Έχουμε κουραστεί. Όχι να μας σκοτώνουν, αυτό είναι η μήτρα της αγανάκτησης και της οργής μας. Έχουμε κουραστεί να μας απαξιώνουν. Να λέμε, εδώ είμαστε, κοίτα! Έχουμε ξανά νεκρή γυναίκα, κοίτα! Αυξάνονται τα πτώματα, κοίτα και κυρίως, άκου μας!

Γράφω με μία απόγνωση κάπως οικεία -μάλλον οικεία, παραπάνω από όσο θα έπρεπε να είναι η απόγνωση μίας νέας γυναίκας. Όταν ήμασταν μικρότερες, τότε που νομίζαμε ότι η ευκολία να αλλάξει κανείς τον κόσμο είναι πιο μικρή από το μπόι μας, λέγαμε ότι σε δέκα χρόνια θα έχουμε ισότητα, θα φτιάξουμε αλλιώς τον κόσμο. Και τα δέκα χρόνια πέρασαν γεμάτα τραγωδίες, προσωπικές και μη. Πέρασαν και αυτή η εντροπία της ιστορίας ήρθε και μας δάγκωσε την ψυχή.

 

Πόσες και πόσες πέθαναν;

 

Σαν αρχαία τραγωδία, λοιπόν. Θυσιάζεται μία για να εξοργιστούμε όλες. Αυτή η μία ήταν η Ελένη Τοπαλούδη. Το σφάξανε το κορίτσι, θυσία στο Μολώχ κι έπειτα ήρθε ένα κύμα, η φρίκη δημιουργεί πλημμύρες. Αρχίσαμε να μιλάμε, ήρθε το #metoo, ήρθε η οργή. Σαν να ήρθαν κάπως ταυτόχρονα στην ιστορική κλίμακα και ας ήταν βήμα-βήμα στην κάθε μας ημέρα. 

Θα θυμάστε το στίχο από τον Θούριο, φυσικά. “Ως πότε παλικάρια θα ζούμε στα στενά”. Εμείς δεν ζούμε στα στενά, τα αποφεύγουμε, στην ίδια μας την πόλη μας κυνηγούν, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που παρέθεσα το απόσπασμα. Είναι η  ερώτηση. Ως πότε;

Δεν υπάρχουν εγκλήματα πάθους. Δεν τη σκότωσε, επειδή την αγαπούσε. Η Στέλλα στην τελευταία της πνοή, δεν έλεγε “φίλα με, Μίλτο”. Ο δραματουργός είδε πάθος, αλλά τη στιγμή που σου χώνουν στα σωθικά σου το μαχαίρι, τη στιγμή που σε χτυπάνε μέχρι θανάτου, δεν νιώθεις καμία αγριότητα του πάθους. Δεν ξέρω τι νιώθεις ακριβώς, προσπαθείς να γλιτώσεις, μετά αναρωτιέσαι πώς γίνεται κι αυτά στην πιθανότητα πως θα επιβιώσεις.

Πόσες και πόσες πέθαναν από αγαπημένο χέρι, αδερφού, πατέρα, συντρόφου με την απορία τι στα αληθινά είναι η αγάπη; Το τελευταίο πράγμα που είδανε, ήταν ο δικός τους άνθρωπος να τις εξοντώνει. Αυτό είναι η ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά που κάπως, για κάποιον λόγο, εγώ η ζωντανή, τη νιώθω δική μου. 

 

Θαρρούν πως τους ανήκουμε

 

Χάνουμε τις γυναίκες μας, τα κορίτσια μας. Μας δολοφονούν. Αυτό το έγκλημα έχει μία βαρύτητα επιπλέον σε σχέση με τις άλλες δολοφονίες, Όπως τα ρατσιστικά εγκλήματα χρεώνονται στο δολοφόνο διαφορετικά, γι’ αυτό κι εμείς αναζητάμε δικαίωση: Είναι γυναικοκτονίες, γιατί απορρέουν από άλλα αντανακλαστικά. Δεν ήταν το πρωταρχικό ένστικτο του Κάιν να σκοτώσει τον Άβελ, δεν είναι σαν τις μονομαχίες, δεν είναι σαν τα μαφιόζικα χτυπήματα. Σκοτώνουν γυναίκες, επειδή έχουμε πατριαρχία.

Θαρρούν πως τους ανήκουμε. Το κορμί μας. Τα ρούχα μας. Το όνομά μας. Τους ανήκει η ηδονή, τους ανήκει η αγάπη μας. Κι ως εδώ -η πραγματική φρίκη είναι- πως το μοτίβο περνά και σαν ρομαντικό. Σαν ποίηση: Η απόλυτη ένωση του έρωτα, να μου ανήκεις ολοκληρωτικά. Αυτά μας μάθαινε η λογοτεχνία, η Τέχνη, οι σαπουνόπερες, ακόμα. Αλλά αυτά είναι και που μας σκοτώνουν.

Αν σου ανήκει το κορμί μου, η αγάπη μου, η ηδονή μου, το όνομά μου, μπορείς όλα αυτά, την περιουσία σου, να τα κάψεις ζωντανά. Να τα σκοτώσεις με μία σφαίρα. Να τα χτυπάς μέχρι να ξεψυχήσουν. Δεν μπορώ να μπω στο μυαλό του γυναικοκτόνου, αλλά αν μπορώ λίγο να μπω στο μυαλό του Ποιητή, φοβάμαι πως η δολοφονία κάνει το θύτη ότι κρατάει μαζί του το θύμα για πάντα.

 

Κι όσο αρνούνται τις δολοφονίες μας ως πρόβλημα, έγκλημα ειδικό, τόσο εμείς πεθαίνουμε. Είμαστε οργισμένες. Κάθε φορά που διαβάζουμε ότι ένα έγκλημα, ήταν από πάθος, είμαστε οργισμένες. Όσες επιζήσαμε δηλαδή.

 

Για κάθε φορά…

 

Για κάθε φορά που μας άρπαξαν από τους καρπούς και μας έριξαν στο πάτωμα.

Ή που μας έσφιξαν τον λαιμό.

Για κάθε μας βιασμό.

Κάθε φορά που μας μελάνιασαν το σώμα.

Που μας έκαναν να φοβηθούμε.

Που μας εξευτέλισαν.

Που μας μάτωσαν.

Κάθε φορά που κάποια από εμάς δεν επέζησε να πει την ιστορία που της διέλυσε την καρδούλα της, γίνεται κομμάτια η δική μας για όλες τις φορές που εμείς ζήσαμε. Θα μπορούσαμε να είχαμε πεθάνει. Και τότε, απέναντι στο δίκιο της ψυχής του νεκρού ανθρώπου, θα έλεγαν ότι το έγκλημα έγινε από πάθος. Κανένα πάθος. Το έγκλημα έγινε από δολοφόνο.

Λένε πως τη γυναίκα δεν πρέπει να τη χτυπάνε ούτε με τριαντάφυλλα. Λένε τέτοιες αηδίες, για να μας υπενθυμίζουν ότι είμαστε εύθραυστες και ζούμε επειδή έχουμε την τύχη να μας προστατεύουν, μέχρι να μη μας προστατέψουν πια. Λοιπόν, δεν είμαστε εύθραυστες, είμαστε οργισμένες. Και τα τριαντάφυλλα να τα βάλετε στον κώλο σας.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet