Γιλμάζ Γκιουνέι

 

 

 

Το 1982, το Φεστιβάλ των Κανών τίμησε με το Χρυσό Φοίνικα την ταινία «Ο δρόμος» του Γιλμάζ Γκιουνέι. Στο πρόσωπο του κούρδου σκηνοθέτη, η κριτική επιτροπή τίμησε ουσιαστικά τους δημοκρατικούς αγώνες του λαού της Τουρκίας καταδικάζοντας ταυτόχρονα τον αυταρχισμό της τουρκικής κυβέρνησης και τις πολιτικές διώξεις που υφίστατο ο λαός της χώρας.

Χαρακτηριστικός της κατάστασης που επικρατούσε στη γειτονική μας χώρα είναι ο τρόπος, με τον οποίο υποδέχτηκε ο κατευθυνόμενος τουρκικός Τύπος τη βράβευση του Γκιουνέι, χρησιμοποιώντας επίθετα όπως «αληταράς, κουραδόσπερμα, νταβατζής, βρωμοανατολίτης, δολοφόνος και, -φυσικά-, κομμουνιστής».

 

Προφανώς δεν άρεσε καθόλου στην τουρκική κυβέρνηση το γεγονός, πως ο Γκιουνέι είχε καταφέρει να δραπετεύσει από τις φυλακές της χώρας και να ολοκληρώσει μια ταινία, μεγάλο μέρος της οποίας είχε γυριστεί από τον βοηθό του, Σερίφ Γκερέν, με οδηγίες που του έδινε ο σκηνοθέτης μέσα από τις φυλακές. Να σημειώσουμε πως εκείνη τη χρονιά, «Ο δρόμος» του Γκιουνέι μοιράστηκε το Χρυσό Φοίνικα με τον «Αγνοούμενο» του Κώστα Γαβρά.

Ο Γιλμάζ Γκιουνέι γεννήθηκε πριν από 84 χρόνια, την 1η Απριλίου του 1937, στο χωριό Γκιουνέι (Νότος) κοντά στα Άδανα, από το οποίο δανείστηκε το επώνυμό του, αντικαθιστώντας το πραγματικό του που ήταν Πουτούν. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια και από ηλικία 9 ετών άρχισε να δουλεύει ως βοσκός και ως αγρότης. Μαθητής γυμνασίου, παράλληλα με το σχολείο, στον ελεύθερό του χρόνο, δούλευε πουλώντας κουλούρια και αναψυκτικά. Αγαπούσε τις ξένες γλώσσες και σε σχετικά μικρή ηλικία έμαθε αγγλικά. Για πρώτη φορά βρέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, το 1961, εξαιτίας ενός διηγήματος που δημοσίευσε και το οποίο χαρακτηρίστηκε ως «κομμουνιστικό». Καταδικάστηκε σε φυλάκιση 18 μηνών κι από τότε δεν σταμάτησαν οι εναντίον του διώξεις.

Αν και αρχικά θέλησε να σπουδάσει Οικονομικά, τελικά, στα 21 του χρόνια αποφάσισε να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο. Ξεκίνησε ως ηθοποιός και με το πέρασμα των χρόνων εξελίχθηκε σε μεγάλο σταρ του τουρκικού κινηματογράφου, έχοντας παίξει συνολικά σε 111 ταινίες.

Το 1966 σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία «Όπλο γυναίκα άλογο», στην οποία πρωταγωνιστούσε ο ίδιος. Μέχρι το τέλος της ζωής του, σκηνοθέτησε συνολικά 20 ταινίες.

Η πρώτη του γνωστή ταινία στο εξωτερικό είναι «Η ελπίδα», στην οποία αφηγείται τη δύσκολη ζωή ενός αμαξά, που θα γίνει ακόμη δυσκολότερη όταν ένα άλογό του θα σκοτωθεί σε ατύχημα. Μετά από αυτό, ο αμαξάς θα στρέψει τις ελπίδες του στην αναζήτηση ενός μυθικού θησαυρού.

Άλλες γνωστές ταινίες του στην Ελλάδα είναι, «Ο σύντροφος» (1975), «Το κοπάδι» (1979), «Ο εχθρός» (1980), «Ο δρόμος» (1982) και «Ο τοίχος» (1983).

 

Θεματικές και ενδιαφέροντα

 

Στο Σύντροφο, ο Γκιουνέι επιχειρεί μια ματιά στη μεγαλοαστική τάξη, την οποία εκπροσωπεί η οικογένεια ενός πλούσιου αρχιτέκτονα, η ισορροπία της οποίας διαταράσσεται από την επίσκεψη ενός παλιού φίλου. Οι δύο άνδρες, με φτωχή καταγωγή και οι δύο, έκαναν διαφορετικές επιλογές με τον πρώτο να ακολουθεί το δρόμο της διαφθοράς και το δεύτερο να παραμένει σταθερός στις αξίες του.

Στο Κοπάδι παρακολουθούμε τα βάσανα μιας οικογένειας βοσκών που προσπαθεί να μεταφέρει τα ζώα της από το χωριό στην πρωτεύουσα και έρχεται αντιμέτωπη με την εκμετάλλευση. Εκτός απ’ αυτήν όμως έχει να αντιμετωπίσει και τη στενοκεφαλιά ενός αυταρχικού πατέρα.

Στον Εχθρό ο σκηνοθέτης αναδεικνύει τη φτώχεια και τη μιζέρια της τουρκικής επαρχίας, μέσα από τον αγώνα ενός άνδρα να βρει δουλειά για να ζήσει την οικογένειά του.

Στο Δρόμο, ταινία με αρκετά βιωματικά και αυτοβιογραφικά στοιχεία, ο Γκιουνέι αφηγείται την πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση στην Τουρκία, την εποχή της δικτατορίας του στρατηγού Εβρέν. Το κάνει δε μέσα από τα μάτια πέντε φυλακισμένων οι οποίοι έχουν πάρει ολιγοήμερη άδεια από τις φυλακές.

Στον Τοίχο, την τελευταία του ταινία, που γύρισε στη Γαλλία λίγους μήνες πριν από το θάνατό του, αφηγείται μια σκληρή ιστορία η οποία εκτυλίσσεται στις φυλακές, στο τμήμα όπου κρατούνται οι ανήλικοι παραβάτες. Εκεί, λοιπόν, εξαιτίας των απάνθρωπων συνθηκών που επικρατούν, τα παιδιά-κρατούμενοι εξεγείρονται ζητώντας καλύτερη μεταχείριση.

 

«Ο δρόμος»

 

Ως πολιορκητικός κριός

 

Η περίπτωση του Γιλμάζ Γκιουνέι είναι αυτή του καθαρού πολιτικού κινηματογράφου με ξεκάθαρη πολιτική θέση και στόχευση. Είναι ένας κινηματογράφος ο οποίος λειτουργεί ως πολιορκητικός κριός ο οποίος επιτίθεται «κατά μέτωπον» στον αντίπαλο. Με όρους πολιτικής θα λέγαμε πως είναι ένας κινηματογράφος μαρξιστικός-λενινιστικός με εθνικοαπελευθερωτική και αντιιμπεριαλιστική προσέγγιση. Ως εκ τούτου, φυσικό κι επόμενο είναι να πλησιάζει πολύ στην αισθητική του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

Στα μάτια του σημερινού θεατή οι ταινίες του σημαντικού αυτού σκηνοθέτη μπορεί να φαντάζουν παρωχημένες, αλλά κανείς δεν μπορεί να τις μηδενίσει αφού αποτελούν μέρος της ιστορίας του κινηματογράφου και, ιδιαίτερα, του τουρκικού κινηματογράφου.

Για το λόγο αυτό, αν θέλουμε να τις κρίνουμε, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τις πολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν και τις προτεραιότητες που έμπαιναν για ένα σκηνοθέτη, ο οποίος είχε ως σκοπό του να αγωνιστεί για τη δημοκρατία και την καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Ο Γιλμάζ Γκιουνέι χρησιμοποίησε την τέχνη του ως επαναστατικό εργαλείο. Ολόκληρη η ζωή του ήταν δοσμένη στον αγώνα και ο κινηματογράφος αποτελούσε για τον Γκιουνέι μέρος αυτού του αγώνα. Άλλωστε για τις πολιτικές του απόψεις κυνηγήθηκε και φυλακίστηκε πολλές φορές, αρχής γενομένης το 1961. «Μέχρι τον Οκτώβριο του 1981 πέρασα 12 χρόνια σε 15 διαφορετικές φυλακές και 2 αγροτικές», έχει πει. Οι κατηγορίες ήταν οι συνήθεις σε αυτές τις περιπτώσεις, δηλαδή κομμουνιστική προπαγάνδα, αποδυνάμωση του εθνικού συναισθήματος, παρακίνηση του λαού σε εγκλήματα!

Το 1974 πήρε χάρη για να συλληφθεί μετά από λίγο καιρό εκ νέου, με την κατηγορία πως συμμετείχε στη δολοφονία ενός εισαγγελέα. Καταδικάστηκε σε κάθειρξη 19 ετών, από τα οποία εξέτισε τα 7 καθώς το 1981, κατά τη διάρκεια άδειας που πήρε από τις φυλακές, διέφυγε στη Γαλλία, όπου και πέθανε το 1984, σε ηλικία μόλις 47 ετών.

 

Έμφαση στις τουρκικές παραδόσεις

 

Στις ταινίες του κυριαρχεί το δραματικό στοιχείο, ενώ δίνει ιδιαίτερη έμφαση κυρίως στο περιεχόμενο και δευτερευόντως στη μορφή. Η σκηνοθεσία του διαθέτει στοιχεία ελεγειακά και ηρωικά, παράλληλα όμως κάνει έναν καθαρά λαϊκό κινηματογράφο ενσωματώνοντας ηθογραφικά και λαογραφικά στοιχεία. Θέλοντας να δώσει έμφαση στις παραδόσεις του τουρκικού τρόπου ζωής, σε αντιπαράθεση με τον εισαγόμενο από τη Δύση τρόπο ζωής και μέσα από μία αφελή –κατά την άποψή μου– αντιμπεριαλιστκή και εθνοκεντρική οπτική, αδυνατεί να δει και να εκτιμήσει τη θέση της γυναίκας μέσα στη βαθιά συντηρητική κοινωνία της πατρίδας του. Έτσι οι γυναικείοι χαρακτήρες στις ταινίες του είναι χαρακτήρες στερεοτυπικοί, έτσι ώστε να ταιριάζουν στα υφιστάμενα κοινωνικά πρότυπα. Με λίγα λόγια, ο εκδημοκρατισμός της Τουρκίας δεν περιλαμβάνει τον εκδημοκρατισμό στις σχέσεις των δύο φύλων.

Αυτή, βέβαια, η επισήμανση δεν μειώνει τη σημασία του έργου του Γιλμάζ Γκιουνέι ούτε, πολύ περισσότερο, τη σημασία των αγώνων του. Το σινεμά του αγαπήθηκε στην Τουρκία πρώτα από όλα για τη λαϊκότητά του και για την αφηγηματικότητά του. Έτσι ως εύκολα προσβάσιμο στο λαό, μαζί με τα δραματικά και τα χιουμοριστικά στοιχεία που διέθετε, κατάφερε να περάσει και τα μηνύματα που ήθελε ο σκηνοθέτης.

Οι ταινίες του Γιλμάζ Γκιουνέι αποτελούν παρακαταθήκη ενός κινηματογράφου στον οποίο κυριαρχεί η αγνότητα των προθέσεων του δημιουργού, το ανυπότακτο αγωνιστικό του πνεύμα και η σωστή χρήση του μέσου προς επίτευξη του σκοπού. Ακολουθούσε δηλαδή την άποψη του Λένιν που έλεγε «για μας ο κινηματογράφος είναι η σημαντικότερη από όλες τις τέχνες».

Στράτος Κερσανίδης strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet