ασκεί την επιμέλεια και μία υπερβάλλουσα πίστη στην αλήθεια των ισχυρισμών του γονέα που είναι φορέας του δικαιώματος επικοινωνίας.
Με τον τρόπο αυτόν το νομοσχέδιο παραβιάζει θεμελιώδεις συνταγματικές, ουσιαστικές και δικονομικές αρχές και ιδίως την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου (άρθρο 4 του Συντάγματος) ενώ επιρρίπτει υπερβολικά βάρη απόδειξης στο ένα μέρος-γονέα που ασκεί την επιμέλεια έναντι του άλλου μέρους -γονέα που ασκεί την επικοινωνία, τον οποίο αντιθέτως διευκολύνει με τεκμήρια και παράθεση ειδικών προϋποθέσεων.
Δεν είναι υπερβολικό να προβλέψουμε ότι υπό το καθεστώς του νέου νομοσχεδίου το ισχυρό οικονομικά μέρος θα ασκεί αλλεπάλληλα ένδικα βοηθήματα κατά του άλλου (με οποιαδήποτε αστεία αφορμή), σκοπεύοντας στην εξόντωσή του.
Επιπλέον, στο συγκεκριμένο άρθρο παραλείπεται η έστω στοιχειώδης αναφορά σε σοβαρές περιστάσεις κακής άσκησης της γονικής μέριμνας, όπως είναι η έκθεση του ανηλίκου σε κίνδυνο, η παραμέληση της φροντίδας της υγείας του κ.ο.κ. ενώ αντίθετα εξειδικεύεται ως επαρκής λόγος ης πλήρους αποβολής του ενός γονέα από τη ζωή του τέκνου, το να μη καταβληθεί διατροφή για αυτό!
Επαναλαμβάνουμε συνοψίζοντας τις παρατηρήσεις μας για το παρόν άρθρο. ότι η ακατανόητη απαίτηση ύπαρξης αμετάκλητης καταδίκης για ενδοοικογενειακή βία, για αδικήματα που θίγουν τη γενετήσια ελευθερία και αδικήματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης, εκθέτει τα τέκνα σε προφανή κίνδυνο, καθόσον για μια αμετάκλητη καταδίκη ως γνωστόν απαιτούνται περί τα 8 έτη, χρόνος μέσα στον οποίο είναι πιθανόν τα τέκνα να διατρέξουν εκ νέου κίνδυνο κακοποίησης από τον γονέα-δράστη των ως άνω αδικημάτων.


Συμπερασματικά:
Α) Μπορεί να μην προωθείται μεν η υποχρεωτική «συνεπιμέλεια», ωστόσο από το υπό ψήφιση σ/ν δίνονται πάρα πολλά περιθώρια για υποχρεωτική συναπόφαση των γονέων και υποχρεωτική ενίσχυση της σχέσης του τέκνου με τον άλλον γονέα, γεγονός που μπορεί να εκθέσει σε επαναθυματοποίηση μητέρες και τέκνα που έχουν υποστεί ενδοοικογενειακή βία.
Β) Η προϋπόθεση της αμετάκλητης καταδίκης του γονέα για ενδοοικογενειακή βία κλπ για να περιοριστεί ή αποκλειστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του ή για να τεκμαίρεται η κακή άσκηση της γονικής μέριμνας τελεί σε ευθεία σύγκρουση με το Ν. 3500/2006 και τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης που προβλέπουν τη δυνατότητα επιβολής περιοριστικών μέτρων μη επικοινωνίας (μη προσέγγισης της κατοικίας των σχολείων και των εκπαιδευτηρίων των τέκνων κ.λπ.) ήδη από το αρχικό στάδιο της υποβολής της καταγγελίας για ενδοοικογενειακή βία κατά του κακοποιητηκού γονέα.
Γ) Η υποχρεωτική συναπόφαση των γονέων, που με διάφορους τρόπους ιδρύεται μέσα από τα άρθρα του νομοσχεδίου αναφορικώς με πολλά θέματα τα οποία μέχρι πρότινος επιλύονταν από τον έχοντα την επιμέλεια γονέα, θα δημιουργήσει σε περιπτώσεις συγκρουσιακής σχέσης των γονέων  περισσότερα προβλήματα και θα αυξήσει την προσφυγή στην δικαιοσύνη, κατάσταση η οποία θα αφαιμάξει οικονομικώς τον έχοντα την επιμέλεια γονέα και θα τον καταβάλει ψυχικώς, με αποτέλεσμα να μην έχει την δύναμη να αναθρέψει το παιδί του αλλά και με προβλεπόμενο αποτέλεσμα να αποτρέπεται εκ των προτέρων, γνωρίζοντας το νομοθετικό καθεστώς, από ένα μελλοντικό διαζύγιο προς αποφυγή τέτοιων καταστάσεων. Η συνθήκη αυτή θα επηρεάσει κυρίως τις μητέρες, οι οποίες στον Γολγοθά της ανατροφής των τέκνων τους ως εργαζόμενες ή άνεργες με τις πενιχρές διατροφές που επιδικάζονται από τα δικαστήρια, την έλλειψη υποστήριξης από το Κράτος ως μονογονείς και την δύσκολη (σε πολλές περιπτώσεις) σχέση με τον πρώην σύντροφό τους και σε άλλες περιπτώσεις ακόμη και την βίαιη σχέση με αυτόν, θα κληθούν να αντεπεξέρχονται στις αυξημένες δικαστικές δικλείδες που παρέχει το παρόν νομοσχέδιο στον άλλο γονέα καθώς και στην ισορρόπηση της ζωής τους και της ζωής των παιδιών τους πάνω στο λεπτό σκοινί του «1/3 χρόνου επικοινωνίας».
Γ) Απουσιάζει, παρά την μαθηματική προσέγγιση και την ποσοτικοποίηση του χρόνου επικοινωνίας, μία εξίσου μαθηματική προσέγγιση του ύψους της διατροφής, δηλαδή ένα τεκμήριο διατροφής υπέρ του γονέα που ασκεί την επιμέλεια του τέκνου, το οποίο θα ανέμενε κανείς να συμπεριληφθεί, μετά την τόση επιχειρούμενη εξειδίκευση που επιχειρείται για άλλα δικαιώματα και νομικές έννοιες. Είναι γνωστή η μεγάλη αντιδικία που δημιουργείται στις αίθουσες των δικαστηρίων για το ζήτημα του ύψους της διατροφής και της απόδειξης των εισοδημάτων και των εξόδων των δύο γονέων καθώς και των αναγκών του τέκνου, η οποία συχνά υπερβαίνει σε ένταση την αντιδικία για την ανάθεση της επιμέλειας και την ρύθμιση της επικοινωνίας. Αυτή η παράλειψη του νομοσχεδίου ενισχύει την εντύπωση της μονομερούς, από την πλευρά και την θέση του γονέα-φορέα του δικαιώματος επικοινωνίας, αντιμετώπισης του οικογενειακού δικαίου και δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερους προβληματισμούς για την εφαρμογή του συνόλου των διατάξεων του νομοσχεδίου.
Δ) Τέλος, δεν μπορούμε να μιλάμε για αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου χωρίς τη γενικότερη στήριξη της μητρότητας, της γονεϊκότητας, των παιδιών και την άρση των διακρίσεων κατά των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στο γάμο και την τεκνοθεσία.
Ένα σύγχρονο και συμπεριληπτικό Οικογενειακή Δίκαιο απαιτεί την αναγνώριση διαφορετικών μοντέλων οικογένειας πέραν του πυρηνικού και επιβάλλει την άσκηση πολιτικών πρόνοιας με ενίσχυση γονέων και τέκνων από εξιδεικευμένες κοινωνικές υπηρεσίες, και επιτέλους, τη θέσπιση Οικογενειακού Δικαστηρίου για την ρύθμιση των σχετικών διαφορών με τρόπο που να διασφαλίζεται το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου.

Μαρίνα Φαρμακίδη-Μάρκου H Μαρίνα Φαρμακίδη-Μάρκου είναι δικηγόρος, συνεργάτης του Κέντρου Γυναικείων Μελετών και Ερευνών «Διοτίμα». Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet