Μαριαλένα Σπυροπούλου «Τάισέ με», εκδόσεις Μεταίχμιο, 2020

 

Η Μαριαλένα Σπυροπούλου είναι μία συγγραφέας που ελκύει τόσο λογοτεχνικά όσο και ψυχαναλυτικά, συναρμόζοντας οργανικά τις δύο αυτές ιδιότητες. Μετά από την επιτυχία της νουβέλας της «Ρου» (2016) και του ψυχαναλυτικού παραμυθιού «Ο μαγικός καθρέφτης» (2018), στο νέο της μυθιστόρημα «Τάισέ με» (2020) επανευρίσκουμε ως θεματικό κέντρο την αναδίφηση της γυναικείας ταυτότητας στη δύσκολη πορεία της προς την αυτονόμηση μέσα από την οπτική της ηρωίδας της Μαρίνας και τις γενιές γυναικών που στοιχίζονται πίσω της.

Η δομή του βιβλίου στήνεται σε δύο παράλληλες αφηγήσεις, η πρώτη διαδραματιζόμενη σε ένα σύγχρονο ρεαλιστικό πλαίσιο, η δεύτερη σε μια μελλοντική φεμινιστική δυστοπία. Τα δύο αυτά παράλληλα σύμπαντα πραγματεύονται ζητήματα που ταλανίζουν τη σύγχρονη γυναίκα στον δυτικό κόσμο, με έμφαση στη μητρότητα, η οποία αναδεικνύεται σε όλη της την περιπλοκότητα. Με διαυγή και απλή γλώσσα, η Σπυροπούλου πετυχαίνει να αποδώσει, όχι χωρίς φεμινιστική διάθεση, τον κλονισμό του θηλυκού υποκειμένου από τα κυρίαρχα πατριαρχικά στερεότυπα, τα οποία εμποδίζουν τον δρόμο του προς την αυτονομία. Διαγράφεται γλαφυρά η δυσκολία της σύγχρονης γυναίκας -σπουδασμένης, καριερίστας, με συγγραφικές φιλοδοξίες- να ισορροπήσει μπροστά στους τόπους της συμβατικής μητρότητας, του μύθου της ομορφιάς και του γάμου, επιλέγοντας την εξέγερση, πλην όμως παραμένοντας καθηλωμένη ως υποκείμενο σε ένα εφηβικό (εξαρτημένο) εξελικτικό στάδιο, εκπεφρασμένο συμβολικά στο βιβλίο ως «πείνα». Η ψυχαναλυτική μεταφορά παραπέμπει εύστοχα στον ψυχικό χώρο της επιθυμίας και των ενορμήσεων (πρβλ. το πρωταρχικό αίτημα του νεογνού προς τη μητέρα για επιβίωση), δηλώντας την αδυναμία ή τη δυσκολία του θηλυκού, ειδικά, υποκειμένου (μια κατεξοχήν φροϋδική/λακανική θέση) να επενδύσει στον Πατέρα/Φαλλό/Νόμο/Υπερεγώ και να κατακτήσει την αυτονομία του: «Ποιος τολμά να “σκοτώσει” τον πατέρα του όταν αυτός έχει λεφτά;» (49).

 

Φεμινισμός ως δυστοπία;

 

Από την άλλη πλευρά, η αμαζονικού τύπου κοινωνία που παρουσιάζει η εγκιβωτισμένη αφήγηση υπογραμμίζει κατά τρόπο παρωδιακό -έως γκροτέσκο- αφενός την απόκοσμη ψηφιακή, πλαστική και καταναλωτική μας κοινωνία, αφετέρου την αποτυχία, όπως αφήνει να υπονοηθεί η Σπυροπούλου, των φεμινιστικών κινημάτων του 20ού αιώνα να προβάλουν μια «αυθεντικότερη» μορφή θηλυκότητας, η οποία να μην αντιγράφει τη φαλλική τάξη πραγμάτων. Η σκληρή κριτική της Σπυροπούλου συμπυκνώνεται στην παρουσίαση μιας γυναρχικής, μισανδρικής δυστοπίας που επικοινωνεί με τη λογοτεχνία του φανταστικού. Στην κοινωνία αυτή, οι γυναίκες υπακούουν σε έναν ψηφιακό Μεγάλο Ηγέτη, απείκασμα, ίσως, ενός Μεγάλου Αδελφού, μιας φαλλικής κατ’ ουσίαν φωνής, η οποία πλάθει τις γυναίκες κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν των αντρών. Μιμούμενες τους άντρες, οι γυναίκες αυτές γίνονται άκαμπτες και εξουσιαστικές. Τα φύλα καταργούνται και τη θέση τους παίρνουν υβριδικές μορφές. Το Γυναικείο Πρόγραμμα επιβάλλεται σε ολόκληρο τον πλανήτη. Η μητρότητα απαγορεύεται και σβήνεται από τα λεξικά. Τα Νόμπελ δίνονται μόνο σε γυναίκες. Οι άντρες που δεν εξορίστηκαν από το καθεστώς κατατάσσονται σε «οικονόμους» (μεταλλαγμένοι, φροντιστές των σπιτιών των γυναικών), «homobuddies» (ομοφυλόφιλοι-ευνούχοι) ή σε αντικείμενα σαρκικής απόλαυσης («sexhealers»). Ο σαρκασμός απέναντι σε πρότυπους ρόλους που επωμίζεται η γυναίκα σήμερα είναι εμφανής. Οι ρόλοι των φύλων, εντούτοις, αντιστρέφονται. Αντιφρονούντες και αποστάτες οδηγούνται σε ομαδικές εκτελέσεις: «Το θηλυκό κατόρθωσε να τελειώσει αυτό που άρχισε το αρσενικό. Τον τέλειο αφανισμό» (130).

Σ’ αυτό το αποκαλυπτικό μέλλον, η Μάγκντα, έχοντας συλλάβει το παιδί ενός «sexhealer», του Γιεσού, εισάγει μια φοβερή ανατροπή: αρνείται να παραχωρήσει τη μήτρα της και επιχειρεί να περάσει τα σύνορα των δύο κόσμων. Τα ονόματα «Μάγκντα» και «Γιεσού» (πρβλ. «Μαγδαληνή» και «Ιησούς»), υποβάλλουν έναν ενδιαφέροντα βεβηλωτικό αποκρυφισμό, που λειτουργεί με πρόσθετη σημειωτική ισχύ στο πλαίσιο του φανταστικού. Στην κοινή τους δυναμική, οι δύο αφηγήσεις του βιβλίου οδηγούν σε μια κατάφαση της μητρότητας και της θηλυκότητας, τις οποίες η συγγραφέας μεταξιώνει ως δυνητικές πηγές ανταμοιβής και απόλαυσης για το γυναικείο φύλο. Η Σπυροπούλου υποστηρίζει ευδιάκριτα μια τολμηρή φεμινιστική θέση, κάτι που πολύ σπάνια συναντάμε σε λογοτεχνικά βιβλία, μια ουσιοκρατικού τύπου γυναικεία ταυτότητα, η οποία εδράζεται σε βιολογικά, ορμονικά και ψυχικά δεδομένα. Ως τέτοια, διαφοροποιείται ευκρινώς, με σαφείς αναφορές στο βιβλίο, από σύγχρονες μεταμοντέρνες θεωρήσεις γύρω από την αποδόμηση των υποκειμενικών σταθερών του ατόμου.

 

Η «πείνα» έφερε την κρίση και όχι η κρίση την «πείνα»

 

Η οικονομική κρίση λειτουργεί ως παράλληλη και σημαίνουσα -παρά ως δευτερεύουσα- πλοκή. Όχι τυχαία, η ιστορία της Μαρίνας συμπίπτει χρονικά με την ημέρα που ο πρωθυπουργός αναγγέλλει με πένθιμη μωβ γραβάτα από το Καστελόριζο την πτώχευση της χώρας. Μέσα από τη μορφή του πατέρα στο βιβλίο, η Σπυροπούλου εξακτινώνει την κρίση του σύγχρονου υποκειμένου στο συλλογικό εθνικό υποκείμενο: «“Η χώρα πάει κατά διαόλου, τι σου φταίει το παιδί τώρα;” “Ποιοι είναι οι χώρα, Όλγα; Κάτι φαντάσματα;”» (66). Περνώντας από τον γονέα στο κράτος, το κόμμα ή τα μνημόνια, μια νέα μορφή εξάρτησης παίρνει τη θέση της φαλλικής εξουσίας, η οποία λειτουργεί σε βάρος της αρχής της πραγματικότητας και θεμελιώνει μια φαντασιακή ευημερία πάνω σε δανεικές εξαρτήσεις: «Είναι ψέμα αυτή η ζωή, Μαρίνα. Μεγαλώνετε στον αέρα, παιδί μου» (72). «Η “πείνα” έφερε την κρίση, και όχι η κρίση την “πείνα”», εξηγεί η Σπυροπούλου. «Αυτή η συνεχής αίσθηση ότι μπορούμε να ρουφάμε και να τρώμε χωρίς κόστος [...]. Ότι η Ελλάδα είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι, ότι λεφτά υπάρχουν και ότι όλοι θα ζήσουμε μια ευδαιμονική ενηλικίωση» (Vogue, 6 Μαρτίου 2020).

Η κρίση του υποκειμένου στη μετανεωτερικότητα, η απώλεια της πίστης σε κάθε συλλογικό αφήγημα, η καταβύθιση σε ένα καταναλωτικό ιδεώδες, ο αβαθής πολιτισμός του θεάματος είναι ζητήματα που απασχόλησαν κατεξοχήν τους θεωρητικούς του μεταμοντέρνου με ερείσματα στην ψυχανάλυση, άλλοτε ως στρατηγική επιβίωσης (Lyotard, Deleuze/Guattari), άλλοτε επικριτικά (Jameson, Baudrillard) ή με έκδηλη ανησυχία (Kristeva, Zizek). Το ζητούμενο, για τη Σπυροπούλου, φαίνεται να είναι μια ιδεώδης εξισορρόπηση της γυναίκας ανάμεσα στις συμβάσεις και τη φύση της, αγκαλιάζοντας το φύλο, το σώμα και τον εαυτό της σε όλη του την ευαλωτότητα: «Ήθελε μέσα στο λευκό της διαμέρισμα να μάθει ποια είναι. Να ανοίξει τη γυάλινη επιφάνεια για να δει αν αναβλύζει από κάπου αίμα» (152).

 

Επιστρέφοντας στον Οιδίποδα

 

Μ’ έναν σύγχρονο λόγο, η Σπυροπούλου επιτυγχάνει να υποβάλει προβληματισμούς που μαρτυρούν την πλατιά της κουλτούρα και προκαλούν σε φλέγοντα διανοητικά ερωτήματα: Μπορούν τα σημερινά υποκείμενα, μπροστά στην ψηφιακή αποχαύνωση, τον κατακερματισμό της εικόνας, τον βιονικό ευγονισμό, την ανεργία, τη διεθνή αστάθεια, την απαξίωση της πολιτικής και των θεσμών, την πανδημία, την κρίση του φιλελεύθερου υποδείγματος -που προσέφερε, τουλάχιστον για μια δεκαετία, την ψευδαίσθηση του τέλους μιας συγκρουσιακής διαλεκτικής- να ξεφύγουν από τη στασιμότητα της οιδιπόδειας συμβίωσης; Αρκεί, πράγματι, η θεσμική ισότητα που έχουν επιτύχει τα διάφορα φεμινιστικά κινήματα να καλύψει τα κενά ανελευθερίας που κυβερνούν ακόμα τους μύθους, τα σύμβολα, τη γλώσσα, την ηθική και τη συνείδηση των σύγχρονων κοινωνιών; Μπορούν ειδικότερα τα θηλυκά υποκείμενα να επιλέξουν πλέον εθελούσια και εμπρόθετα ανάμεσα στη θηλυκή τους «φύση» και τη φαλλική θηλυκότητα χωρίς να απωλέσουν κάτι από αυτή τους την επιλογή, χωρίς να προκύπτουν τιμωρητικές συνέπειες, χωρίς να υπολείπεται ένας αναβαθμός αυτοπραγμάτωσης, ένθεν και ένθεν, στον κυκεώνα των σύγχρονων, απάνθρωπων, κατακλυσμιαίων απαιτήσεων των κοινωνιών μας; Μπορεί να υπάρξει μια ουσιακή θηλυκότητα απαλλαγμένη, αφενός, από την υποταγή, που να μην αποκλείει, αφετέρου, άλλες υποκειμενικές κατηγορίες; Μπορούμε να φανταστούμε, έστω, τους εαυτούς μας να πατούν στη γη, μ’ όλο το ανθρώπινο βάρος τους, χωρίς να θυμούνται το προαιώνιο πέταγμα;

Δήμητρα Δημητρίου Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet